Οι νικητές βγήκαν ηττημένοι Κύριοι Πρόεδροι

20 Οκτώβριος 2016

Του Παύλου-Σωκράτη Παυλίδη*

της Ελληνικής Δημοκρατίας,

Κύριοι Πρωθυπουργοί της Ελλάδος,

Κυρίες και Κύριοι Βουλευτές,

Η δημοκρατία στην Ελλάδα δεν ήρθε από την Αλβανία του Χότζα, τους Τσάμηδες, τη Σερβία, τους Σλαβομακεδόνες Ελληνες του Τίτο, τη Βουλγαρία, το Στάγκε Δημητρώφ, την Τασκένδη της Ρωσίας.

Ηρθε από τα Ελληνικά ψηλά βουνά του Γράμμου και του Βίτσι στα 1949, από τον Ελληνικό λαό.

Σύσσωμος ως αρχηγός Κράτους με όλο το κυνοβούλιο, μικροί και μεγάλοι, να ανάψουμε κερί κάθε χρόνο και να θυμόμαστε τις ψυχές εκείνων των άφταιγων νέων, Ελληνες που δεν πρόλαβαν να δουν την Ανατολή του ήλιου, που έπεσαν μαχόμενοι για την Ελευθερία της πατρίδος, κερί στους ΜΕΝ, κερί στους ΔΕ, μόνο για τους Ελληνες, εκεί στο Γράμμο, στο Βίτσι, παντού στα μέτωπα είχε Ελληνόπουλα που τα παρέσυραν δια της βίας και έπεσαν νεκροί.

Οι Σλάβοι έκαναν καλά τη δουλειά τους μαζί με τον σατανά. Κάναμε αγώνες πατριωτικούς, θυσίες από το 1940-1950, να ελευθερώσουμε τη σκλαβωμένη πατρίδα από τον Κατακτητή Γερμανό, Ιταλό, Βούλγαρο και τους Σλαβομακεδόνες Ελληνες του Τίτο, όπου μας είχαν σβησμένους από τον χάρτη των Εθνών.

“Τους πονάει η αχαριστία

που η επίσημη πατρίδα

τους νεκρούς της δεν τιμάει

Λάμπει με την απουσία

Μοναχοί τους κάθε χρόνο

εις το Βίτσι και το Γράμμο

θα τιμήσουνε με πόνο

τους νεκρούς τους εκεί πάνω

ξεχασμένοι, πικραμένοι,

μα περήφανοι αετοί

θα’ναι πάντα κερδισμένοι

πάντοτε στην κορυφή”.

Πολεμήσαμε για την πατρίδα, θρησκεία και οικογένεια, τυραννία που δεν λέγεται. Ηρθαν από έξω νηστικοί, μας κυβερνούν χρόνια όπου ήταν κρυμμένοι, όταν τους κάλεσε η πατρίδα στα όπλα, αυτοί ήταν απόντες.

Με την μαγεία της πολιτικής γέλασαν τον φτωχό λαό, του τάζουν λαγούς με πετραχήλι και με τον τρόπο αυτό πάρθηκε το λίγο χρήμα που είχε για να ζήσει, τον κάνουν φτωχό, φτωχότερο και τους χειροκροτάμε.

Γειά σου Ελληνικέ λαέ, αθάνατε.

Ηρθαν οι κατοπινοί, θα τους κλείσουμε μέσα!, έλεγαν, γιατί τσέπωσαν παράνομα το χρήμα του φτωχού λαού.

Αρπαξαν με το τερτίπι το χρηματιστήριο-Παραγραφή αδικημάτων έγινε. Τα τσέπωσαν και οι ΜΕΝ και οι ΔΕ και ο λαός έσφιξε το ζουνάρι και άλλο δεν πάει. Συνέχεια πατρίδα μου αναβάλλουν την ευπορία του λαού, από τετραετία σε τετραετία.

Ημουν ένας μικρός Ελληνας, που γεννήθηκα στο χωριό Ροδώνα ν. Κιλκίς 25 Ιανουαρίου 1926, του Αγίου Γρηγορίου, από πρόσφυγες γονείς από τον Πόντο. Πηγαν να με σκοτώσουν στην πατρίδα μου, στον Στρυμόνα ποταμό, στις 14 Ιανουαρίου 1945 πάνω στη γέφυρα με τους συντρόφους μου και γλίτωσα.

Δεν κατηγορώ τους πατριώτες, κατηγορώ τους απατεώνες, δεν αγωνιστήκαμε να υποφέρουμε και οι μικροί και οι μεγάλοι. Ερχονται στην πολιτική να πλουτίσουν.

