(Το ηρωϊκό ΟΧΙ της Ελλάδας στον βάρβαρο εισβολέα)
Εν όψει του εορτασμού της Εθνικής Επετείου
Προλεγόμενα
Η 28η Οκτωβρίου είναι μια ημέρα, η οποία γράφτηκε με χρυσά γράμματα στις δέλτους της Ιστορίας και τούτο για το θαρραλέο και ηρωικό ΟΧΙ της Ελλάδος στην ιταμή απαίτηση του δικτάτορα της Ιταλίας Μουσολίνι. Κάθε χρονιά τέτοια ημέρα, τελούνται δοξολογίες, εκφωνούνται πανηγυρικοί λόγοι και γίνονται παρελάσεις για την επέτειο του ΟΧΙ, με σκοπό να εμβαπτιζόμαστε όλοι και κυρίως οι νέοι, στο πνεύμα του ηρωϊσμού και της θυσίας χάριν της ελευθερίας και της τιμής της Πατρίδας. Ολα τα κράτη γιορτάζουν τη λήξη ενός πολέμου και την επικράτηση της ειρήνης. Με την Ελλάδα συμβαίνει κάτι το διαφορετικό. Η Ελλάδα εορτάζει την είσοδό της στον πόλεμο. Και όχι μόνον αυτό, αλλά και κάτι πολύ περισσότερο. Μ’ αυτόν τον εορτασμό αναφέρεται σ’ ολόκληρο το Επος του Σαράντα.
Τα “προεόρτια” της ιταλικής επίθεσης
Η απόφαση της Ιταλίας για την επίθεση κατά της Ελλάδος, πάρθηκε την 15η Οκτωβρίου 1940 από το Ιταλικό Πολεμικό Συμβούλιο, παρόντος του Μουσολίνι. Μερικοί από τους στρατιωτικούς επιτελείς επεσήμαναν την προχειρότητα με την οποία ετοιμαζόταν η επιχείρηση και εξέφρασαν τη γνώμη για την αναβολή, αλλά δεν εισακούσθηκαν. Οι πιο πολλοί επιτελείς βλέπανε την Ελλάδα ως εύκολο στόχο και έλεγαν: “Το μόνο μας εμπόδιο είναι οι λασπωμένοι δρόμοι”. Σ’ αυτό το συμβούλιο ορίσθηκε ως ημέρα της επίθεσης κατά της Ελλάδος η 26η Οκτωβρίου, αλλά ο Μουσολίνι την μετέθεσε για την 28η του ίδιου μήνα, για να συμπέσει την 18η επέτειο της Πορείας του προς τη Ρώμη, η οποία έφερε στην εξουσία το Φασιστικό κόμμα.
Στην πρωτεύουσα της Ελλάδος έφθαναν πυκνές πληροφορίες, σύμφωνα με τις οποίες επέκειτο ιταλική επίθεση εναντίον της χώρας μας. Την 25η Οκτωβρίου ο πρωθυπουργός Ιωάννης Μεταξάς συγκάλεσε Υπουργικό Συμβούλιο και ενημέρωσε τους υπουργούς του για τη διαμορφωθείσα κατάσταση, διαβεβαιώνοντάς τους ότι η στρατιωτική προπαρασκευή της χώρας ήταν ικανοποιητικά προχωρημένη. Εν τούτοις, πρέπει να σημειωθεί ότι η Ελλάδα ήταν εντελώς ανοχύρωτη προς την πλευρά της Αλβανίας και με ελλιπείς στρατιωτικές δυνάμεις, και να γιατί: Η Ελλάδα περίμενε επίθεση από την πλευρά της Βουλγαρίας και γι’ αυτό είχε συγκεντρώσει το μεγαλύτερο αριθμό στρατευμάτων στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα. Εν τω μεταξύ, ο Μουσολίνι παρακινούσε το βασιλιά της Βουλγαρίας να επιτεθεί συγχρόνως μ’ αυτόν κατά της Ελλάδος, αλλά εκείνος διαφώνησε και ενημέρωση σχετκά τον Ιωάννης Μεταξά.
