Του Παύλου-Σωκράτη Παυλίδη*
Στα παλιά χρόνια οι άνθρωποι χρησιμοποιούσαν σκεύη χάλκινα για τις καθημερινές τους χρήσεις, ιδίως στη μαγειρική, τα λεγόμενα μπακιρικά.
Τα οικιακής χρήσεως μπακιρένια σκεύη έπρεπε να γανωθούν δύο φορές το χρόνο, γιατί με την καθημερινή χρήση και το πλύσιμο με σταχτόνερο, έχαναν τη γυαλάδα που είχαν και οφείλονταν στην επίστρωση κασσίτερου στην επιφάνειά τους, το γάνωμα και γατί μόνος ο χαλκός, χωρίς την επίστρωση του κασσίτερου-καλάι το λέει ο λαός-οξειδώνεται, φαινόμενο πολύ επικίνδυνο για την υγεία μας.
Ο γανωτής λοιπόν ή καλαϊτζής-από το καλάι-είναι από τους παλιότερους επαγγελματίες, σχεδόν από την εποχή του χαλκού.
Η δουλειά του έχει ευθύνη, γιατί σώζει του ανθρώπους από βέβαιο θάνατο, αν χρησιμοποιούν αγάνωτα σκεύη. Η δουλειά του γανωτή δεν ήταν εύκολη, ιδίως το χειμώνα μες στο κρύο.
Τα εργαλεία που χρησιμοποιούσε ο γανωτής ήσαν διάφορα σφυριά, αμόνια σε αρκετά σχέδια με την ονομασία τους, το ξυλάβ’, σιδερένια μεγάλη μασιά που μ’ αυτή έπιανε το ζεστό σκεύος, το κολλητήρι, το μαχάνι (φυσερό), το ψαλίδι, βαμβάκι μπόλικο αντί σπόγγο, ένα ταψί, ο βόρακας για να κολλάει τα φθαρμένα, νησατίρ, καλάι και μερικά άλλα.
Εφθαναν τα σκεύη στο εργαστήρι, τηγάνια, κατσαρόλες, κουτάλια, ταψιά, τρυπητήρια, δίλαβα μεγάλα καζάνια. Τα θέρμαινε πρώτα, να καούν από τις γωνίες τα μαύρα και να φύγει το παλιό καλάι. Μετά το κάψιμο, με σπόγγο γίνονταν επάλειψη με βιτριόλι (κεζάπι), για να φουσκώσουν τα καμένα μαύρα και με το πρώτο πλύσιμο και τρίψιμο με ψιλή άμμο, όλο το σκεύος ήταν πλέον έτοιμο να γανωθεί.
Ο γανωτής ετοίμαζε από νωρίς υδροχλωρικό οξύ (κεζάπι) μέσα σε γυάλινο μπόλ-ποσότητα ανάλογη με το γάνωμα-και με ψαλίδι έκοβε τσίγκο (ψευδάργυρο) και τον έριχνε μέσα στο μπολ. Ο τσίγκος έβραζε μέσα στο κεζάπι και έλειωνε. Τότε το κεζάπι δεν είχε εκείνη την σπιρτάδα και μ’ αυτό έκανε την τελευταία επάλειψη στο σκεύος, το έπιανε με το ξυλάβ’, έφθανε στο μαχάνι, το φυσερό που υποδαύλιζε τη φωτιά και έλεγε: “Χριστέ μ’ σ’ όνομα σ’. Φύσα ατώρα, παιδί μ’, πάτ’ τα γανάτε τη μαχανή, άνοιξον τα χέρες ολίγον κι’ άλλο μη κοτζίζ’ς σα μη κόφσα”.
Έβγαιναν τότε χρώματα κόκκινα, κίτρινα, πράσινα, πορτοκαλιά, χρυσαφένια, ασημένια, πύρινες γλώσσες στο κενό, ιδίως όταν έπεφτε το νησατίρ’ πάνω στη φωτιά την ώρα της δουλειάς. Δίπλα από την φωτιά είχε το ταψί. Εκεί μέσα έριχνε τα ψήγματα που περίσσευαν απ’ το καλάι, για να ξαναχρησιμοποιηθούν.
Οταν τελείωνε το γάνωμα και κρύωνε το σκεύος, έστριβε με τον σπόγγο κάτω τον πάτο του, δημιουργώντας αστράκια ασημένια. Ελαμπαν τα σκεύη και άκουγες την νοικοκυρά να λέει στον τεχνίτη: “Υας σα χέρα σ’ (υγεία στα χέρια σου), έγιναν καινούργια”.
Τώρα, όλα αυτά έφυγαν μαζί με τους τεχνίτες γανωτές. Ηρθαν άλλες τεχνικές, άλλα σύγχρονα σκεύη.
*Από το βιβλίο του “Το λεκανοπέδιο των Μουριών”
Τα τρία βιβλία του Παύλου-Σωκράτη Παυλίδη υπάρχουν τη Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Κιλκίς.