Δεν πάει η πατρίδα μας μπροστά από τις φαγωμάρες που έχετε, κοροϊδεύετε τον λαό, παραιτηθείτε, φύγετε από το κοινοβούλιο. Απεργίες, απεργίες, δημοκρατία έχουμε, μόνο στην κλεψιά συμφωνούν, δεν βγάζει κανείς του άλλου το μάτι. Πατρίδα η Ελλάδα είναι για όλους, δεν είναι μόνο σε αυτούς που δεν τους πιάνει ο νόμος, η ασυλία.

Στα χρόνια μας διδαχτήκαμε στο σχολείο τη γλυκιά μας την πατρίδα, θρησκεία που μας ενώνει, το πιστεύω, οικογένεια, αγάπη, σεβασμό στον μικρό, στον μεγάλο. Χάθηκαν όλα αυτά, θόλωσαν τα νερά της πατρίδας μας για το συμφέρον άλλων.

Είχαμε πατρίδα μου Ελλάδα έναν και δεν μας έφτανε ο ένας, φαγωμάρα είχαμε, τώρα έχουμε πολλούς στην αράδα, ζωή να έχουνε.

Είχαμε έναν καιρό το χαρτοβασίλειο, τώρα τί έχουμε; Χαρτοπροεδρία!

Καημένη, βασανισμένη Ελλάδα. Αν μπορούσαν να σε πουλήσουν, θα το έκαναν από καιρό. Κατόρθωσαν πατρίδα μου να μας κάνουν σε κατηγορίες. Τί θα πει αριστερός, κεντρώος, αδέξιος και τα τοιαύτα; Ολους σ’ ένα καζάνι μας έβαλαν και βράζουμε, πατρίδα μου Ελλάδα, άτυχη. Από τότε που ελευθερώθηκε από την σκλαβιά, κυβερνώντες έρχονται νηστικοί, χορτάτοι φεύγουν και ο λαός υποφέρει και ζούνε οι απατεώνες. Στο σπίτι κάθισμα δεν είχαν, τώρα... ακροθαλασσιές.

Ιπτάμενα δελφίνια στο Αιγαίο πετούν και αλλού...

Βγαίνουν στο βήμα της βουλής και στα λόγια πιάνονται, ποιός θα πει τσουχτερά λόγια να τον χειροκροτούν. Μάθανε γράμματα, παραμορφώθηκαν, πατρίδα μου να σε τυραννούν, περισσότεροι δικηγόροι, γιατροί, άφησαν το επάγγελμά τους και γίνηκαν πολιτικοί, δεν πιάνονται στα λόγια, σε στήνουν στον τοίχο.

Συναντήθηκα όλως τυχαία στο δρόμο με δικό μας βουλευτή και τον ρωτώ: Ρε ......... με το συμπάθιο, σε βλέπω, σε ακούμε με προσοχή στο γυαλί, στο παραθύρι, στη σκηνή του βήματος της βουλής, όλο με νεύρο χουγιάζεις. Λέει: Πρέπει να φωνάζω, η αίθουσα είναι μεγάλη, έχουμε στο ακροατήριο βαρήκοους μέσα και έξω από τη βουλή, πιστεύω να το κατάλαβες από αυτά που σε λέγω. Θέατρο παίζουμε Σωκράτη.

Ο κάθε βουλευτής που παρουσιάζεται στο βήμα μιλά στο λαό και ο λαός τον ακούει, τον σταυρώνει να γίνει βουλευτής, ο καημένος προσφέρει πολλά στην κοινωνία των φτωχών, οι αποδοχές του είναι έμαθα λίγα, είναι 7.000.000 δραχμές, εκτός το αυτοκίνητο, τηλέφωνο, σωματοφύλακα, ταξίδια αεροπορικά, γι’ αυτούς δουλεύουμε πατρίδα μου, για τους τριακόσιους του Λεωνίδα.

Τον διώξαμε τον Λεωνίδα στις Θερμοπύλες, πέρασαν τόσα χρόνια και γιατρειά οικονομική λαέ των Ελλήνων δεν έχεις. Μας θέλουν φτωχούς να τρέχουμε γι’ αυτά που μας τάζουν. Ηρθε ο κουλουρτζής αφού δυνάμωσε, μας πούλαγε κουλούρια τραγανά για κάμποσα χρόνια, με μανία στράφηκαν και πολέμαγαν τον Λεωνίδα των Θερμοπυλών. Καημένε Ελληνικέ λαέ...

Γι’ αυτούς, κι αυτοί να καλοπερνάνε.

Εχουν δημοκρατία λένε και δημοκρατία στεγνή και όπλα μας πουλάνε.

Η δημοκρατία δεν θέλει όπλα. Οπλα και αγάπη δεν συμβιβάζονται, πατρίδα μου.