Το ιστορικό του μεγάλου γεγονότος
Εκείνη η νύχτα, από 27 προς 28 Οκτωβρίου 1940, φαινόταν ήσυχη και οι άνθρωποι, κουρασμένοι από τη βιοπάλη και τους κόπους της ημέρας, ξεκουράζονταν στα σπίτια τους και απολάμβαναν “τον ύπνο του δικαίου”. Η ύχτα εκείνη φαινόταν ήσυχη αλλά δεν ήταν, διότι οι δυνάμεις του κακού στις ώρες του σκότους δραστηριοποιούνται και εγκληματούν. Η νύχτα έβαινε προς το ξημέρωμα, ήταν η ώρα 3. Ακόμη βασίλευε το σκοτάδι. Την ώρα εκείνη ο πρέσβης της Ιταλίας στην Αθήνα, Εμμανουέλε Γκράτσι, κατ’ εντολήν της Ιταλικής φασιστικής κυβερνήσεως, εχτύπησε το κουδούνι της εισόδου της κατοικίας του Ελληνα πρωθυπουργού Ιωάννου Μεταξά στη Κηφισιά και εκείνος του άνοιξε με το “ορίστε, περάστε...”. Ο πρέσβης, χωρίς χρονοτριβή, επέδωσε στον Μεταξά τελεσίγραφο, με το οποίο η ιταλική κυβέρνηση απαιτούσε ωμά και απερίφραστα την ελεύθερη διέλευση του ιταλικού στρατού από τα Ελληνοαλβανικά σύνορα, προκειμένου εν συνεχεία να καταλάβει κάποια σημαντικά στρατηγικά σημεία μέσα στην ελληνική επικράτεια, όπως λιμένες, αεροδρόμια κλπ, για να εξυπηρετηθούν οι ανάγκες ανεφοδιασμού του ιταλικού στρατού και άλλες στρατιωτικές διευκολύνσεις, επειδή ο Μουσολίνι εσκόπευε να προωθήσει στρατεύματα προς την Αφρική.
Ο Μεταξάς ανέγνωσε και ξανά-ανέγνωσε το κείμενο του τελεσιγράφου. Υστερα έστρεψε το βλέμμα του προς τον Ιταλό πρέσβη και μιλώντας στα γαλλικά, που ήταν τότε η επίσημη διπλωματική γλώσσα, του απάντησε με εκείνη την ιστορική φράση: “Alors, c’est la guerre” (αλόρ, σε λα γκέρ), δηλαδή, αυτό σημαίνει πόλεμο. Ετσι εκδήλωσε ο Ελληνας Πρωθυπουργός την αντίθεση και την άρνησή του, απέναντι στις ιταμές απαιτήσεις. Εκείνη την κρίσιμη στιγμή ο Μεταξάς ήταν ο Ελληνας, ο προαιώνιος Ελληνας, που δεν υποκύπτει στη βία, και τίποτε άλλο. Ο ίδιος ο ιταλός πρέσβης Γκράτσι, γράφει στα απομνημονεύματά του το 1945, για τη συνάντησή του με τον Μεταξά: “Εχω εντολή κύριε Πρωθυπουργέ να σας κάνω μια ανακοίνωση και του έδωσα το έγγραφο. Παρακολουθούσα την συγκίνηση εις τα χέρια και εις τα μάτια του. Με σταθερή φωνή και βλέποντάς με κατάματα, ο Μεταξάς μου είπε: “Αυτό σημαίνει πόλεμο”. Του απήντησα ότι αυτό θα μπορούσε να αποφευχθεί. Μου απάντησε ΟΧΙ. Του πρόσθεσα ότι αν ο στραγητός Παπάγος... ο Μεταξάς με διέκοψε και μου είπε: ΟΧΙ! Εφυγα υποκλινόμενος με τον βαθύτερο σεβασμό προ του γέροντος αυτού, που προτίμησε τη θυσία αντί της υποδουλώσεως”.
