Το κάρο-Οι καροποιοί

01 Φεβρουαρίου 2018

Του Παύλου-Σωκράτη Παυλίδη*

Επαγγέλματα που είχαν άμεση σχέση με τη γεωργία και την κτηνοτροφία ήσαν του σιδερά, του πεταλωτή, του σαμαρά και του καροποιού-όλα εκτός του σιδερά, που πήρε άλλη τροπή, χάθηκαν με τον καιρό.

Ο σιδεράς είχε σχέση με τον καροποιό. Εξω από τα γεωργικά εργαλεία (τσάπες, φτυάρια, κασμάδες, δικράνια, τσουγκράνες), κατασκεύαζε και όλα τα μεταλλικά εξαρτήματα του κάρου, εκτός αν ο καροποιός ήταν και σιδεράς, οπότε στο εργαστήρι του αυτός κατασκεύαζε και τα μεταλλικά αυτά εξαρτήματα.

Στο λεκανοπέδιο των Μουριών οι καλύτεροι καροποιοί ήσαν οι Θρακιώτες. Μπορεί στην πατρίδα να μην ήσαν καροποιοί, γνώριζαν όμως την τέχνη από τους παππούδες τους και στη δεκαετία του 1930 βάλθηκαν ν κατασκευάζουν κάρα με μεράκι-απαραίτητο το κάρο στον γεωργό για τη μεταφορά κυρίως των αγροτικών προϊόντων στο σπίτι.

Κι αφού τα κατασκεύαζαν, στο τέλος τα έβαφαν και διάφορα χρώματα-κυρίως γαλάζιο και κόκκινο χρησιμοποιούσαν-και ζωγράφιζαν και γλάστρες με λουλούδια στα πλευρά τους, προπάντων στα αλογόκαρα με τέσσερις ή με δύο ρόδες, τις περίφημες σούστες.

Τα καροποιεία δούλευαν πολύ εκείνη την εποχή, γιατί οι ανάγκες για την κατασκευή ή για την επιδιόρθωση του κάρου ήσαν μεγάλες. Πως σήμερα περιμένεις σειρά να επιδιορθώσεις το αυτοκίνητό σου, έτσι και τότε από μήνες πριν έκανες την παραγγελία για κανούργιο κάρο ή για κάποια επιδιόρθωση στο παλιό. Οι νέοι σήμερα δεν γνωρίζουν τίποτε από τα κάρα και την τέχνη του καροποιού. Καλό όμως είναι να γνωρίζουν, για να κρίνουν πως κατόρθωσαν οι πρόγονοί τους, παππούδες και πατεράδες, να επιβιώσουν!

Να πως κατασκευάζονταν το κάρο: Ξεκινούσαν πρώτα από τις ρόδες. Στο τετράτροχο κάρο οι μπροστινές ρόδες είναι λίγο μικρότερες από τις πίσω, για να μπορεί το κάρο να γυρίζει στον τόπο πιο εύκολα-χρησιμεύουν ως τιμόνι. Το κεντρικό εξάρτημα της ρόδας είναι το κεφαλάρι. Στην αρχή δεν κατασκεύαζαν κεφαλάρια οι καροποιοί των Μουριών, έκαναν εισαγωγή, τα αγόραζαν έτοιμα. Μετά όμως έμαθαν και τα κατασκεύαζαν και οι ίδιοι. Πάνω στο κεφαλάρι με δώδεκα υποδοχές στηρίζονται οι δώδεκα ξύλινες ακτίνες, που οι καροποιοί τις έλεγαν παρμάκια. Τα παρμάκια ακτινωτά, άφηνα ίσες αποστάσεις ανάμεσά τους και προσαρμόζονταν ανά δύο σε έξι αψίδες ημικυκλικές, που προσαρμόζονταν κι αυτές η μία μες στην άλλη κι αποτελούσαν το ξύλινο στεφάνι της ρόδας. Παρμάκια και αψίδες κατασκεύαζε ο ίδιος ο καροποιός με το πριόνι και το σκεπάρνι επάνω στο κούτσουρο.

