Του Παύλου-Σωκράτη Παυλίδη*
“Καρδιά” της Κεντρικής Μακεδονίας θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ο δήμος Μουριών.
Βρίσκεται σε τόπο ευφορώτατο, σε γόνιμη πεδιάδα, με τα ριζοβούνια γύρω, το Μπέλλες, που συνορεύει με το κράτος των Σκοπίων και τη Βουλγαρία (στο νομό Σερρών). Τόπος που προσφέρει στον κάθε υποψήφιο επισκέπτη την θέα του τοπίου. Ενός τοπίου πραγματικά μοναδικού, που όμοιό του ειλικρινά δεν υπάρχει πουθενά.
Το ιστορικό τοπίο, που λέγεται δήμος Μουριών, αποτελεί φυσικά ένα με τα γύρω μικρά χωριά που άρχισαν να ερημώνονται. Ακουσα από φίλο μου να λέει: “ο Κολόμβος πέρασε από το λεκανοπέδιο Μουριών και είπε... να ο παράδεισος!”
Ο λαός των Μουριών όταν εγκαταστάθηκε, αποτελούνταν από πρόσφυγες εκ Τουρκίας: Θράκες, Πόντιους και Μικρασιάτες. Δούλεψε σκληρά πιάνοντας το αλέτρι, με τα βόδια στο ζυγό. Όργωσε όλες τις εποχές με τα πρωτόγονα μέσα. Δούλεψε, πρόκοψε, δεν έβαλε κάτω το κεφάλι. Είναι λαός περήφανος. Δεν ζητεί ελεημοσύνη. Η ζωή ήταν απλή. Οι κάτοικοι ήρεμοι και φιλικοί. Αγαπούσε ο ένας τον άλλον, το άρχος... άγνωστο. Η λέξη διακοπές, για παραθέριση ή ξεκούραση, δεν ήταν γραμμένη στο λεξιλόγιο του αγρότη. Οι μόνες αλλαγές ήταν να πηγαίνουν από το ένα χωράφι στο άλλο.
Ομως δεν πέρασαν πολλά χρόνια μετά την προσφυγιά του 1923 και το λεκανοέδιο Μουριών γέμισε από πρόσφυγες του ελλαδικού χώρου, από το 1941 έως το 1949. Φύγανε σε μικρές και μεγάλες πόλεις για να σώσουν τη ζωή τους, αφήνοντας πίσω ό,τι δημιούργησαν. Μας έκαναν φτωχούς, θεόφτωχους, δηλαδή τα χάσαμε όλα. Τα σπίτια εγκατελειμένα, καμένα. Πέτρες, κεραμίδια σκορπισμένα και αποκαΐδια. Αγριεψε το ΤΟΠΙΟ. Αγνώριστα τα πάντα, οι αυλές, οι πλατείες, όλα χορταριασμένα ως το γόνατο. Ομως, πίστευυαν στο Θεό τους. “Αν συντριμένα να θεωρείς όσα σου έχουν ρουφήξει τη ζωή σου και πάλι να ξαναρχινάς να χτίζει με εργαλεία που’ναι φθαρμένα”.
Εδώ στην Κεντρική Μακεδονία, στο λεκανοπέδιο Μουριών, στα σύνορά μας είχαμε μόνο πατριώτες: Αυτά τ’ άρματα τ’ άρματα δεν “χάλασαν” απλά κάποιους. Κατέστρεψαν το παν ΚΑΙ ΣΤΟΥΣ ΜΕΝ ΚΑΙΣ ΤΟΥΣ ΔΕ. 1941-1949: “Ποτέ τα αδέρφια μεταξύ, ποτέ να μην μαλώνουν”. Είναι αυτό που μπορεί να σκεφθεί κανείς στην οδυνηρή ανάμνηση εκείνης της εποχής.
Η περιοχή ήταν στρατοκρατούμενη από το 1946 έως το 1949. Ακίντζαλη, Κρητικά, Μικρόβρυση, ΣΣ Μουριών. Το ηθικό δεν ήταν πεσμένο. Ο στρατός ενέπνεε ασφάλεια, αφού είχε μεγάλα πυροβόλα και θωρακισμένα οχήματα. Ηταν άθλιες ημέρες στην περιοχή των Μουριών. Ο πόλεμος τελείωσε το 1949 και νικήτρια βγαίνει η Ελλάδα.
Οι “ανταρτόπληκτοι” γύρισαν πίσω στα ειρηνικά τους έργα, στα κατεστραμένα, καμμένα χωριά. Οχι όμως όλοι!