Εκείνη την ιστορική στιγμή, ο Μεταξάς εξέφραζε την ελληνική ψυχή, το ελληνικό λαϊκό αίσθημα, την άρνηση της υποταγής. Αυτή η άρνηση πέρασε στον ελληνικό δημοσιογραφικό τύπο της εποχής, με τη λέξη “ΟΧΙ”. Αυτή τη λέξη, το ΟΧΙ, παρουσίασε για πρώτη φορά η εφημερίδα “Ελληνικό Μέλλον” του Π. Ν. Ευστρατίου, ως τίτλο του κυρίου άρθρου της, την 30η Οκτωβρίου 1940.
Τα ξημερώματα, ώρα 05.30, ο ιταλικός στρατός επιτέθηκε κατά της Ελλάδος και ο Ελληνοϊταλικός Πόλεμος άρχισε. Το τελεσίγραφο όριζε ως ώρα επίδοσης την 6η πρωϊνή, αλλά οι Ιταλλοί επιτέθηκαν νωρίτερα για να αιφνιδιάσουν, όπως νόμιζαν, τον Ελληνικό Στρατό και να εισβάλουνσ την Ηπειρο. Η Ελλάδα αντεπετέθη “αμυνόμενη του πατρίου εδάφους” και έτσι αναγκάσθηκε να μπει στον πόλεμο. Από την ημέρα αυτή ξεκίνησε το ένδοξο “Επος του Σαράντα”
Κάθε χρόνο την 28η Οκτωβρίου τελείται στη Θεσσαλονίκη η επίσημη εορτή, με μεγάλη λαμπρότητα, παρόντος του Προέδρου της Δημοκρατίας και άλλων επισήμων. Γίνεται μεγάλη στρατιωτική παρέλαση, την οποία παρακολουθεί πλήθος κόσμου. Στην Αθήνα και σε όλες τις ελληνικές πόλεις, γίνονται μαθητικές παρελάσεις και τα δημόσια και ιδωτικά κτίρια υψώνουν την ελληνική Σημαία.
Η καθιέρωση της επετείου του ΟΧΙ
Η επέτειος του ΟΧΙ γιορτάσθηκε για πρώτη φορά κατά την περίοδο της Κατοχής. “Στο κεντρικό κτίριο και στον προαύλιο χώρο του Πανεπιστημίου Αθηνών, πραγματοποιήθηκε ο πρώτος εορτασμός στις 28 Οκτωβρίου 1941. Γίνονταν ομιλίες από τους φοιτητές, ενώ μίλησε για την επέτειο, την παραμονή, και ο καθηγητής Κωνσταντίνος Τσάτσος, ο οποίος αρνήθηκε να κάνει μάθημα την ημέρα της επετείου, με αποτέλεσμα να απολυθεί από το Πανεπιστήμιο. Στη δεύτερη επέτειο (28/10/1942) ο εορτασμός έγινε στην Πλατεία Συντάγματος, με πρωτοβουλία των οργανώσεων ΕΠΟΝ και ΠΕΑΝ. Υπήρχε ανησυχία για το πρως θα αντιδράσουν οι ιταλικές δυνάμεις κατοχής, οι οποίες όμως δεν παρενέβησαν. Εκδηλώσεις και διαδηλώσεις εκείνη την ημέρα έγιναν και σε άλλες πόλεις. Στον Πειραιά πραγματοποιήθηκαν ολιγοπληθείς συγκεντρώσεις. Ανέβαινε κάποιος σε μια καρέκλα, έβγαζε ένα σύντομο λόγο και κατόπιν διαλύονταν, για να αποφύγουν επέμβαση των καραμπινιέρων.