Σε πιέζουν πατρίδα μου κι όλο από κοντά σε έχουνε, σε ρουφούν αυτοί οι τρανοί και πάντα κουρασμένη μένεις.

Οι τρομοκράτες κυνηγούν τους τρομοκράτες, οπλίζουν νέα παιδιά (όχι τα δικά τους) και μπαίνουν σε ξένα κράτη και γίνεται ο χαμός.

Δεν είναι παιδιά δικά τους, άλλοι κλαίνε και πονάνε και ο πόνος είναι μέχρι τον θάνατο του πατέρα και της μάνας.

Δώστε ένα καλό παράδειγμα αυτοί που κυβερνάται τον Ελληνικό λαό. Τί το θέλετε το πολύ το χρήμα σε ξένες τράπεζες;

Εσεις με τα πολλά κι εμείς με τα ολίγα, όλοι με χοληστερίνη, πίεση, τριγλυκερίδια, ζάχαρο και τα τοιαύτα.

“Τον παπά κι εσείς δεν θα τον γλιτώσετε”.

Δώστε λίγο χρήμα στον φτωχό Ελληνικό λαό να πορεύεται, που προσφέρει τόσα πολλά για την πατρία και όταν έρθει ο καιρός, δίνει και τη ζωή του ακόμη. Ολοι θα ζήσουμε, κι εσείς με τα πολλά κι εμείς με τα λίγα.

Εσείς οι μεγάλοι λουφάζετε στο προσκλητήριο, σαν σας καλεί η πατρίδα. Η ζωή είναι τόσο μικρή, να χαρεί τη ζωή του όπου βρίσκεται, κάθε ημέρα, μέσα στο κρύο και στο λιοπύρι και αλλαγή κλίματος, είναι με την οικογένειά του από χωράφι σε χωράφι.

Δεν θέλουμε όπλα και κανόνια, οι Γερμανοί δεν θα έλθουν Κατακτητές, ένα νόμισμα έχουμε όλοι.

Ολα αυτά που γράφω δεν σας θίγω, βάλτε νερό στο κρασί σας. Κάθε τόσο μας λέτε, παραλάβαμε καμένη γη, να τον πιάσετε να τον βάλετε στο σκαμνί της δικαιοσύνης.

Φεύγει η μία κυβέρνηση πριν καλά καθίσει στα έδρανα της βουλής, αρχίζει η φαγωμάρα, όλα στραβά τα βλέπουμε. Οι πολιτικοί είναι μοιρασμένοι σε φάρες και σε κόμματα. Μόλις ένας ανεβαίνει στο θρόνο της εξουσίας, οι άλλοι κοιτάνε πως θα τον εκθρονίσουν για να ανέβει ο δικός τους.

Τον Γεώργιο Παπαδόπουλο στις 21 Απριλίου 1967 ποιός του έδωσε το δικαίωμα της εξουσίας; Εσείς οι πολιτικοί τρωγόσασταν σαν τον σκύλο με τη γάτα και την πλήρωσε ο τρίτος, ο Λεωνίδας των Θερμοπυλών.

Ολοι εσείς οι πατριώτες δεν βάζετε μυαλό, η φαγωμάρα συνεχίζεται, ακόμη και στο τέλος δεν έχει. Αχ πατρίδα μου, δεν θα σ’ αφήσουν να ζωντανέψεις έτσι που μαλώνουν για τις κλεψιές στα μάτια του λαού, πάντα θα είσαι φτωχή, χρεωμένη, έτσι δεν θα πας μπροστά, όλο θα έχεις πισωγυρίσματα. Πατρίδα μου καλή, αν είχες ψυχή και γλώσσα, όλοι αυτοί που φωνάζουν για το δίκαιό του, αυτοί σε κατατρέχουν και από δικαιοσύνη, διψάει ο λαός σου.

Εχετε βαρηκοΐα, στο γιατρό να πάτε.

Ο λαός φωνάζει, βγαίνει στους κεντρικούς δρόμους με πανό, με τρακτέρ, γίναμε ζητιάνοι, με τον ιδρώτα μας απλώνουμε το χέρι και το χέρι αδειανό.

Πατρίδα μου Ελλάδα για σένα πολέμησα, για να σωθείς.

Σε γυμνώνουν από παντού, σε σκοτώνουν, απορώ πως αντέχεις και βαστάς. Οικονομία... απαριθμίζεται και ο λαός ζαλίζεται.

Φωνή της Σαχάρας της Ελλάδος, έτσι θα κάνουμε πατρίδα, μόνο στα τραγούδια. Αυτοί τσεπώνουν, δεν θέλουν πατρίδα άξια, όλο προσπαθούν να σε γυμνώσουν.

