Πως σώθηκα από τη Γενοκτονία

05 Οκτωβρίου 2017

Του Παύλου-Σωκράτη Παυλίδη*

Κατέγραψα την αφήγηση του πατέρα μου Νικολάου Παυλίδη (Φιραρίδη) του Παύλου, αφού την άκουσα να μας την εξιστορεί πολλές φορές:

“Γεννήθηκα στην Ελεβή (Ελεού*) το 1898. Γονείς μου ήσαν ο Παύλος και η Μαρούλα, αδέλφια μου ο Νικόλαος, ο Σταύρος και η Σημέλα.

Ο χειμώνας στην περιοχή μας ήταν πολύ βαρύς. Κρατούσε πολλούς μήνες, με χιόνια πολλά και με ανεμοθύελλες.

Στην κωμόπολή μας κατοικούσαν περίπου 400 ελληνικές οικογένειες. Οι δικοί μας, σε αντίθεση με τους άλλους, προόδευαν συνεχώς στο εμπόριο, στα γράμματα, στις επιστήμες και στις τέχνες.

Από παιδιά ακόμη ακούγαμε πως οι Ελληνες πολεμούσαν με τους Βούλγαρους και με τους Τούρκους. Λόγω ηλικίας δεν δίναμε σημασία. Οι γονείς μας συνέχεια συζητούσαν και κατέκριναν ορισμένα κράτη. Είναι οι λεγόμενες μεγάλες δυνάμεις. Αυτές ορίζουν τα μικρά κράτη και όποιο θέλουν το ενισχύουν, ανάλογα με τα συμφέροντά τους και όποιο θέλουν το εξαφανίζουν. Το 1915 οι Τούρκοι μάζεψαν όλους τους Αρμένηδες από την Ελεβή και με τον ψεύτικο ισχυρισμό ότι θα τους κάνουν ξεχωριστό κράτος, τους εξό­ντωσαν όλους. Πίσω από τους Τούρκους ήταν οι Αγγλοι, οι Γάλλοι, οι Γερμανοί, κυρίως αυτοί, και οι Αμερικάνοι, γιατί ήθελαν να βάλουν φραγμό στη Ρωσία, που κάθε τόσο πολεμούσε με τους Τούρκους. Με το πρόσχημα και με την προπαγάνδα ότι οι Τούρκοι θα συγκρουσθούν με τους Ρώσους στη Θάλασσα, στον Εύξεινο Πόντο, εξανάγκασαν τους Ελληνες να αδειάσουν τα σπίτια τους και για ασφάλεια να συγκεντρωθούν στα βάθη της Τουρκίας. Ετσι μας έδιωξαν και τα σπίτια μας γέμισαν Τούρκους. Γίναμε πρόσφυγες στον τόπο μας, εκεί όπου γεννηθήκαμε, μεγαλώσαμε και ζούσαμε. Και όλα αυτά με την ανοχή των αγαπητών μας συμμάχων!

Ηταν απόγευμα όταν οι Τούρκοι τσανταρμάδες καβάλα στ’ αλογα, πέρασαν από το δρόμο που είχαμε τα εργαστήριά μας εμείς οι Ελληνες, τα χαλκουργεία, και με άγριες φωνές μας είπαν να φύγουμε γρήγορα για τα σπίτια μας. Κλείσαμε τα μαγαζιά μας και φύγαμε για τα σπίτια μας.

Οταν έφτασα στο σπίτι, βρήκα τους γονείς μου και τα δύο αδέλφια μου να στέκονται έξω από αυτό. Τους έβγαλαν έξω και δεν τους άφηναν να πάρουν τίποτε, ούτε τροφή. Μετά ήρθαν τσέτες και τσανταρμάδες. Μας συγκέντρωσαν και μας έβγαλαν έξω από την Ελεβή (Ελεού). Αρχισε να βραδιάζει. Η φρούρησή μας ήταν αυστηρή.

Υστερα από πέντε ημέρες ήρθε κοντά μας ο Διεθνής Ερυθρός Σταυρός. Ζήτησε να πάρει τα μικρά παιδιά, για προστασία. Αλλοι τα έδωσαν κι άλλοι τα κράτησαν κοντά τους.