Δεν υπάρχουν πολλές πληροφορίες για το τι έγινε στις 28 Οκτωβρίου 1943. Σύμφωνα με τον Ηλία Βενέζη, γιορτάστηκε η επέτειος στο κτίριο της Εθνικής Τράπεζας, στην πλατεία Κοτζιά (ο Βενέζης ήταν ότε υπάλληλος της τράπεζας). Κατέφθασαν όμως οι Γερμανοί, που είχαν την ευθύνητ ης αστυνόμευσης πλέον, υποχρέωσαν όσους συμμετείχαν να σταθούν με τα χέρια ψηλά μέχρι το βράδυ, ενώ έστειλαν και είκοσι περίπου από αυτά τα άτομα, σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Κάποιοι δεν επέστρεψαν.
Για πρώτη φορά η επέτειος γιορτάστηκε επίσημα στις 28 Οκτωβρίου 1944 με παρέλαση ενώπιον του πρωθυπουργού Γεωργίου Παπανδρέου.
Η Εκκλησία της Ελλάδος αποφάσισε το 1952, η γιορτή της Αγίας Σκέπης, από την 1η Οκτωβρίου, να μεταφερθεί στις 28 Οκτωβρίου, με το αιτιολογικό ότι η Παναγία βοήθηκε στον Ελληνικό Στρατό στον πόλεμο της Αλβανίας”. (Από Βικιπαιδεία “Η επέτειος του ΟΧΙ”).
Την ίδια ημέρα της επιθέσεως (28.10.1940) απηύθυναν προς τον Ελληνικό λαό διαγγέλματα ο Πρωθυπουργός Ιωάννης Μεταξάς, ο Βασιλεύς Γεώργιος Β’ και ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος Χρύσανθος (ο από Τραπεζούντος προερχόμενος). Την ίδια ημέρα εξέδωσε Ημερήσια Διαταγή και ο Αρχιστράτηγος Αλέξανδρος Παπάγος. Τέλος, την ίδια ημέρα έστειλε τηλεγράφημα στον Ιω. Μεταξά και ο Ουΐνστον Τσώρτσιλ.
“Η πιο σωστη στιγμή” του Εθνους
Ο νομπελίστας ποιητής μας Οδυσσέας Ελύτης (1911-1996) στο ποίημά του “Ασμα ηρωϊκό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας”, έχει και τους εξής στίχους:
“Τώρα χυπάει πιο γλήγορα τ’ όνειρο μες στο αίμα
του κόσμου η πιο σωστή στιγμή σημαίνει: Ελευθερία.
Ελληνες μες στα σκοτεινά δείχνουν το δρόμο: Ελευθερία
για σένα θα δακρύσει από χαρά ο ήλιος”.
Κάθε έθνος, και το Ελληνικό πρώτ’ από όλα, έχει τις δικές του μεγάλες στιγμές. “Υπάρχουν μερικές στιγμές στη ζωή ενός έθνους που φαίνεται να υψώνεται ολόκληρο, να υπερβαίνει τον εαυτό του, να λάμπει σαν φωτεινό μετέωρο στο στερέωμα του κόσμου. Αυτή είναι “η πιο σωστή στιγμή” του κόσμου, που λέει ο ποιητής, μια στιγμή που κάνει τον άνθρωπο να αγγίζει τον ουρανό και τον κόσμο να δικαιώνει την ύπαρξή του. Μια τέτοια στιγμή ήταν και το έπος του ‘40. Μια κήρυξη πολέμου που βιώθηκε σαν γιορτή. Ενας πόλεμος που, παρά τις απίστευτες δυσκολίες, διεξαγόταν μέσα στην ατμόσφαιρα του θαύματος, με την Παναγία οδηγό και προστάτιδα. (Περιοδικό “Η Δράση μας”, τεύχος 552, σελ. 341).
