Του Παύλου-Σωκράτη Παυλίδη*
Με πληροφόρησαν πως μια πολύ ηλικιωμένη γυναίκα προσφυγοπούλα, μένει στην Κομοτηνή κι είναι πρόθυμη να διηγηθεί αναμνήσεις. Την συνάντησα και μου αφηγήθηκε τα παρακάτω.
Αφήγηση της Καλλιόπης Σαββοπούλου-Αμαξοπούλου:
“Ας αρχίσω από το 1915, τότε που τα γεγονότα ήσαν έντονα και γράφτηκαν ζωηρά στη μνήμη μου.
Δεν θυμάμαι ακριβώς ημερομηνία-πιθανότητα Σεπτέμβριος μήνας που έγινε η πρώτη προσφυγιά και η αιτία για να μας σηκώσουν από τα χωριά μας ήταν ο φόνος του γιού του Τούρκου νομάρχη της Αδριανουπόλεως, σύμφωνα με πληροφορίες που διαδίδονταν εκείνο τον καιρό.
Βγήκε ο γιός του νομάρχη για περιοδεία στα χωριά της περιοχής μας και τον σκότωσαν.
Αγνωστος ο φονιάς, δεν υπάρχουν πληροφορίες αν ήταν Τούρκος ή Ελληνας. Αυτό ήταν η αφορμή για την αρχή της τραγωδίας επτά χωριών: Σοφάδων, Σκεπαστού, Σαμακόβου, Τουρλιάς, Αγίου Στεφάνου και άλλων δύο που δυστυχώς δεν θυμάμαι.
Ξεκινήσαμε για μια άγνωση σε μιας πόλη που ονομαζόταν Ηράκλεια, παίρνοντας μόνο πολύ λίγα από τα υπάρχοντά μας. Φτάσαμε όλα τα χωριά μας στο ίδιο μέρος.
Εκεί καθήσαμε σχεδόν δύο μήνες σε σπίτια που είχαν αφήσει Ελληνες, οι οποίοι εξαιτίας των γεγονότων είχαν φύγει για την Ελλάδα. Τρεις-τέσσερις οικογένειες σ’ ένα σπίτι. Σιγά-σιγά, με παρακινήσεις των Τούρκων άρχισαν να μας σκορπίζουν σε διάφορα μέρη και την δικιά μου οικογένεια, τέσσερα ορφανά παιδιά χωρίς μητέρα και πατέρα, μαζί με άλλους συμπατριώτες μας, μας έστειλαν στην Μ. Ασία. Μας βάλανε στο καΐκι, πράγμα που για πρώτη φορά βλέπαμε και μας πήγανε στη Νικομήδεια. Στην διάρκεια του ταξιδιού, που κράτησε τρεις μέρες, μια περιπέτεια μας αναστάτωσε όλους. Τη δεύτερη βραδιά ακούσαμε κανονιές, εμείς όμως δεν φοβηθήκαμε τόσο, όσο ο καπετάνιος μας που ήταν Τούρκος.
Στην αρχή είδαμε κάποιον προβολέα να πέφτει πάνω μας, ο οποίος καθώς λεγόταν ήταν από κάποιο υποβρύχιο, μάλλον Εγλλέζικο. Ο καπετάνιος φώναξε να ανεβούμε όλοι πάνω στο κατάστρωμα και μας είπε να κάνουμε το σημείο του σταυρού και να λέμε πως είμαστε χριστιανοί. Τότε αντιληφθήκαμε τον κίνδυνο και αρχίσαμε τα κλάμματα. Εκείνη τη στιγμή ακούσαμε μια φωνή να μας ρωτάει σε τούρκικη γλώσσα: “Ποίοι είστε; Πού πάτε; Γιατί; Από πού ακούγονται οι κανονιές;”
Εμείς απαντήσαμε με δάκρυα στα μάτια: Ματζίρδες (πρόσφυγες) είμαστε, χριστιανοί είμαστε, και κάναμε το σταυρό μας, οι κανονιές ήταν από την Πάντερμο. Μετά από αυτό, το υποβρύχιο το οποίο είχε ανέβει στην επιφάνεια του νερού και το βλέπαμε,έκανε δύο γύρους από το καΐκι μας και πάλι βυθίστηκε στο νερό, αλλά ο καπετάνιος φοβόταν μήπως κάποια τορπίλη μας χτυπήσει.
