Του Παύλου-Σωκράτη Παυλίδη*
Επιστράτευση με την υπογραφή του Βασιλέως Γεωργίου Β’. Ικανούς, γυμνασμένους τους καλεί η πατρίδα. Ο Πλάτων Λαβασάς ο δάσκαλος, κάτοικος Κιλκίς, έφυγε από το χωριό Ροδώνα. Επιστρατεύθηκε. Είναι απόγευμα, βρέχει ψιλά και η ημέρα είναι θολή. Χτυπά η καμπάνα του χωριού... Πόλεμος... βουΐζει το χωριό από φωνές. Θυμάμαι αυτήν την ημέρα της επιστράτευσης. Ολο το χωριό σηκώθηκε στο πόδι. Ηρθε μια ομάδα χωροφυλακής στο κοινοτικό γραφείο και ανακοίνωσε το γεγονός. Τοιχοκόλλησαν ένα “φερμάνι”. Τρέχουν οι γυναίκες, οι παππούδες, τα παιδιά στον κάμπο, να ειδοποιήσουν τον πατέρα, τον θείο, ότι γίνεται πόλεμος, επιστράτευση... Χτυπά η καμπάνα της εκκλησίας γρήγορα και δυνατά. Είναι απόγευμα αργά. Οι γονείς μας κουρασμένοι από την βαρειά δουλειά της ημέρας. Σκύβουν λεβέντες και φιλούν το χέρι της μάνας, του πατέρα, τη γυναίκα, τα παιδιά. Ανάστατο το χωριό. Παντού φωνές και κλάματα. Τα παιδιά κλαίνε. Φεύγει ο πατέρας, ο θείος στον πόλεμο. Ο πατέρας, η μάνα, οι γερόντοι, έδιναν ευχές στα παιδιά τους. “Η Παναγία μαζί σας... η Παναγία μαζί σας”. Δεν μπορούν να κρύψουν την φωνή.... “Παιδιά μας... την ευχή μας”. Τρέχουν να μάθουν που να πάνε να παρουσιασθούν. Φεύγουν για τον ΣΣ Μουριώ. Εκεί πρέπει να πάνε. Εκεί θα πληροφορηθούν. Από εκεί θα φύγουν πεζή για τον πόλεμο.
Αυτοκίνητα δεν υπάρχουν ούτε στον Στρατό. Ο πατέρας κάλεσε τη μάνα, της έδωσε συμβουλές, φίλησε και τα πέντε παιδιά του στο μέτωπο και γρήγορα έφυγε μέσα στο σκοτάδι προς τον ΣΣ Μουριών. Εκεί πληροφορήθηκε από υπεύθυνο ότι δεν θα παρουσιασθεί. Είναι αγύμναστος.
Οι νέοι έφυγαν στο μέτωπο πεζή. Ημέρα και νύχτα βάδιζαν. Τα ονόματα από τους Ροδωνίτες που έφυγαν στο Αλβανικό μέτωπο: 1. Σωκράτης Π. Καραπαναγιωτίδης, 2. Θεόδωρος Γ. Καραπαναγιωτίδης, 3. Χρήστος Στυλ. Ορφανίδης, 4. Γεώργιος Αν. Καραπαναγιωτίδης, 5. Ζαχαρίας Βαρυδήμος, 6. Μιλτιάδης Αρ. Γιολτσής, 7. Χαράλαμπος Ι. Ηλιάδης (έφεδρος ανθυπολοχαγός), 8. Σωτήρης Αγγελακίδης, 9. Χρήστος Ν. Τσιτσέλης, 10. Μόσχος Χαϊνογλου, 11. Στυλιανός Παπαδόπουλος, 12. Χρήστος Ευθυμιάδης, 13. Γεώργιος Στ. Ορφανίδης, 14. Κων/νος Στ. Παπαδόπουλος, 15. Χαράλαμπος Κων. Αναστασιάδης, 16. Νικόλαος Αρ. Δούκογλου, 17. Ανέστης Αξιμιώτης, 18. Ιωάννης Γιαγκιόζης, 19. Αλέξανδρος Ι. Παπαδόπουλος.
Είχαμε και άλλους άνδρες στρατεύσιμους στη γραμμή Μπέλλες-Ρούπελ: 1. Κωνσταντίνος Γεωργίου Παπαδόπουλος, έφεδρος ανθυπολοχαγός, 2. Ιωάννης Τοπαλέλης, 3. Ευστάθιος Στ. Ορφανίδης, 4. Θεμιστοκλής Παπαδόπουλος, 5. Ιωάννης Παπαδόπουλος.
