Του Παύλου-Σωκράτη Παυλίδη*
Πέρα εκεί ψηλά, βορειοανατολικά, που αγριοκοιτάζονται δύο ψηλά βουνά και ανταμώνουν πολλά ρυάκια, χύνονται τα θολά νερά στον ξηροπόταμο του Ροδώνα.
Το φαράγγι ριζωμένο εκεί βαθιά, με το γάργαρο νερό του Μπέλλες με τα πολλά περάσματα, ποταμάκια να τρέχουν γρήγορα, να μην μείνουν πίσω. Τα βατράχια μας βλέπουν φοβισμένα, χάνονται από εμπρός μου. Η Σαλαμάνδρα, μαύρο-κίτρινο το χρώμα, αργοκινείται στα δροσερά νερά. Οι κορφές, τα βράχια φυτρωμένα, στα φαράγγια δέντρα μέσα στα μεγάλα βράχια. Το Μπέλλες... ατελείωτες κορφές προς βορειανατολικά με τις οξιές, τις βελανιδές και τόσα άλλα σε ποικιλία δέντρα, ορθώνονται περήφανα, έτσι πρέπει ν’ αγαπήσεις το τοπίο αυτό. Κι αν όταν εκεί ψηλά βρεθείς μαζί με τις κορφές, θ’ αγναντεύεις τον θαυμάσιο ορίζοντα, γύρω σου τα χωριά να χάνονται από το βάθος και την απόσταση, να είναι αγκυροβολημένα πλοία χωρίς σημαία. Η λίμνη Δοϊράνη, ένας μικρός γυάλινος καθρέπτης τσέπης, απόμεινε να φαίνεται.
Ποιός ήταν χωριανοί μου που τραγουδούσε χθες με το φεγγάρι; Αχ! και τι καλά που το έλεγε καθώς περνούσε από τα χαλάσματα της ζωής του Ροδώνα: “Τ’ ακούν τ’ αγρίμια απ’ τις φωλιές και τα πουλιά έρχονται στις αυλές”.
Μαράθηκε η ψυχή όλων μας, σαν ένα τριαντάφυλλο μέσα στα χαλάσματα του Ροδώνα.
Πόσα θα πρόσεχαν, αν άρχιζαν εκεί στον τόπο που γεννήθηκαν, πόσο θα οφελούνταν από το ωραίο, φυσικό περιβάλλον, το βουνό ανατολικά, άλλα ψηλά, άλλα χαμηλά, με του πετεινού το λάλημα ξυπνάς με τον καθαρό αέρα, προσεύχεσαι, κάνεις το Σταυρό σου και ευλογείς. Ω! Θεέ μου. Εκεί που τα μάτια σου και η ψυχή σου θα γίνονται ποτάμια χαράς. Βαρεθήκαμε να ζούμε στην ίδια πόλη μια ζωή πάντα ίδια και συννεφιασμένη, πάντα ίδια. Να μην θυμάσαι το παρελθόν, να μη θυμάσαι.
Εκεί που το πρόσωπό σου θα γίνεται τριαντάφυλλο ανθισμένο. Και όμως οι μνήμες όλων, εκεί στον τόπο της μείνει. Εκείνες του Ροδώνα οι νύχτες... τότε οι τόσο φωτεινές. Δυνατά σου φωνάζω το πρωί, την νύχτα απελπισμένα σε παρακαλώ, δώσε κι άλλα σπίτια απ’ την αρχή να’ρθουν να κατοικήσουν όπως τον παλιό καλό καιρό. Κύριε, η ψυχή μου δυνατή, ν’ αγκαλιάσω με πόνο όλους τους Ροδωνίτες που άφησαν την γη των γονιών και σκόρπισαν εδώ κι εκεί. Να χρησιμοποιήσουμε τα γόνατα και με τα χέρα σε στάση ανάτασης, γυρεύοντας αυτό που χάσαμε, Η πρώτη αγάπη κάτω από το μισοκομμένο φεγγάρι... ας πέρασαν τα χρόνια. Ελάτε, ο Ροδώνας σας περιμένει, έχει μια γεύση από παλιές, καλές εποχές: Λαλούν πουλιά στο κλαρί, παίρνουν τροφή από την αυλή.
Να προσπαθήσουμε αγαπητοί μου χωριανοί, να ξαναχτίσουμε το χαμένο όνειρο. Και τα χαλάσματα της ζωής να φέρουν μαζί με μας φτερά, να πετάμε από κορφές σε κορφές. Σαράντα καλύβια, πηγαδούλια, λυκοκρέμασμα, Γουλέ-Τεπέ και αλλού, να μπορέσουμε να ζήσουμε ελεύθερα πουλιά. Ερημο το χωριό... Το βράδυ σκοτεινό. Θα περιμένει, θα περιμένει...
*Από το βιβλίο του “Μάρτυς μου το Μπέλλες” (Φωνή από τον Ροδώνα
Τα τρία βιβλία του Παύλου-Σωκράτη Παυλίδη “Μάρτυς μου το Μπέλλες”, “Το λεκανοπέδιο των Μουριών” και “Διηγώντας τα να κλαις, οι αναγνώστες μπορούν να τα βρουν στην Δημοτική Δανειστική Βιβλιοθήκη του δήμου Κιλκίς.)