Ευτυχώς φτάσαμε καλά στον προορισμό μας και αφού καθήσαμε μια βδομάδα, μας ξεσήκωσαν πάλι και μας πήγαν στο Αδάπαζαρ με τρένο.
Εκεί μείναμε τα υπόλοιπα τέσσερα χρόνια. Μεγάλη πόλη, εύφορη, δεν δυστυχήσαμε πολύ. Εγκατασταθήκαμε σ’ ένα αρμένικο συνοικισμό ο οποίος ήταν εγκατελειμμένος από τους κατοίκους του, εξαιτίας των διωγμών που είχαν προηγηθεί.
Σ’ αυτόν τον συνοικισμό καθήσαμε πέντε-έξι μήνες και μετά μετακινηθήκαμε σε δύο μεγάλους Ελληνικούς συνοικισμούς με δύο ελληνικές εκκλησίες, της Παναγίας και του Προφήτη Ηλία. Εκεί στα μέσα περίπου του 1916, αρχίσαμε να προσαρμοζόμαστε και, όσο για μας τα προσφυγόπουλα, αρχίσαμε να πηγαίνουμε σχολείο.
Βέβαια η εκπαίδευση ήταν αξιόλογη, αλλά και εμείς τα προσφυγόπουλα δεν υστερούσαμε. Οι δάσκαλοι μας δέχτηκαν με αγάπη.
Τα χρόνια περνούσαν όχι πολύ ευχάριστα, αλλά είχαμε συνηθίσει πια. Πέρασε το 1917 και φτάνουμε στο 1918, οπότε έγινε η ανακωχή. Τότε, αν και μακριά από την Ελλάδα, οι γιορτασμοί στα σχολεία ήσαν πανηγυρικοί, όπως κι εκεί. Ηρωικά ποιήματα, τραγούδια, μαντολίνα έπαιζαν “απ’ τα κόκαλα βγαλμένη”, τα σχολεία στολισμένα με θαλασσιές και άσπρες κορδέλες.
Ολοι οι Ελληνες έπλεαν σε πελάγη ενθουσιασμού και ευτυχίας και βέβαια πιο πολύ εμείς οι πρόσφυγες, γιατί μας άφησαν να γυρίσουμε ελεύθερους στην πατρίδα μας. Αποχαιρετήσαμε τους δασκάλους μας και τα προσφιλή μας πρόσωπα και πήραμε το δρόμο του γυρισμού. Αυτή τη φορά όμως με το τρένο φτάσαμε στην Κωνσταντινούπολη που την βλέπαμε για πρώτη φορά, την περίφημη Πόλη, γεμάτη από συμμαχικά στρατεύματα (Αγγλους, Γάλλους, Ιταλούς). Στο λιμάνι ήταν αιχμάλωτα γερμανικά πλοία.
Καθήσαμε στην Πόλη δέκα μέρες. Στη διάρκεια της παραμονής μας γυρίσαμε όσο ήταν δυνατό για να γνωρίσουμε την κοσμοπολίτικη πρωτεύουσα, όπου σε κάθε γωνιά ακουγόταν μια λατέρνα που έπαιζε το πολύ γνωστό τραγούδι “Λυγερό και κοπτερό σπαθί μου”. Ξεκινήσαμε με τρένο πάλι για τις ιδιαίτερες πατρίδες μας. Στην αρχή φτάσαμε στην Τσόρλου-η επίσημη ονομασία της Τυρολόη. Κατεβήκαμε στο σταθμό και εκεί συναντήσαμε τον ελληνικό στρατό. Εμείς ήμασταν κατενθουσιασμένοι από την παρουσία του και εκεί για πρώτη φορά ακούσαμε ελληνικά τραγούδια που παιζόνταν με αρμόνικα, ενώ οι φαντάφοι τραγουδούσανε μαζί με τον οπόλοιπο λαό:
“Βενιζέλε, Βενιζέλε, τώρα το έκαμες καλά...”