Ο ήλιος κρυμμένος στα μαύρα σύνεφα, δημιουργώντας μακριές σκιές στην περιοχή, χωρίς να την ζεσταίνει. Και στα οργωμένα χωράφια, το χώμα ήταν σκληρό σαν σίδερο. Στα σποραδικά αγροτόσπιτα ο καπνός υψωνόνταν από τις καμινάδες στητός σαν κολώνα στην ασάλευτη ατμόσφαιρα και κοπαδιαστά τα πρόβατα, κουρασμένα από το βάρος του πυκνού μαλλιού τους κι από την αρχή της εγκυμοσύνης τους, στριμώχνονταν γύρω από τα γεμάτα τριφύλλι παχνιά. Τα παιδιά ήταν στο σχολείο κι ο κρύος καιρός είχε κλείσει τους υπόλοιπους στα σπίτια τους.
Οι γέροι πατεράδες και οι γυναίκες πήραν την πρωτοβουλία να κρατούν το αλέτρι, έφηβοι και παιδιά να βοηθούν, να φέρουν ξύλα από το βουνό. Ο χειμώνας είναι μπροστά. Βαρύς χειμώνας. Ερχονταν ειδήσεις από τομέτωπο, από την πρώτη γραμμή. Μάχες σκληρές σώμα με σώμα, εφ’ όπλου λόγχη, με τους Ιταλούς. Οι Ιταλοί μπήκαν στο ελληνικό έδαφος.
Οι εφημερίδες “ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ” και “ΤΟ ΦΩΣ” ανήγγελαν σε λίγες ημέρες με μεγάλα γράμματα και πηχυαίους τίτλους ότι νικούσαμε στα πεδία των μαχών. “Τους διώξαμε από το ελληνικό έδαφος με αιχμαλώτους και νεκρούς”, έγραφαν. Ο συνταγματάρχης Δαβάκης με τα παλληκάρια του σκορπούσε τον τρόμο και το φόβο σε όλο το μέτωπο. Τραγούδι έγιναν του Δαβάκη τα παλληκάρια. Ο “Παπανικολής”, το υποβρύχιο με κυβερνήτη τον πλωτάρχη Μ. Ιατρίδη, ενεργεί περιπολίες μεταξύ Αυλώνα και Πρίντεζι, το θαλάσσιο στενό του Οτράντο, όπου στις 24 Δεκεμβρίου 1940 τορπιλλίζει μια ιταλική νηοπομπή. Βυθίζονται δύο αντιτορπιλλικά και ένα πολεμικό της συνοδείας τους.
Δεν υπάρχαν τότε ραδιόφωνο, τηλεόραση, τηλέφωνα. Μόνο από εφημερίδα μαθαίναμε ειδήσεις. Ο πόλεμος συνεχίζεται στα χιονισμένα αλβανικά βουνά. Τιμή και δόξα στα παλληκάρια του χωριού Ροδώνα, που ήταν στην πρώτη γραμμή. Γρήγορα και χαρμόσυνα χτυπά η καμπάνα. Επήραμε την Κορυτσά στις 22 Νοεμβρίου του 1940. Επτά Ιταλικές μεραρχίες έπαθαν πανωλεθρία. Μεγάλη χαρά εσκόρπισε το άγγελμα της νίκης στο λεκανοπέδιο Μουριών. Γελούσαν τα πρόσωπα όλων. Επήραμε τους Αγ. Σαράντα στις 7 Δεκεμβρίου 1940. Παραιτήθη ο Μπαντόλιο. Επήραμε το Αργυρόκαστρο στις 8 Δεκεμβρίου 1940. Παραιτήθη ο αρχηγός του ιταλικού στόλου. Πανηγυρισμός της νίκης παντού, σε πόλις και χωριά. Καταλάβαμε την Χειμάρα στις 24.12.1940. Ευχές της Α.Β.Υ. της πριγκιπίσσης διαδόχου Φρειδερίκης προς τις μητέρες, συζύγους, οικογένειες των ηρωικών πολεμιστών μας.
Ο στρατός μας πετά από νίκη σε νίκη. Επήραμε και την Κλεισούρα στις 11.1.1941.
