Αγώνες Στρωμνιτσιωτών

13 Ιουλίου 2017

Του Παύλου-Σωκράτη Παυλίδη*

Το χωριό Αγία Παρασκευή βρίσκεται στις υπώρειες του Μπέλλες που κατηφορίζουν στο λεκανοπέδιο των Μουριών.

Ανάμεσα στις οικογένειες που το κατοίκησαν από το Κολέσινο της Στρώμνιτσας, ήταν και η οικογένεια του Σωτήρη Κοζάρη. Αυτού του Κοζάρη απόγονος είναι ο Ιωάννης Ν. Κοζάρης, που κατοικεί στην Αγία Παρασκευή και θυμάται τις ιστορικές αφηγήσεις των προγόνων του:

“Στην τελευταία δεκαετία του 19ου αιώνα (1890-1900) ο προ-παππούς μου Δημήτριος Κοζάρης ήταν πρόεδρος της εληνικής κοινότητας στο Κολέσινο της Στρώμνιτσας. Στα 1896 η ελληνική κυβέρνηση μέσω του Ελληνα προξένου στη Θεσσαλονίκη Λάμπρου Κορομηλά, προσκάλεσε όλους τους προέδρους των ελληνικών κοινοτήτων της Μακεδονίας-που τότε ήταν σκλαβωμένοι στους Τούρκους- να πάνε να παρακολουθήσουν τους Ολυμπιακούς Αγώνες.

Πήγαν και φιλοξενήθηκαν ένα μήνα. Πριν γυρίσουν στην Μακεδονία, πήραν οδηγίες από την κυβέρνηση να οργανώσουν αντάρτικες ομάδες για την απελευθέρωσή της. Πράγματι, όταν γρύρισαν, φρόντισαν με δική τους πρωτοβουλία, αλλά και με την βοήθεια του Μητροπολίτη της Στρώμνιτσας και Ελλήνων αξιωματικών του στρατού, να οργανώσουν αντάρτικο.

Στην Στρώμνιτσα ήρθε τάχα για δάσκαλος ο αξιωματικός Τσιρογιάννης, άλλα ο στόχος του ήταν με τους ελληνομακεδόνες της περιοχής να οργανώσει το αντάρτικο, το ίδιο που χρόνια είχαν κάνει και οι Βούλγαροι που κατοικούσαν στην Μακεδονία, με τους περιβόητους Κομιτατζήδες που τρομοκρατούσαν τους Ελληνες και σφάζανε κυρίως παπάδες, δασκάλους, γιατρούς, γενικά τους πιο μορφωμένους από τον ελληνικό πληθυσμό. Το δικός μας αντάρτικο στην περιοχή της Στρώμνιτσας άρχισε μετά το 1904 με τον ήρωα οπλαρχηγό και καπετάνιο Πα­ντελή Παπαϊωάννου από το Κολέσινο, τον περίφημο καπετάν Νικοτσάρα η Γκραικό. Αυτός λοιπόν δημιουργήσε δικό του αντάρτικο σώμα, με 120 παλικάρια.

Εκδικούνταν τους φόνους των κομιτατζήδων Βουλγάρων και φρενάρανε την μανία τους. Οι Ελληνες πήρανε κάποια ανάσα και στερεώθηκε το ηθικό τους.

Παράλο που η δύναμη των Βουλγάρων κομιτατζήδων ξεπερνούσε τους 300, το αντάρτικο του καπετάν Νικοτσάρα με τους 120 την εξουδετέρωνε, χάρη στους Ελληνες αξιωματικούς και στα σύγχρονα περιβόητα γαλλικά όπλα Lempel, που φρόντιζε να τους στέλνει από την Θεσσαλονίκη ο Ελληνας πρόξενος Λάμπρος Κορομηλάς. Τα όπλα αυτά ήσαν επαναληπτικά με τρεις σφαίρες στη θαλάμη και όταν πιάνονταν σε μάχη με τους Βούλγαρους κομιτατζήδες, οι Ελληνες με τη δύναμη πυρός που διέθεταν, έτρεπαν σε φυγή τους αντιπάλους τους.

Τα όπλα που πήραν οι αντάρτες του καπετάν Νικοτσάρα από τον Κορομηλά ήσαν εικοσιπέντε Lempel με πέντε χιλιάδες σφαίρες περίπου. Φρόντισε και έφτασαν ως τη Μητρόπολη, ο Μητροπολίτης Στρωμνίτσης. Το πρόβλημα ήταν πως θα ανέβαιναν επάνω στους αντάρτες. Για το σκοπό αυτό ανέλαβε η γιαγιά μου, η Δήμητρα Κοζάρη, νέα γυναίκα τότε, να τα πάρει από τη Μητρόπολη και να τα ανεβάσει επάνω στα βουνά, στους Ελληνες αντάρτες.