Το Ημερολόγιο του Γιώργου Θεοτοκά και το ΟΧΙ
Εκείνη την ημέρα, την 28η Οκτωβρίου 1940, ο πολυγραφότατος λογοτέχνης Γιώργος Θεοτοκάς βρισκόταν στο σπίτι του στην Αθήνα. Αυτός λοιπόν ο λογοτέχνης κρατούσε ημερολόγιο, που εκδόθηκε αργότερα με τον τίτλο “Τετράδια ημερολογίου (1939-1945)”. Αυτήν την ημέρα περιγράφει τα συγκλονιστικά γεγονότα που έζησε, ως εξής:
“ Κηφισιά, Δευτέρα 28 Οκτωβρίου 1940.
Ξυπνώ με τις καμπάνες που σημαίνουν την κήρυξη του πολέμου και τον πρώτο συναγερμό. Ο ωραιότατος καιρός, οι καμπανοκρουσίες, κάποια κίνηση ιδιαίτερη, κάποια έξαψη, που αισθάνομαι αμέσως τριγύρω μου, στο σπίτι, στον δρόμο, στα άλλα σπίτια και στους κήπους, όλα αυτά προσδίδουν από την πρώτη στιγμή στην ημέρα που αρχίζει μια όψη εορτάσιμη, πανηγυρική. Η πρώτη μου σκέψη είναι: “Το μεσημέρι, το αργότερο, θα έρθουν τα αεροπλάνα να μας βομβαρδίσουν”. [...]
Φτάνω στο γραφείο και ύστερα βγαίνω στην οδό Βουκουρεστίου. Παντού υπάρχει μια κίνηση ασυνήθιστη, αλλά τίποτε που να μοιάζει με φόβο. Ο κόσμος είναι γενναίος και εύθυμος, πηγαινοέρχεται στους δρόμους, συζητεί με θέρμη, αλλά χωρίς υπερβολική νευρικότητα. [...]
[...] Σιγά-σιγά η Αθήνα παίρνει το ύφος των μεγάλων εθνικών εορτών, κάτι που θυμίζει πχ τα εκατόχρονα της Ελληνικής Επανάστασης, αλλά πιο αυθόρμητα, πιο νεανικά. Καιρός θαυμάσιος, καταγάλανος ουρανός. Πλήθη νέων έχουν χυθεί στους κεντρικούς δρόμους με λάβαρα, σημαίες, δάφνες, μουσικές. Ο κόσμος συμμετέχει σ’ αυτές τις εκδηλώσεις, χειροκροτεί, ζητωκραυγάζει. Είχα πολλά, πάρα πολλά χρόνια να δω τέτοιον ενθουσιασμό στην Αθήνα. Αισθάνεται κανείς ένα πάθος μες στον αέρα, ένα φανατισμό, μια λεβεντιά. Ξύπνησε το ελληνικό φιλότιμο, είναι κάτι ωραίο. Και μια τέλεια εθνική ενότητα. Είναι η πρώτη φορά στη ζωή μου, που αισθάνομαι τέτοια ομόνοια να βασιλεύει στον τόπο.
Κανείς δεν σκέπτεται αυτή τη στιγμή ότι ο εχθρός είναι δέκα φορές ισχυρότερος, ότι ο θάνατος κρέμεται από πάνω μας μέσα σ’ αυτόν τον λαμπρό ουρανό. Αισθάνομαι μια μεγάλη αγάπη για τον ελληνικό λαό, μια αγάπη γεμάτη αλληλεγγύη, στοργή και αντρική εκτίμηση. Είναι ένας όμορφος, λεβέντικος, ευγενικός και έξυπνος λαός, είναι ένας λαός που αξίζει περισσότερο από ορισμένους, μεγάλους λαούς του κόσμου και ασφαλώς πολύ περισσότερο απ’ αυτούς τους ξιπασμένους, που ξεκίνησαν σήμερα να μας κατακτήσουν.