Βοϊδόκαρο δεν είχαν στο σπίτι, δελφίνια γέμισε το Αιγαίο. Επιτέλους κυβερνήστε. Θα ξυπνήσουν οι πεθαμένοι.

Κάνουν βίλες και παλάτια στις ακροθαλασσιές... τα δωρίζουν στις κο--------, γάμους στο εξωτερικό, η Ελλάδα δεν μας χωρά, μια μπουμπουνιέρα κόστιζε όσο δύο μισθούς. Καημένε λαέ περιμένεις προκοπή.

Μην νομίζεται ότι έχω πάθος εις τους ανθρώπους.

Αυτά δεν τα λέω του κεφαλιού μου.

Δεν θέλουν να έχεις της προκοπής σπίτι, το θεωρούν πολυτέλεια και στο φορολογούν να μην έχεις, αλλά να έχεις καλύβα με σιτοκαλαμιές.

Αυτά κάνουν οι προκομμένοι πατριώτες εις την πατρίδα τους.

Εγιναν όλοι τους οι τρανοί Ποσειδώνες των θαλασσών με την τρίαινα.

Φαγωμάρα που έχετε δεν ζυγίζεται ούτε με την οκά, προσπαθείτε να βγάλει ο ένας τ’ αλλουνού το μάτι (με τα λόγια). Είκοσι χρόνια κυβερνούσατε, τώρα ήρθαν οι κατοπινοί, όλα στραβά, τα πάνω κάτω βλέπετε, χουγιάζετε για λάθος δρόμο, αγκαλιάζετε τώρα τον ξεχασμένο λαό και του πουλάτε το παραμύθι της Χαλιμάς.

Καημένη, βασανισμένη Ελλάδα με τον λαό Σου.

Νομούς έχουμε πολλούς, ακόμη και από τον νομοθέτη Σόλωνα.

Οπου υπάρχουν πολλοί νόμοι, εκείνο το κράτος έιναι σάπιο. Οι Ελληνες οταν κινδυνεύουν στηρίζουν τις ελπίδες τους δια την σωτηρία των εις τον Θεόν ή εις τον Βασιλέα. Οταν τους σώζει ο Θεός τον σταυρώνουν, όταν τους σώζει ο Βασιλιάς τον εκθρονίζουν. Αυτοί είμαστε εμείς οι Ελληνες, δεν θα αλλάξουμε ποτέ.

Και λίγα λόγια αγαπητοί μου αναγνώστες, τι συνέβη με τον νομοθέτη Σόλωνα, για να τελειώσω. Ο Νομοθέτης όπως είπαμε δεν είχε χρόνο να βγει έξω να συναντηθεί με τους πολλούς φίλους που είχε, όλο κλεισμένος στο γραφείο του και ασχολούνταν με τους νόμους του κράτους.

Κάποια φορά συναντήθηκε με τους φίλους του ο Σόλων.

-Πού είσαι Σόλων, δε σε βλέπουμε, σ’ έχουμε ξεχάσει.

-Φίλοι μου καλοί, έχω πολύ δουλειά με τους νόμους του κράτους, γι’ αυτό δεν έχω χρόνο να βγω έξω να σας δω, να με δείτε.

Τον κοίταξαν όλοι οι φίλοι του με στενοχώρια.

-Πες μας Σόλων τι είναι τέλος πάντως αυτό με το οποίο ασχολείσαι.

Και ο Σόλων παραδόξως έριξε σε όλους μια φευγαλέα ματιά, περιστροφικά και τους λέει:

-Ωστε δεν γνωρίζετε τί θα πει ο νόμος!

-Οχι, του απαντάνε οι φίλοι του.

Ο Σόλων τους εξήγησε.

-Ο Νόμος είναι σαν τον ιστό της αράχνης, εκεί στον ιστό πηγαίνουν και αιχμαλωτίζονται μικρά και αδύναμα έντομα, τα μεγάλα τρυπάνε τον ιστό και δεν αιχμαλωτίζονται.

-Αυτός είναι ο νόμος; Ρωτούν οι φίλοι του.

-Ναι, απαντά ο Σόλων.

 

Αχ, πατρίδα μου, όλοι σε κατατρέχουν, αυτοί που σε κυβερνάνε.

Αγαπητοί μου αναγνώστες δεν θα συνεχίσω, είναι τόσα πολλά γύρω μας, δεν έχω τόσο χαρτί και μελάνι.

 

*Από το βιβλίο του “ΚΑΙ ΔΙΗΓΩΝΤΑΣ ΤΑ ΝΑ ΚΛΑΙΣ”

We use cookies to improve our website. Cookies used for the essential operation of this site have already been set. For more information visit our Cookie policy. I accept cookies from this site. Agree