Ο πατέρας μου άκουσε τη συμβουλή της Επιτροπής. Εδωσε τα δύο παιδιά τους, τον Σταύρο και τη Σημέλα. Ζήτησαν να πάρουν κι εμένα, αλλά εγώ δεν δέχτηκα. Ο λόγος ήταν ότι φοβήθηκα.

Ξενυχτήσαμε μακριά από την Ελεβή. Την άλλη ημέρα έφεραν κι άλλους Ελληνες, από άλλα χωριά και πόλεις. Μας οδήγησαν μακριά από κατοικημένους χώρους, για να είμαστε εντελώς απομονωμένοι. Δεν βλέπαμε τίποτε άλλο, παρά μόνο γη και ουρανό. Πεινούσαμε και δεν βρίσκαμε ν’ αγοράσουμε τρόφιμα, κυρίως ψωμί, ούτε κανένα σκέπασμα. Σκέπασμα δεν είχε κανείς. Μέναμε όλοι οι ξεσπιτωμένοι και υποφέραμε από τη βαρυχειμωνιά. Εβλεπα τη μάνα μου, που έκλαιε συνέχεια και τον πατέρα μου πολύ σκεπτικό. Ποιός ξέρει τι σκεπτότανε. Τη δραματική μας κατάσταση ή τα δύο παιδιά του που τα έδωσε στο Διεθνή Ερυθρό Σταυρό!

Στην πορεία μας οι συνοδοί μας Τούρκοι, δεν μας άφηναν σε κατοικημένα μέρη και τους ανήμπορους γέροντες και τους άρρωστους δεν μας επέτρεπαν να τους βοηθήσουμε. Μας έλεγαν “αυτούς θα τους μεταφέρουμε εμείς, εκεί που θα πάτε”. Δυστυχώς δεν τους ξαναείδαμε άλλο, γιατί τους άφησαν και πέθαναν μέσα στα δασωμένα φαράγγια, από την πείνα και το κρύο ή τους αποτελείωσαν με άλλο τρόπο.

Σ’ εκείνα τα παγωμένα φαράγγια έχασα τους γονείς μου, εκεί αποχωρισθήκαμε και δεν τους ξαναείδα άλλο. Τότε έσμιξα με παιδιά της ηλικίας μου, φίλους μου, που κάναμε παρέα στην Ελεβή. Ολοι ήσαν εξαντλημένοι για τους γνωστούς λόγους, πείνα, κούραση, κρύο. Ολοι αυτοί πέθαναν από χολέρα και οι Τούρκοι τους μετέφεραν με κάρα και τους ενταφίαζαν ομαδικά.

Ολα αυτά, το Νοέμβριο του 1922. Ο Δεκέμβριος ήταν χειρότερος. Μας οδηγούσαν σαν πρόβατα για σφαγή, μέσα από δύσβατα, υψηλά και γυμνά βουνά, μέσα στην καρδιά του χειμώνα. Μας έπαιρναν και τα λίγα χρήματα (γρόσια) που είχαμε και τα ρούχα μας.

Η διαδρομή ήταν ατελείωτη, δεν ξέραμε που μας πάνε. Η πεδιαδά της Μαλάτειας ήταν στρωμένη με πτώματα Ελλήνων. Εβλεπα παντού πτώματα εκτοπιζομένων μέσα στα χιόνια. Φριχτό θέαμα. Τί δράμα, Θεέ μου, τί πόνος, τί σπαραγμός!

Πολλοί λίγοι άντεξαν το φριχτό αυτό μαρτύριο, που είδα και έζησα.

Ηταν απόγευμα. Ο ήλιος κρυμμένος μέσα στα σταχτιά απ’ το χιόνι, σύννεφα. Με πλησίασαν δύο τσανταρμάδες· ο ένας μ’ έπιασε από τον ώμο και μ’ έβγαλε από τη φάλαγγα. Μετά ήθαν δύο άλλοι και με ρώτησαν:

-Γιατί δεν πήγες στον τουρκικό στρατό, αφού έχεις την κατάλληλη ηλικία;

Ημουν εικοσιτεσσάρων ετών. Τους απάντησα ότι εγώ ήμουν Ρωμιός. Με αγριοκοίταξαν κι άρχισαν να κάμνουν διάφορες ερωτήσεις:

-Πώς λέγεσαι;

-Νικόλαος Φιραρίδης, του Παύλου.