Μου κάνει εντύπωση πως όλες οι εκδηλώσεις της Αθήνας σήμερα, ακόμη και οι εκδηλώσεις που έχουν ένα τόνο μίσους και βίας, γίνονται με κάποιο ύφος αυθόρμητης ευγένειας, με κάποια αξιοπρέπεια, με κάποιον ορμέφυτο πολιτισμό, που απεχθάνεται τη χυδαιότητα. Στις κρίσιμες ώρες οι Ελληνες βρίσκουν τον πιο αληθινό εαυτό τους, ενώ στις ομαλές περιπτώσεις συμβαίνει τόσο συχνά να τον ξεχνούν! [...]
Τότε τόλμησαν
Σήμερα, στη γιορτή του ΟΧΙ, έρχονται στη μνήμη μας οι ηρωϊκοί πρόγονοί μας. Οι πρόγονοί μας που πήραν την γενναία απόφαση και τόλμησαν να αντισταθούν στις παράλογες και άδικες απαιτήσεις των ξένων κατακτητών. Οπως γράφει και το περιοδικό “Προς τη Νίκη” (τεύχος 812, σελ. 327), τότε τόλμησε ο πρωθυπουργός Ιωάννης Μεταξάς, χαράματα της 28ης Οκτωβρίου 1940, να απαντήσει με το ΟΧΙ στον πρεσβευτή της Ιταλίας Γκράτσι, που ζητούσε την παραχώρηση ελληνικών εδαφών και να κηρύξει τον πόλεμο εναντίον του εισβολέα.
Τόλμησε και ο αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρύσανθος να πει σθεναρά το ΟΧΙ στον κατακτητή, όταν αρνήθηκε να συμμετάσχει στην Επιτροπή που θα παρέδιδε την Αθήνα στους Γερμανούς και να τελέσει δοξολογία στο Μητροπολιτικό Ναό, υπέρ της νέας κατοχικής διοικήσεως, αλλά και όταν δεν δέχθηκε να ορκίσει τη γερμανοπρόβλητη κατοχική κυβέρνηση (Τσολάκογλου).
“Τόλμησε κι ολόκληρος ο ελληνικός λαός να αντισταθεί στις πανίσχυρες δυνάμεις του Αξονα (Ιταλία-Γερμανία) και να πολεμήσει απτόητος, κι ας ήταν ολοφάνερη η υπεροχή του εχθρού με αναλογία 1 προς 4... Τόλμησε και στα δύσκολα χρόνια της κατοχής να οργανώνει την αντίσταση και να έρχεται κάθε μέρα αντιμέτωπος με το θάνατο!
Ναι, εκείνοι τόλμησαν: Διότι πίστευαν στο δίκαιο του αγώνα, Αισθάνονταν το χρέος να υπερασπιστούν τα ιερά και τα όσια της φυλής μας, είχαν σύμμαχο την Υπερμάχο Στρατηγό. Γι’ αυτό και κατέκτησαν την ελευθερία, γι’ αυτό και δοξάστηκαν!
Δεν είναι εύκολο να λες το ΟΧΙ...
-όταν σε τρομάζουν οι απειλές και ο αγώνας είναι άνισος...
-όταν όλοι οι άλλοι έχουν υποταχθεί κι έχουν σκύψει το κεφάλι...
-όταν γνωρίζεις ότι αυτό θα το πληρώσεις ακριβά, ίσως και με την ίδια σου τη ζωή.
Αποτελεί όμως δικαίωμά σου αναφαίρετο, χάρισμα που αποδεικνύει ότι είσαι ελεύθερος, χρέος απέναντι στην κοινωνία και την ιστορία: Οταν προσβάλλεται η τιμή και η αξιοπρέπειά σου, όταν σου ζητούν να προδώσεις την πίστη και τα ιδανικά σου, όταν κινδυνεύει η ίδια σου η πατρίδα, είναι η ώρα να πεις το δικό σου ΟΧΙ.