Η νεολαία της Ε.Ο.Ν. του Ροδώνα και το λεκανοπέδιο των Μουριών ήταν επί ποδός για την φανέλα του στρατιώτη. Η Βέμπο τραγουδά. Δίνει ζωντάνια στα στρατευμένα παιδιά και ακόμη περισσότερο στον ελληνικό λαό. “Με το χαμόγελο στα χείλη παν’ οι φαντάροι μας μπροστά”. “Παιδιά της Ελλάδος παιδιά”. “Αέρα... Αέρα!” τέτοιες κραυγές ακούγονταν στα βουνά της Αλβανίας. Την εποχή εκείνη του φθινοπώρου είχαμε στο χωριό καπνά, τα οποία κάναμε παστάλι. Παίρναμε εργάτες για παστάλιασμα από τις Συκαμιές, Ακίντζαλι (Μουριές). Σ’ όλο το χωριό παστάλιαζαν φύλλα καπνού με τραγούδια της Βέμπο: “Βάζει ο Ντούτσε τη στολή του και την σκούφια...”. Οταν βλέπαμε τον ταχυδρόμο να έρχεται από μακριά, τρέχαμε ξυπόλητοι κοντά του.
Ο ταχυδρόμος Τάκης Νικολάου από το Ακίντζαλι (Μουριές) έρχεται καβάλα στο εύσωμο ψαρί άλογο και ο δερμάτινος σάκκος γεμάτος γράμματα από τα στρατευμένα παιδιά που είναι στην πρώτη γραμμή. Μέσα στο κέντρο του χωριού και εμπρός στο κοινοτικό γραφείο με την καραμούζα σαλπίζει. Τις μάνες, τους πατεράδες, τις γυναίκες καλεί να έλθουν να πάρουν από τον αγαπημένο τους ένα γράμμα. Κάθε μέρα έφθαναν γράμματα από διάφορα μέτωπα, ειδήσεις διαφορετικές. Τα παιδιά κρυώνουν, ζητάνε κάλτσες, κασκόλ, κουκούλες, γάντια, ότι καλύτερο για να ζεστάνουν το παγωμένο κορμί τους. Στο γράμμα έγραφαν “είμαι καλά και την ανησυχείς”. Εγραφαν ακόμη: “Βρίσκομαι σ’ ένα χωριουδάκι που οι κάτοικοί του είναι πολύ φιλόξενοι και πολύ μας αγαπούν. Μιλούν και ελληνικά”.
Τον Φεβρουάριο του 1941 οι τραυματισμένοι Ροδωνίτες από βλήματα Ιταλών, Νικόλαος Δούκογλου και Γεώργιος Αν. Καραπαναγιωτίδης, ήρθαν στα μετόπισθεν. Οι εφημερίδες γράφανε κάθε μέρα για τις νίκες του στρατού μας στην Αλβανία και πως τα φανταράκια μας φώναζαν ΑΕΡΑ!
Πολεμούσαν τους Ιταλούς τους κοκορόφτερους του Μουσολίνι. Η Σοφία Βέμπο τραγουδούσε τ’ αξέχαστα εκείνα τραγούδια κι εμείς τα’χαμε μάθει και τα λέγαμε. Ηταν το “Κορόιδο Μουσολίνι”.
Κορόιδο Μουσολίνι, κανείς σου δεν θα μείνει,
εσύ και η Ιταλία η πατρίδα σου η γελοία,
τρέμετε όλοι το χακί.
Δεν έχεις διόλου μπέσα, κι όταν θα μπούμε μέσα,
ακόμη και στη Ρώμη
γαλανόλευκη θα υψώσουμε σημαία Ελληνική.
Ας το μάθουν οι εχθροί, Ιταλοί και Γερμανοί,
πως η Ελλάδα μας ελεύθερη θα ζει”.
Ο χειμώνας ήταν κοντά και δεν ήμασταν πλούσιοι εμείς να ντύσουμε και να σκεπάσουμε όλο το στρατό μας. Ο παπα-Γιάννης καλεί τους χωριανούς να έλθουν στην εκκλησία να προσευχηθούν, ν’ ανάψουν ένα κερί δίπλα στην Παναγία, με την ευχή να δώσει δύναμη, προστασία και “φτερά” στα πόδια, για να μάχουνται. Εμείς παιδιά, ντυμένα στο ιερό βήμα, ήμασταν μαζί του.
