Περιγραφή μιας ηλικιωμένης μάνας

12 Οκτωβρίου 2017

*Του Παύλου-Σωκράτη Παυλίδη

Αφήγηση της Περιστέρας Γερβ. Παπαδοπούλου. Πως έφυγαν από την πατρίδα, το Αρτας του Πόντου.

“Ερθαν σα καλά καθούμενα Τούρκ’ χωροφύλακες, με το ζορ’ εξέγκαν εμάς άσο σπίτε μουν.

Εμείς δεν θέλαμε· άρχισαν να μας ξυλοκοπούν άγρια. Νοέμβριος μήνας ήταν, 1922. Χειμώνας, θύελλα, χιόνιζε. Δεν μπορείς να σταθείς έξω.

Μας κάλεσαν να πάμε στην πλατεία, θα μας μιλήσουν, θα μας λένε τί θα κάνουμε. Δεν μας είπαν πολλά. Από τώρα να μην πάτε στα σπίτια σας, να φύγετε στην Ελλάδα.

Μπήκαν Τούρκοι στα σπίτια μας. Το κακό έγινε. Οσο περνούσε η ώρα, μεγάλωνε το κακό. Μας μάζεψαν όλους τους Ρωμιούς σαν ένα κοπάδι πρόβατα, μας οδηγούσαν σε άγνωστη κατεύθυνση. Αλλοι πρόλαβαν κάτι να φορέσουν. Είχε πολύ κρύο. Πεζή, φθάσαμε στο Μελέτ. Μετά από οκτώ ώρες πορεία, φθάσαμε στην Ορντού όπου μας έβαλαν σε ελληνικό πλοίο.

Οταν μπήκαμε στο πλοίο, μας έβριζαν οι Ελληνες ναυτικοί. Ο καπετάνιος του πλοίου έβριζε τα Θεία, την πίστη μας, με σκληρή γλώσσα. Ακούγαμε όλα αυτά και λέγαμε: “Πού θα μας πάνε, Θεέ μου; Αυτοί βρίζουν! Στην Ελλάδα; Τί άνθρωποι είναι αυτοί; Ελληνικά μιλάμε και μας βρίζουν! Θα πάμε στην Ελλάδα; Ετσι μιλάνε στην Ελλάδα;” Μας έλεγαν... Τουρκόσπορους!

Θεέ μου, τί άνθρωποι είναι αυτοί! Πως σε βρίζουν!

Οταν νύχτα μας έβαζαν στο ελληνικό πλοίο, παιδιά δεκαοκτώ-είκοσι χρονών από την Ορντού, ένοπλοι, μπήκαν κρυφά και κρύφτηκαν. Πέθαναν μωρά παιδιά και γεροντάδες,  που δεν άντεξαν στην πείνα και τις κακουχίες. Τους πετούσαν στη θάλασσα.

Κουράγιο μεγάλο μας έδινε η προσευχή μας. Ημέρα και νύχτα προσευχή. Το κεφάλι μας ψηλά, με τα μάτια καρφωμένα στ’ άστρα τ’ ουρανού, ζητάμε ευσπλαχνία. Σαράντα ημέρες προσευχή, πάνω στο Ελληνικό πλοίο. “Θεέ μου, αξίωσέ μας να πατήσουμε την γη, να την φιλήσουμε”, λέγαμε μέσα στην προσευχή μας, με δάκρυα.

Ο Θεός μας λυπήθηκε. Ακουσε τις προσευχές μας. Φθάσαμε στη Θεσσαλονίκη, στο Καραμπουρνάκι. Ηταν η γιαγιά σου η Μάρθα (Σιχούνα) με τον γιό της τον Χαράλαμπο. Είχαμε πολλές αρρώστιες. Είχαμε και την ελονοσία. Μας έλεγαν: “Ελληνες, θα σας στείλουμε σε καλό κλίμα”. Μας έφεραν με τρένο στο ΣΣ Μουριών, στη Μακεδονία. Ετσι μας πήγαν στο χωριό Ράμποβο (Ροδώνα).

Τότε ήμουν είκοσι χρόνων. Πέρασα στον τόπο αυτό.

Ευχαριστώ το Θεό. Είδαμε και καλές ημέρες, αλλά τα βάσανα ήταν πιο πολλά”.

We use cookies to improve our website. Cookies used for the essential operation of this site have already been set. For more information visit our Cookie policy. I accept cookies from this site. Agree