Δεν είναι εύκολο. Θέλει ψυχή, θέλει πίστη, θέλει απόφαση δυνατή. Μέχρι να πεις το ΟΧΙ, όλα φαντάζουν δύσκολα και ακατόρθωτα...
Αλλά, όταν το πεις, τότε ορθώνεται το ανάστημά σου πελώριο, υψώνεται πάνω από τις περιστάσεις και δεν υπολογίζεις δυσκολίες. Τότε γιγαντώνεται η θέληση, δυναμώνει η ψυχή και αναδεικνύεται ο ελεύθερος άνθρωπος. Τότε μόνο μπορεί να γίνει το θαύμα”. (“Προς τη Νίκη” τεύχος 812, σελ. 327).
Εκείνοι τόλμησαν... και έτσι έσωσαν το Εθνος και την Πατρίδα μας και εδικαίωσαν την ένδοξη ιστορία μας. Εκείνοι φάνηκαν άξιοι και υπεράξιοι του καιρού τους και εξασφάλισαν την τιμή, την αξιοπρέπεια και την ελευθερία της Χώρας μας. Καθήκον μας είναι να τους μιμηθούμε και εμείς και να φανούμε άξια τέκνα της Ελλάδος, μιας Πατρίδας με δόξα και ελευθερία.
Επίλογος
Η εθνική επέτειος του ΟΧΙ και το Επος τους Σαράντα, είναι θέματα μεγάλα και ανεξάντλητα. Σ’ αυτό το σύντομο αφιέρωμα ξεδιπλώσαμε μόνο μερικές πτυχές τους. Αντί επιλόγου, θα παραθέσουμε ένα σχετικό άρθρο από το περιοδικό “Ο Σωτήρ”, με τον τίτλος “Αν...”.
Αν...
"Αν το πρωί της 28ης Οκτωβρίου του 1940...
Τότε που η ιστορία δρασκέλιζε με βιάση τα Ηπειρωτικά βουνά και πήρε να γράφει ΘΑΥΜΑ!
Τότε που ο Αχιλλέας άρχιζε να συντάσσει τους Μυρμιδόνες του...
Την ώρα που ο Λεωνίδας κινούσε με το τριακοσάπειρο στράτευμά του από τις Θερμοπύλες...
Οταν από τη Σαλαμίνα και τον Μαραθώνα, από τον Γρανικό και τα Γαυγάμηλα, από την Πύλη του Ρωμανού και τα κάστρα του Μωριά και από κάθε γωνιά της γης των Ελλήνων συνεκροτείτο του Δαβάκη το Σύνταγμα...
Τότε που άφωνος ο κόσμος ατένιζε τους αετούς πάνω στης Πίνδου τις κορφές...
Τη στιγμή που το φασιστοναζιστικό τέρας θα δεχόταν το θανάσιμο πλήγμα...
***
Αν εκείνο το πρωινό η τότε ηγεσία του Εθνους, αναμετρώντας τις δυνάμεις του και προβλέποντας την αναπόφευκτη κατάληξη του αγώνα...
Αν σκεφτόταν με μόνη την ψυχρή λογική, όπως έκαναν οι άλλοι λαοί της τρομοκρατημένης Ευρώπης...
Αν λογάριαζε τις τραγικές συνέπειες του άνισου αγώνα και την επαπειλούμενη καταστροφή...
Αν...
Αν έλεγε, ναι! Και άφηνε τους εχθρούς να περάσουν...
Ω, πόση θα ήταν τότε η καταστροφή! Πόση η ζημία! Ο ανείπωτος όλεθρος!
Πόσος ο φόβος και ο τρόμος πάνω σε όλους τους λαούς. Κάθε αντίσταση θα έσβηνε, διότι ο μεγαλύτερος εχθρός κάθε στρατού δεν είναι τα όπλα, αλλά ο φόβος.