Στο τέλος της λειτουργίας, μπροστά στο ιερό βήμα. ο παπα-Γιάννης με κομμένη την φωνή, αρθρώνει λίγα λόγια στους εκκλησιαζόμενους χωριανούς για τα παιδιά τους, που βρίσκονται στα βουνά της Αλβανίας. Μιλάει με τρεμάμενη φωνή, απλά, με λόγια ενθουσιασμού και δάκρυα στα μάτια. Οι γυναίκες κλαίνε. Γέροι σκουπίζουν τα βουρκωμένα μάτια τους. Η συγκίνηση φθάνει και σε μας, τα σχολειόπαιδα. Ο παπα-Γιάννης μπρος στο ιερό βήμα, συνεχίζει να λέει στους χωριανούς για τα παιδιά που βρίσκονται μακρυά, στα χιονισμένα βουνά της Αλβανίας, Σε Χειμάρα, Τεπελένι, Ελβασάν, Τρεμπεσίνα και αλλού, τα οποία είναι υπό την κατοχή μας. Πήραμε τα πρώτα γράμματα από τα παιδιά μας. Με αγωνία διαβάσαμε να μας ζητούν να τους στείλουμε μάλλινα είδη από τα μαλλιά που γνέθουμε, να πλέξουμε γάντια, κάλτσες, κουκούλες, κασκόλ και άλλα.
Ο ενθουσιασμός των κοριστιών ήταν ακράτητος. Τα κορίτσια δεν ξεχάσανε τις ωραίες παρέες, τους χορούς που είχαν μαζί. Ο παπα-Γιάννης καλεί τα κορίτσια και τ’ αγόρια να κάνουν μια επιτροπή, να συγκεντρώσουν είδη και να τα στείλουν.
Η ομάδα από κορίτσια (“Η φανέλα του στρατιώτη”): Ελισάβετ Μ. Αραμπατζή, 2. Ευλαμπία Γιαγκιόζη, 3. Κατερίνα Οργαζλή, 4. Σημέλα Σ. Παπαδοπούλου, 5. Βενετία Αν. Μποδίτση, 6. Αιμιλία Α. Αυγερινού, 7. Βενετία Φ. Μποδίτση, 8. Βάσω Σ. Πούλου, 9. Ελευθερία Α. Γιολτσή, 10. Ολγα Χ. Κυριακίδου, 11. Δέσποινα Π. Παπαδοπούλου (Πανιτσίδου), 12. Ελένη Ι. Ηλιάδου, 13. Μαρία Ν. Τσιτσέλη, 14. Δέσποινα Γ. Παπαδοπούλου, 15. Περιστέρα Κ. Παπαδοπούλου, 16. Κωνσταντίνα Μ. Αργυροπούλου, 17. Ευθαλία Μ. Εμμανουηλίδου, 18. Αναστασία Ποπογκίδου.
Η ομάδα αγόρια, νεολαίοι τότε: 1. Μιχάλης Αν. Μποδίτσης, 2. Δημήτριος Μ. Αραμπατζής, 3. Πέτρος Αρ. Δούκογλου, 4. Ηλίας Ι. Ηλιάδης, 5. Κώστας Αδ. Καρυπίδης, 6. Ιωάννης Παν. Καραπαναγωτίδης.
Στις εορτές και τα πανηγύρια γλεντούσαν στα έξι καφενεία από το πρωί μέχρι τα ξημερώματα, με διάφορα όργανα, κλαρίνα, βιολιά, κεμεντζέδες και με το γραμμόφωνο, που ήταν απαραίτητο για ευρωπαϊκούς χορούς. Οπως το φοξ-τροτ της Ριρίκας, το τραγούδι Ριρίκα παιδί μου!