-Από πού είσαι;

-Από την Ελεβή.

-Φιράρογλου (παιδί δραπέτη, φυγάδα), λέει ο τσανταρμάς.

Μ’ έδεσαν τότε χέρια και πόδια, με ξάπλωσαν μέσα στα χιόνια και με ένα μακρύκανο όπλο άρχισαν να με δέρνουν αλύπητα. Πληγωσαν όλο το σώμα μου. Από το πολύ ξύλο, έχασα τις αισθήσεις μου και δεν ήξερα πια που με χτυπούσαν. Μ’ εγκατέλειψαν, γιατί πίστεψαν ότι δεν είμαι ζωντανός. Αργότερα συνήλθα κάπως. Είμαι τώρα λυμένος, αλλά αδύνατος ν’ αντιδράσω. Η νύχτα έρχεται με τσουχτερό κρύο. Στο μεταξύ περνούν από εκεί άλλοι εξόριστοι. Μερικοί ήρθαν κοντά μου κι άκουσα να λένε “Σκοτωμένος εν”. Αλλοι έλεγαν “πιάστε και σ’κώστ’ ατον”.

“Σουκ’, σουκ’, παίδα. Τα κατσιά τ’ ολήμαυρα είν’, άσκεμα εντώκαν ατον. Φαίνεται κάν’ναν κ’ εχ’, κανείς σ’ αγάπ’ κ’ εβγαίν’ ατον. Σουκ’ παίδα, σουκ, εμείς φεύομε, μ’ απομέντς ατούκα μοναχός, θα παγώντς. Οι τσανταρμάδες π’ εντώκαν εσέ, έφυγαν. Σουκ’ κ’ έλα ταράγ’ με τ’ εμάς να γλιτώντς. Εζαλάλωσαν τον παίδαν τη σκυλ’ και τη γαϊδάρ’ τα νελέτα”.

Με βοήθηκαν οι συμπατριώτες μου, ας είναι καλά. Οταν άνοιξα τα μάτια μου, όλα τα έβλεπα θολά και σκοτεινά. Με τη βοήθεια εκείνων άρχισα να κάνω βήματα, με μουδιασμένα πόδια. Μια προσφυγοπούλα με κρατάει απ’ το χέρι και με ρωτάει αν πονώ. Μου είπε πως έχασε τους γονείς της και είναι μόνη μέσα σ’ αυτόν τον χαλασμό. Δεν ήθελε να χωρίσουμε, γιατί φοβότανε το κορίτσι μονάχο. Μου είπε ακόμη ότι είναι από τη Μεσουτιέ και πως οι Τούρκοι κατέστρεψαν την κωμόπολη, αφού λεηλάτησαν όλα τα ελληνικά μαγαζιά.

Κατά την πορεία μας μας πλησίασαν πρόσωπα αγνώστα, άντρες ντυμένοι καλά για το κρύο που μας ρώτησαν από που είμαστε και μας είπαν ότι σε λίγες μέρες θα φθάσουμε στη Συρία. Και πράγματι, σε τρεις ημέρες φτάσαμε στα σύνορα της Συρίας.

Τότε μας ανέλαβε ο Διεθνής Ερυθρός Σταυρός. Μαζί ήταν και οι δημοσιογράφοι, που έπαιρναν από εμάς πληροφορίες. Εγραφαν τα ονόματα εκείνων που περνούσαν στο έδαφος της Συρίας. Εγώ φοβήθηκα να δώσω το πραγματικό μου επίθετο, του Φιραρίδη. Αυτό μου το συμβούλεψαν εκείνοι που με βοήθησαν.

-Ναίπαι Νίκολα, γράψον Παυλίδης.

Εκεί, στα σύνορα Τουρκίας-Συρίας, άλλαξα το πατρικό μου επίθετο για να μην έχω το ίδιο πρόβλημα που είχα λίγες ημέρες πιο μπροστά. Περάσαμε στο έδαφος της Συρίας με την κοπέλα που με συνόδευε, την Καλλιόπη Αναστασιάδου, του Κωνσταντίνου και της Μάρθας.