“Βενιζέλε μας, πατέρα της πατρίδας,
Βενιζέλε μας, πατέρα της φυλής
σαν το βουνό του Ψηλορείτη σε θωρώ
που ανάβεις και φλογίζει όλων την καρδιά·
Βενιζέλαρος, πατέρας της Ελλάδος,
Βενιζέλαρος, πατέρας της φυλής”.
Ο στρατός είχε καταλάβει μόνο τη σιδηροδρομική γραμμή Λουλέ Μπουργάζ-Τσόρλου και βέβαια τις πόλεις που βρίσκονταν πάνω στην γραμμή.
Στην Τσόρλου καθίσαμε δέκα ημέρες όπου χαρήκαμε τον ελληνικό στρατό με γλέντια, χορούς, τραγούδια. “Λέγαμε: Ζήτω παιδιά, φωνάξτε όλοι με χαρά, ζήτω τα φανταράκια, που’χουν λεβεντιά”.
Μετά από αυτό το σταθμό ξεκινήσαμε για τα χωριά μας με αμάξια, που τα κατείχαν όμως ακόμα οι Τούρκοι και αφού φτάσαμε στη Βίζα, πήγαμε σ’ ένα δικό μας σπίτι (η οικογένεια μου), όπου καθόταν ένας Αρμένιος εδώ και είκοσι χρόνια. Τον βρήκαμε εκεί, μας υποδέχθηκε πάρα πολύ καλά και μείναμε τέσσερις-πέντε ημέρες και από’κει γυρίσαμε στις Σοφάδες. Το σπίτι μας το βρήκαμε ερειπωμένο όπως κα όλα τα άλλα σπίτια, σε άθλια κατάσταση, ενώ ο Τούρκος ήταν εγκατεστημένος μέσα. Αργότερα βγήκε. Οι περισσότεροι συμπατριώτες μας γύρισαν πίσω και η ζωή ακολούθησε τον κανονικό της ρυθμό. Στην Κωνσταντινούπολη οι εφημερίδες γράφανε πως η Θράκη είναι ο ομορφότερος κήπος του κόσμου. Τα τραγούδια ελευθερίας συνεχίσθηκαν, τα γλέντια, οι χοροί, ενώ ο στρατός το 1920 είχε καταλάβει όλη την Θράκη, πόλεις και χωριά.
Σ’ ένα χρόνο περίπου, δεν θυμάμαι καλά, μετά από ένα διάταγμα, όλοι οι Θρακιώτες πήγαν στρατιώτες αλλά και πολλοί εθελοντές. Κατατάχθηκαν στις Σαραντακκλησιές και μετά από λίγο χρονικό διάστημα, τους έστειλαν στο μέτωπο στη Μ. Ασία.
Μεταξύ αυτών ο αδελφός μου Δημήτριος Σ. Σαββόπουλος και ο μετέπειτα σύζυγός μου Νικόλαος Χ. Αμαξόπουλος, που ήταν ετών γύρω στα δεκαεννιά με είκοσι.
Εμείς οι υπόλοιποι μη έχοντας τίποτα άλλο να κάνουμε ή καλύτερα μη μπορώντας να κάνουμε τίποτε άλλο, παρακαλούσαμε για τη νίκη και τραγουδούσαμε.
Βγαίναμε έξω από το χωριό, είχαμε μια κρύα βρύση ονόματι Λούστρο, που κάποτε είχαν περάσει κάποιοι περιηγητές και ήπιαν νερό και η οποία είχε αποσπάσει από αυτούς τα καλύτερα σχόλια και είπαν:
“Οι Σοφάδες είν’ καλό χωριό, έχει στην άκρη βρύση,
όποιος περάσει από’κει, δεν ΄θελει να γυρίσει”.
Εμείς κάναμε βόλτα και τραγουδούσαμε:
“Τώρα βροντάει Ελληνικό κανόνι,
παντού θα λάμψει τώρα ο στρατός,
η νίκη μας καθένα στεφανώνει
και ας χύσουμε το αίμα μας· εμπρός”.
*Από το βιβλίο του “Το λεκανοπέδιο των Μουριών”