Το 1946 ο πρωτοσύγκελος, έπειτα σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Πολυανής και Κιλκισίου κ.κ. Χαρίτων, ο “πάτερ-Χαρίτων”, δημιούργησε με πρωτοβουλία του τέσσερα κτίσματα κατάλληλα να στεγάσουν τα δημιουργηθέντα κατηχητικά σχολεία, τον προσκοπισμό, τα παιδιά φτωχών, τα ορφανά.
Περισσότερα από 600 παιδιά με συσσίτιο καθημερινό, με όλες τις ανέσεις, με πισίνα, χάρη στη γεώτρηση με άφθονο νερό. Να συγκεντρώσει παιδιά από όλα τα διαμερίσματα του νομού Κιλκίς που ήθελαν περίθαλψη, στη φύση. Και σήμερα τους καλοκαιρινούς μήνες, λειτουργεί με υπεύθυνο τον ιερέα π. Πιλιτσόπουλο στο Μπέλλες Κάτω Σουρμένων (Κουρπάτς).
Σήμερα ο τόπος έχει αναπτυχθεί με κέντρα αναψυχής, καφενεία, καφετέρειες, ρεστωράν, τα γνωστά “Χίλια Δένδρα” (ψάρι, γριβάδι, πρικί, χέλι και γουλιανό, να γλείφεις τα δάχτυλα). Τα χωριά Καβαλλάρης, Λιθωτό και Κάτω Σούρμενα (Κουρπάτς), ενώνονται πλαγιομετωπικά με το Μπέλλες. Χωματόδρομος καλός, πλούσια σε οσμές και χρώματα, βελανιδιές, έλατα, οξιές, σφενδάμι, κρανιές, τα πελώρια πλατάνια, φλαμουριές. Ανάμεσα από τα φυλλώματα των δένδρων ακούγονται φωνές πουλιών, κοράκια να κράζουν... την ελευθερία τους.
Είναι το ιδανικό μέρος για περηπατητές και ορειβάτες στον καταράκτη του Μπέλλες ή ανθρώπους που αγαπούν τα βουνά. Ο απίστευτα μεγάλος πλάτανος δεσπόζει στην απεραντοσύνη του λεκανοπεδίου. Στη λίμνη Δοϊράνη, η εκκλησία του Καβαλλάρη με τη σκιά του γέρο πλάτανου στην αυλή της, ν’ αγκαλιάζει μικρούς και μεγάλους κάτω από τ’ απλωμένα κλαδιά. Πέρα από το πανέμορφο τοπίο είχαμε την ευχή να βρούμε αρκετούς από τους κατοίκους του Καβαλλάρη, οι οποίοι είχαν επιδοθεί σε... “μεθυστικές” εργασίες. Ετσι, μεθύσαμε κι εμείς. Από τον Καβαλλάρη, η κορφή του Μπέλλες δεν φαίνεται.
Τα πανηγύρια
Πανηγύρι στο Καβαλάρι (του Αγίου Παντελεήμονος στις 27 Ιουλίου), στο Λιθωτό (20 Ιουλίου του Προφήτη Ηλία), στα Κάτω Σούρμενα (παλιά), στην Αγία Παρασκευή (26 Ιουλίου της Αγίας Παρασκευής).
Στην παλιά Αγία Παρασκευή, στους πρόποδες του Μπέλλες, κάτω από τα πελώρια πλατάνια, το περήφανο βουνό δέχεται τον κάθε επισκέπτη. Από εκεί ψηλά, από τις πλαγιές του Μπέλλες, η Αγία Παρασκευή δεσπόζει εμπρός στα μικρότερα υψώμαμα του Μαυροβουνίου. Οροσειρές για περπάτημα, για ορειβάτες, σε υψόμετρο 1.300 μέτρων, όπου και τα Σαράντα Καλύβια στα οποία κατοικούσαν σαράντα οικογένειες Σαρακατσάνων το 1925-1940 (Χρήστος Καρανάσιος, Ανδρέας Κ. Σπιρονάσιος και άλλοι). Φύγανε από τα ψηλά και κατέβηκαν στα χαμηλά όταν άρχισε ο εμφύλιος πόλεμος.
Κουραστικό να το ανεβαίνεις, υπέροχη όμως και ανεπανάληπτη η θέα της ανατολικής πλευράς όπου απλώνονται τα βουνά των Κρουσίων. Οσο ανεβαίνεις κορφές-κορφές, ανταμώνεις τα χωριά του Μαυροβουνίου (Εντζεκλή, Ρεσελή, παλιά χωριά που δεν κατοικούνται πια από το 1928).
Τα χωριά στους πρόποδες του Μαυροβουνίου, ο παλιός Ροδώνας, Καλλιρόη και νέο Μυριόφυτο (Συκίες), δύο μικρά χωριά ζούνε με αγάπη.