Από τότε δεν χωρίσαμε ποτέ

Οι Γάλλοι, που είχαν αποικία τη Συρία, μας έκαναν καραντίνα και μετά μας πήγαν στην πόλη Περότη. Αλλους τους έστειλαν στο Χαλέπι. Το φαγητό μας ήταν ρέγγες από τους Αγγλους και λαγάνες (λαβάσα) από τους Αμερικάνους. Μας έδιναν ακόμη χαρούπια (ξυλοκέρατα).

Μετά από λίγες μέρες πέρασε επιτροπή από όλα τα αντίσκηνα και ρώτησε αν κανείς έχει συγγενείς στην Αμερική. Η σύντροφός μου Καλλιόπη είπε ότι έχει αδελφό στο Γκά­ντον του Οχάιο. Εγραψαν γράμμα και σε λίγο χρόνο η Καλλιόπη πήρε ένα δέμα με ρούχα και μερικά δολλάρια. Στην πόλη Περότη μείναμε δυόμισυ χρόνια, οπότε έγινε η συμφωνία ανταλλαγής πληθυσμών, μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Τότε ήρθαμε με το γαλλικό βαπόρι ΠΑΚΕ στην Ελλάδα, στο λιμάνι του Πειραιά. Εκεί, στο λιμάνι, περίμεναν πολλοί με δάκρυα στα μάτια, για να μάθουν για τους δικούς τους. Εγώ συνάντησα τους θείους μου, αδέλφια του πατέρα μου (Φιραριδαίους) με τις οικογένειές τους. Μου έκαναν την πρόταση να μείνω κοντά τους, στην Κοκκινιά-Ταμπούρια. “Η τέχνη σου” -ήμουν Χαλκουργός-”εδώ έχει πέραση και δεν είναι για το χωριό”.

Η σύντροφός μου Καλλιόπη έμαθε πως η μάνα της, με το μικρό γιο της Χαράλαμπο, ζει στη Μακεδονία, στο χωριό Ακίντζαλι (Μουριές) και ότι αγνοείται η τύχη του πατέρα της.

Συμφωνήσαμε να πάμε στο Ακίντζαλι να γνωρίσω τη μέλλουσα πεθερά μου και μετά να γυρίσουμε πίσω στος θείους μου.

Από τους θείους μου έμαθα ότι τ’ αδέλφια μου, Σταύρος και Σημέλα, ζούνε και είναι σε κρατικό ίδρυμα προστασίας παίδων. Η Σημέλα πήγε στο Γυμνάσιο και έγινε προϊσταμένη στον Πειραιά και αργότερα στην Πάτρα. Ο αδελφός μου, Σταύρος Φιραρίδης, όταν έμαθε πως είμασταν σε κάποιο χωριό της Μακεδονίας, στο Ροδώνα, ήρθε και μας βρήκε.

Οι θείοι μου, που από μένα έμαθαν πως έχασα τους γονείς μου κατά την πορεία προς το άγνωστο, με κάλεσαν δεύτερη φορά, το 1935, να πάω κοντά τους. Είδα ότι η δουλειά τους πάει καλά και αποφάσισα να εγκατασταθώ μόνιμα στον Πειραιά. Γύρισα και το είπα στη σύζυγό μου Καλλιόπη. Δεν έφερε καμία αντίρρηση, μάλιστα χάρηκε πολύ.

Μερικοί συγχωριανοί μου, όταν έμαθαν την απόφασή μας, αντέδρασαν... Δεν άφησαν κανέναν ν’ αγοράσει τα χωράφια μας.

Ετσι παραμείναμε για πάντα στο χωριό”.

*Ελεβή (Ελεού): Κωμόπολη κοντά στην Τρίπολη. Απείχε από αυτήν γύρω στα 10 χιλιόμετρα. Παρουσίαζε μεγάλη εμπορική κίνηση. Οι κάτοικοί της ασχολούνταν με την γεωγία και την κτηνοτροφία.

* Από το βιβλίο του “Το λεκανοπέδιο των Μουριών

We use cookies to improve our website. Cookies used for the essential operation of this site have already been set. For more information visit our Cookie policy. I accept cookies from this site. Agree