Προσαρμοσμένα τα παρμάκια στο κεφαλάρι και στις αψίδες, αποτελούν ως σύνολο την ξύλινη ρόδα, τον τροχό του κάρου. Επρεπε όμως ο ξύλινος αυτός κύκλος να επενδυθεί μ’ ένα σιδερένιο στεφάνι, που στη γλώσσα των καροποιών λέγεται ταμπάνι. Η διάμετρος του ταμπανιού έπρεπε να είναι ίση ή λίγο πιο μικρή από τη διάμετρο του ξύλινου τροχού.

Το ταμπάνι το θερμαίνανε σε φωτιά ώσπου να πυρωθεί, να κοκκινίσει. Τότε με τσιμπίδες, μεγάλες μασιές, το έπαιρναν δύο-τρεις άντρες και το έφερναν στην οριζοντιωμένη ξύλινη ρόδα, εφαρμοσμένη και βιδωμένη πάνω σε μια κατάλληλη σχάρα, κι εκεί με βαριοπούλες το χτυπούσαν να “καθήσει” στο ξύλινο στεφάνι της ρόδας. Το ξύλο καίγεται εκείνη την ώρα από την επαφή του με το καυτό σίδερο κι ένας εργάτης χύνει νερό και σβήνει τη φωτιά. Κι όταν το ταμπάνι “καθήσει”, πιάνει τη ρόδα απ’ τις ακτίνες της ένας γεροδεμένος άντρας και μέσα από τους καπνούς που βγάζει ακόμα το ξύλο, τη “σβήνει” μέσα σε λάκο με νερό που έχει εκεί δίπλα και το καυτό ακόμα σίδερο τσιτσιρίζει δυνατά, αλλά με τη συστολή περιβάλλει πια τη ρόδα γερά, για να αντέχει στη διαδρομή που θα κάνει στους κακοτράχαλους δρόμους. Ωστόσο στην επιφάνεια του ταμπανιού άφηναν τρύπες, για να το στερεώσουν στην ξύλινη ρόδα που σχημάτιζαν οι αψίδες.

Στο κέντρο του κεφαλαριού είναι σφηνωμένος σωλήνας από χυτό μαντέμι, που λέγεται πουριάς. Οι ρόδες ανά δύο στηρίζονταν σε δύο οριζόντιους σιδερένιους άξονες-τα άκρα τους έμπαιναν μέσα στον πουριά του κεφαλαριού και εκεί γύριζαν οι ρόδες με τη βοήθεια και του γράσου που ευκόλυνε την κίνηση, χωρίς τρίξιμο και τριβές φθοροποιές. Τους δύο σιδερένιους άξονες τους κάλυπταν με βάση ξύλινη, που στην κάτω πλευρά της είχε αυλακιά, για να “κάθεται” πάνω στον άξονα και να δένει μαζί του με λάμες σιδερένιες και με βίδες. Και πάνω σ’ αυτή τη βάση “κάθεται” το σκαμνί με τα κάθετα γιαστίκια-τα γόλε-αριστερά και δεξιά, ένα στον άξονα με τις δύο μπροστινές ρόδες κι ένα στις πίσω. Το κάθε σκαμνί έχει και μία τρύπα, την καβίλια, για να περνάει από την αρχή η ουρά του κάρου και να φτάνει στις πίσω ρόδες και να προεξέχει περίπου ογδόντα εκατοστά.

Κατασκεύαζε μετά ο καροποιός στο πίσω μέρος ξύλινη βάση με τις ψαλίδες δεξιά και αριστερά, που στερεώνονταν στην ουρά. Μπροστά είχε το τιμόνι, που με την ζεύλα ενώνεται με τον ζυγό, που τον έφερναν τα ζώα (βόδια ή βουβάλια) στον τράχηλό τους. Τέλος, τοποθετούσαν την κάσα με στρωτές, χονδρές σανίδες κάτω και στα πλαϊνά-στηρίζονταν στα γιαστίκια-αρκετά ευρύχωρη, για να σηκώνει τη μεταφερόμενη σοδειά ή ό,τι άλλο ήθελε να κουβαλήσει ο γεωργός.

*Από το βιβλίο του “Το λεκανοπέδιο των Μουριών”

Τα τρία βιβλία του Παύλου-Σωκράτη Παυλίδη υπάρχουν τη Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Κιλκίς.

We use cookies to improve our website. Cookies used for the essential operation of this site have already been set. For more information visit our Cookie policy. I accept cookies from this site. Agree