Το Μυριόφυτο (θα έλεγα η “πρωτεύουσα” του δήμου Μουριών) σκαρφαλωμένο και απλωμένο στις πλαγιές του βουνού, τώρα με τα σύγχρονα ωραία σπίτια-βίλλες, όπου κατοικούν 900 περίπου ανθρώπινες ψυχές. Πανηγύρι μετά ατο Πάσχα (Αναλήψεως) το παλιό εξωκκλήσι πάνω στο βουνό. Απλός και λιτός χώρος, προσευκτήριος οίκος προς τιμήν της Αναλήψεως που “μεσολαβεί” πάντα για τις πνευματικές “συνομιλίες” μας με τους συγγενείς του άλλου κόσμου.
Το παλιό έθιμο αναβιώνει με πίστη και ευλάβεια, πίστη προς το Θεό, με νταούλια, κλαρίνα, ζουρνάδες και βιολιά, που τριβελίζουν στ’ αυτιά των πιστών.
Το απόγευμα μόλις πέσει ο ήλιος, όλοι οι πιστοί ανεβαίνουν, με τα όργανα εμπρός, στη παλιά εκκλησία που πλημμυρίζει από κόσμο. Τα όργανα καλούν τους παλαιστές με ζουρνάδες στον τόπο της παλαίστρας. Γίνεται μεγάλος κύκλος από τους θεατές και οι ζουρνάδες παίζουν με ψηλόν τόνο και το νταούλι χτυπά ο Στάμκος.
Κάποτε σταματούσαν τα όργανα και τότε θυμάμαι που οι δύο παλαιστές Γεώργιος Ποιμενίδης από τ’ Αμάραντα (1935) και ο Αρμένης (δεν έχω περισσότερα στοιχεία) που είχε ένα μπρούτζινο μάτι πάνω στον αφαλό, “ερεθισμένοι” με τα ρωμαλαία τους κορμιά που γυάλιζαν κάτω από τον καυτό ήλιο του Ιουνίου, κινούνταν με “νεύρο” και δύναμη μέσα στον κύκλο.
Εδιναν τα χέρια χτυπώντας τις παλάμες, έτσι σύμφωνα με τους κανόνες του εθίμου. Οι θεατές κρατούσαν την ανάσα. Σαν δύο βουλάλια, όταν χτυπούν τα κεφάλια τους και κροταλίζουν τα κέρατά τους, συγκρούονται στήθος με στήθος τα “θεριά”.
Αυτό ήταν το χωριό Μυριόφυτο του 1935 και τώρα εξακολουθεί να ανεβάζει τον εαυτό του. Την εποχή της ανθοφορίας του πολύτιμου βολβού, ολόκληρη η περιοχή πλημμυρίζει από χρώματα και αρώματα, γι’ αυτό και λέγεται Μυριάφυτα=Μυριόφυτο. Ανοιξη, καλοκαίρι, φθινόπωρο, χειμώνα, σύννεφα στα μακρινά βουνά μας και πνοή ανέμου, θρόισμα των φύλλων. Υγρά τα χωράφια από τις εποχιακές βροχές.
Και οι βουνοκορφές του Μπέλλες, το Μαυροβούνιο (καραντάγ) μια “κρύβονται” και μια ξεπροβάλλουν. “Κρυφτούλι” παίζουν μέσα στα σύννεφα. Ατελείωτο πράσινο στις κορφές των λόφων, στο λιβάδι. Και “βουνά” από σύννεφα που μας κρύβουν την άνοιξη. Ο ήλιος χρυσώνει την Ανατολή και την Δύση. Από μακριά η κραυγή του γκιώνη μέσα στα ψηλά βουνά μας να “σκίζει” την αυγή, σαν μαχαίρι. Ταξίδι προγραμμάτισαν οι χήνες μακρινό. Από την λίμνη Κερκίνη έρχονται σε σχηματισμό “βέλους”, γαξ-γαξ, με παγωμένη μύτη για τη λίμνη Δοϊράνη, ψηλά στον ουρανό.
Μην λυπάστε τις ημέρες με βροχή στις αρχές του χειμώνα.
Αν θέλετε τον ήλιο το καλοκαίρι να πάτε αλλού, δικαίωμά σας. Τη βροχή όμως, την ομίχλη και την συννεφιά, όχι αυτήν που είναι ψηλά, πολύ ψηλά, αλλά αυτήν την ανθρώπινη, που είναι σχεδόν πάνω από τα κεφάλια μας, να τις αναζητήσετε εδώ στα βουνά μας. Στο Μαυροβούνιο (Καραντάγ) στο Μπέλλες, με πεζοπορία.
*Από το βιβλίο του “ΜΑΡΤΥΣ ΜΟΥ ΤΟ ΜΠΕΛΛΕΣ”
(Φωνή από τον Ροδώνα)