Ηταν χρόνια αγνά, που χάθηκαν με τους ανθρώπους τους. Χοροεσπερίδες. Φώναζε ο αρχηγός του χορού Ζαχαρίας Βαρυδήμος ... “σάνζε... ντούπλ... καβαλιέ”. Κατά την διάρκεια του χορού, ντάμα μπουφέ, ξεκαρδίζονταν στο γέλιο. Περνούσαν από μπουφέ, μαζί και ο καβαλιέρος, για κέρασμα (λουκούμι), όχι ουΐσκι, βόντκα και τσιγάρο. Πάντα είχαν τον ακορντεονίστα Σωκράτη Κάκκαρη από το Κιλκίς. Τον κρατούσαν ημέρες. Ηταν όλο γέλιο και μεράκι. Τραγούδια της εποχής. “Ολος ο κόσμος τώρα δουλεύουν μηχανές”. “Μάθετέ με, ωραία μου πουλάκια, μαθετέ με... κελαηδήστε, τραγουδήστε τον ωραίο σκοπό”. “Ξύπνα μωρό μου κι άνοιξε”. “Το γελεκάκι που φορείς”. “Αλήτη μ’ είπες μια βραδιά, χωρίς καμιά αιτία”. “Η Βαλεντίνα.... Αθηναία, η πρώτη σωφερίνα!... Βαλεντίνα, Βαλεντίνα, έγινες και σωφερίνα, και οπως πας σε λίγα χρόνια θα φορέσεις παντελόνια”.
Μετά από όλα αυτά, έφθασαν γεγονότα σοβαρά στον Ροδώνα. Πενθεί το χωριό. Τα χρόνια εκείνα, όταν δεν κυκλοφορούσε αυτό το επικίνδυνο αυτοκίνητο στους δρόμους, που τόσοι σκοτώνονται κάθε μέρα μ’ αυτό και δεν μας “συγκινεί” τίποτα, γιατί συνηθήσαμε να βλέπουμε, ν’ ακούμε τους καθημερινούς σκοτωμούς. Τότε πέθανε ο άνθρωπος και ακουγόταν από στόμα σε στόμα. Σκοτώθηκαν δύο νέα, λαμπρά παλληκάρια Ροδωνίτες, στο αλβανικό μέτωπο. Η είδηση έπεσε σαν κεραυνός στο χωριό. Σαν την λαφίνα, οι μάνες καρτερούσαν να πάρουν ένα γράμμα, μια είδηση. Η αγωνία σκλάβα την έχει και την τυραννεί την μάνα. Τί να γίνεται ο γιό της μέσα στα χιονισμένα αλβανικά βουνά. Ο πόλεμος της τον έχει αποκλείσει, κι ούτε φωνή, ούτε μαντάτο.
Ηταν Μάρτης 1941 όταν έφθασε το μαντάτο, σκληρό, δραματικό, τραγικό: Θεόδωρος Γ. Καραπαναγιωτίδης και Σωκράτης Π. Καραπαναγιωτίδης, δύο λαμπρά παλληκάρια, εφονεύθησαν στα χιονισμένα αλβανικά βουνά. Τί τραγωδία! Βογγούν οι αυλές της γειτονιάς. Θρηνεί το χωριό του Ροδώνα και οι μάνες, οι πληγωμένες οι μάνες, νυχτοήμερα λειώνουν στο μοιρολόι. Ραγίζουν πέτρες στον καημό τους. Βογγούν, μοιρολογούν και κλαίνε και ξεριζώνουν της κεφαλής τους τα μαλλιά. Ψωμί δεν μπαίνει στο στόμα. Νερό δεν κατεβαίνει στο λαρύγγι. “Παιδί μου Θεόδωρε”, η μάνα Δέσποινα φωνάζει. “Παιδί μου Σωκράτη”, η μάνα Σοφία... Ελεγε: “Λεβέντη μου, με τα τραγούδια σου, την λεβεντιά σου... γιέ μου, χρυσέ μου και ακριβέ μου”. Και τότε σκοτεινιάζει και για μας ο κόσμος και οι παιδικές μας χαρές θολώνουν. Κατάμαυρα τα ρούχα φορούν μάνες. Αξύριστος και θλιβερός ο πατέρας. Μαυροφορούν κι οι αδερφές.
Πόσο γρήγορα στη ζωή διαδέχονται τις χαρές οι λύπες. Πέφτουν οι μάνες άρρωστες στο κρεββάτι. Σε βαρύ πένθος βυθίστηκε το χωριό, με τον σκοτωμό δύο λαμπρών παλληκαριών. Τρεις ημέρες κτυπούσε η καμπάνα. Λυπήθηκε κατάκαρδα όλο το χωριό. Ηταν τον δοξασμένο καιρό του αγώνα στα αλβανικά βουνά. Από τότε το χωριό έχασε αυτό που είχε.
*Από το βιβλίο του “ΜΑΡΤΥΣ ΜΟΥ ΤΟ ΜΠΕΛΛΕΣ”
(Φωνή από τον Ροδώνα)