Το μάτιασμα και η βασκανία
Για το μάτιασμα, υπήρχαν γυναίκες στα χωριά που χρησιμοποιούσανε τρόπους και μέσα, όπως θα αναφέρω παρακάτω.
Επαιρναν το θυμιατό, θυμίαζαν τον ματιασμένο σταυρωτά κρατώντας αλάτι στα τρία δάκτυλα που τα γύριζαν πάνω στο κεφάλι, λέγοντας και τις προσευχές “Πάτερ ημών”, “Πιστεύω”.
Του ματιασμένου του έδιναν στο στόμα ένα κομμάτι αλάτι από αυτά που είχαν στο χέρι τους και τα υπόλοιπα τα έριχναν στην φωτιά κρυφά, που σκάζοντας το αλάτι στη φωτιά, αυτές έλεγαν:
“Να... εσύ να τσατλαεύς και να χάσαι” ή “Ατό να εν το γιατρικό σ’”, “έσπασεν α’ σ’ ομμάτ’ με το στομολόγεμα”. “Ομμάτεμαν είχε. Λιθάρε κατασπάν’ το ματ’ να τ’”, “έγκανέ μας σο κιφάλ’ απάν”.
Αλλοι χρησιμοποιούσαν άλλον τρόπο. Μέσα σε πιάτο έβαζαν νερό, έριχναν μερικές σταγόνες λάδι και έλεγαν κάποια προσευχή.
Υπήρχαν ειδικές γυναίκες που ξεμάτιαζαν τον ματιασμένο. Αυτές ήσαν η Πελαγία Αυγερινού, η Βασιλική Ευφραιμίδου-Παυλίδου, η Μάρθα Κ. Αναστασιάδου (η Σιχούνα). Αυτή όλο ξεμάτιαζε τα εγγόνια της και πολλές φορές καλούσαν τον παπά Γιάννη, που ερχόταν με το πετραχήλι και ένα βιβλίο στο χέρι.
Για να μην πιάνει μάτι έβαζαν ματόχαντρο και σκόρδο επάνω στον ξορκισμένο, σε κρυφό μέρο. Σε άνδρες έβαζαν σταυρούς. Βάζανε ξόρκια που να μην φαίνονται, ακόμη και στα ζώα. Επρεπε να λένε “μασαλάχ” ή “να μην ομματάεται” ή “κακό ομματ’ να μην παίρ” ή “πέει μασαλάχ και φτύσον το μωρόν”. “Ενέσκαψεν τον κυρ’ν’ ατ’ και την μάναν ατ’”, “δάκ’σον τη γλώσσα σ”, “το κρίμα ση γούλα μ’”.
Ψέματα κι λέγω σας ατά ντο γράφτω.
*Από το βιβλίο του “Το λεκανοπέδιο των Μουριών”