Η Ευρώπη όλη θα παρέλυε. Η επίθεση κατά της Ρωσίας θα εκδηλωνόταν πολύ νωρίτερα και οι στρατιές του Χίτλερ θα σάρωναν τη ρωσική γη πριν τις αποδεκάσει ο φοβερός ρωσικός χειμώνας.
Στην ίδια την Ελλάδα η ζημιά θα ήταν απροσμέτρηση. Τα σπίτια βέβαια θα έμεναν ανέπαφα από βομβαρδισμούς, ο ανθός του νεανικού πληθυσμού δεν θα σάπιζε μες στις χαράδρες των Αλβανικών βουνών, δεν θα υπήρχαν ανάπηροι με κομμένα πόδια, δεν θα είχε ενσκήψει η φοβερή πείνα του 1941, δεν θα παραδίδονταν χωριά στις φλόγες· τα φριχτά ολοκαυτώματα των Καλαβρύτων και τόσων άλλων μαρτυρικών χωριών θα είχαν αποφευχθεί...
Ομως...
Ομως η Ελλάδα δεν θα ήταν πια Ελλάδα. Αλλο όνομα θα έπρεπε να διαλέξει για να μετέχει στη Νέα Εποχή της ναζιστικής παραφροσύνης.
Πώς θα ατένιζε έπειτα την Ιστορία; Πώς θα στεκόταν μπροστά στο Μνημείο του “Αγνώστου Στρατιώτου”..., ενώπιον του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου; Τί στεφάνι θα απίθωνε στην ασπίδα του Λεωνίδα, στον ανδριάντα του Αλεξάνδρου, στον καβαλάρη Κολοκοτρώνη!...
Αλλά η ηγεσία μας τότε, η Κυβέρνηση του Ιωάννη Μεταξά, αντέταξε το μεγάλο ΟΧΙ που ανέστησε την ελπίδα των λαών όλης της γης.
Αφουγκράστηκε τη φωνή του λαού και στην κρίσιμη στιγμή που ο εχθρός ζήτησε τα όπλα, μπόρεσε να επαναλάβει τα τρομερά λόγια: “Μολών, λαβέ”· αν μπορείς, έλα να τα πάρεις!
Επειτα σύνολος ο Ελληνισμός υψώθηκε γίγαντας. Σήκωσε στους πολυχιλιόχρονους ώμους του τους λαούς της γης. Την ελπίδα των λαών. Το ΟΧΙ του, αντήχησε ως οικουμενική προσταγή: Ορθιοι!
Και οι εχθροί δεν πέρασαν;
Πέρασαν! Αλλά πέρασαν νικημένοι. Διότι είχε ηττηθεί το πνεύμα τους, η ψυχή τους. Γι’ αυτό και είναι και θα είναι για πάντα νικημένοι.
Γι’ αυτό και σήμερα κατατρέχουν, ευτελίζουν, υβρίζουν χυδαία την Ελλάδα. Διότι κατατρύχονται από το σύνδρομο του ηττημένου.
Αλλά τότε υπήρχε ηγεσία. Λάθος! ΗΓΕΣΙΑ! Με κεφαλαία γράμματα. Που γνώριζε ότι “στρατός λαγών με ηγέτη λέοντα, κατασυντρίβει στρατό λεόντων με ηγέτη λαγό”. Και τότε συνέπεσε ο στρατός των λεόντων να έχει και ηγέτη λέοντα.
Ενώ σήμερα...
***
Εβδομήντα επτά χρόνια από τη μοναδική εκείνη ημέρα, ο στρατός των λεόντων αναζητεί ακόμη λέοντα ηγέτη.
Κι αν τον βρει...
Αν!”
(Περιοδικό “Ο Σωτήρ”, τεύχος 2123, σελ. 409-410)
Κωνσταντίνος Βαστάκης
Θεολόγος, τέως λυκειάρχης