Από το Κολέσινο η γιαγιά μου πήγαινε κάθε μέρα γάλα στο παρθεναγωγείο της Μητρόπολης μέσα σε γκιούμια, φορτωμένα σε δύο μουλάρια. Εκεί της άδειαζαν το γάλα και μες στα γκιούμια έβαζαν τις σφαίρες, αλλά υποχρεωτικά περνούσε από το χωριό Καρακόλ, όπου υπήρχε και αστυνομικό τμήμα των Τούρκων.

Πέρασε λοιπόν μπροστά από το τμήμα, ένας τζανταρμάς-Τούρκος χωροφύλακας-βγήκε μπροστά και της λέει: “Στοπ χανούμ”. Πίσω του δύο τζανταρμάδες κρατούσαν από τις μασχάλες έναν τρίτο, άρρωστο, και ζήτησαν από τη γυναίκα να βάλουν τον άρρωστο επάνω στο μουλάρι να τον πάνε στο χωριό Κολέσινο, το χωριό της γιαγιάς μου, που είχε Ελληνα γιατρό. Τότε η γιαγιά μου δεν έχασε την ψυχραιμία της. Κατέβηκε από το μουλάρι της πρόθυμη, έβαλε τις κάπες στο δεύτερο μουλάρι και είπε στους Τούρκους τζανταρμάδες: “Βάλτε τον να κάτσει μαλακά επάνω στις κάπες”. Και ξεκίνησε για το Κολέσινο, για το γιατρό.

Οταν έφτασαν στο χωριό η πολιτική οργάνωσή του, που ήταν ο παπάς, ο δάσκαλος και ο παππούς μου, νέος τότε, φοβήθηκαν πάρα πολύ, αλλά η γιαγιά Δήμητρα Κοζάρη, ψύχραιμη, τους πρόλαβε και τους είπε ελληνικά: “Κατεβάστε τον, γρήγορα στο γιατρό, είναι πολύ άρρωστος” και ταυτόχρονα τους έκλεισε το μάτι. Τον κατέβασαν, κίνησαν για τον γιατρό κι αυτή πήρε τα μουλάρια κι έφυγε για το βουνό να συναντήσει τους Ελληνες αντάρτες, να παραδώσει τα όπλα και τις σφαίρες που πέρασαν μπροστά από τα μάτια των Τούρκων, χωρίς αυτοί να πάρουνε χαμπάρι. Με τα όπλα αυτά οι Ελληνες αντάρτες πανικόβαλαν τους κομιτατζήδες κι αυτοί πλέον δεν ενοχλούσαν τους Ελληνες στην περιοχή της Στρώμνιτσας.

Ο Νικοτσάρας μαζί με με επτά αντάρτες πήγε να φιλοξενηθεί σε σπίτι της οργάνωσης στο χωριό Μόκρινο. Τον είδε ένας βουλγαρόφωνος και τον πρόδωσε σε τούρκινο απόσπασμα. Οι Τούρκοι κάλεσαν τον Νικοτσάρα να παραδοθεί, αλλά αυτός απάντησε με ομοβροντίες. Το σπίτι είχε μαντρότοιχο. Πίσω από αυτόν πολέμησαν ώρες πολλές. Αλλά τους τελείωναν οι σφαίρες. Κι ο Νικοτσάρας λέει στους συντρόφους του: “Κάνω γιουρούσι να βγούμε από τον κλοιό. Θα ανοίξω την πόρτα, θα ρίξω τις δύο χειροβομβίδες που κρατώ, εσείς θα ορμήσετε, κι όποιος γλιτώσει”. Ανοιξε την πόρτα, έριξε τις χειροβομβίδες, δέχτηκε όμως τα πρώτα πυρά κι ο Νικοτσάρας έμεινε στον τόπο. Με την θυσία του γλίτωσαν τρεις αντάρτες του. Ο θάνατος του Νικοτσάρα ή Γκραικού (Παντελή Παπαϊωάννου) τσάκισε τα φτερά των Ελλήνων ανταρτών. Σκοτώθηκε στα 1907. Στη θέση του όμως έφεραν άλλον γενναίο αρχηγό, τον λεγόμενο καπετάν Φουρτούνα (το όνομά του ήταν Χαράλαμπος Μπουφίδης).

Βάδιζε κι αυτός στ’ αχνάρια του Νικοτσάρα με άμεσο σκοπό να πιάσει τον προδότη βουλγαρόφωνο-το όνομά του ήταν Πατσούρος. Πράγματι τον έπιασε ζωντανό και τον εκτέλεσε πάνω στον τάφο του Νικοτσάρα. Ο καπετάν Φουρτούνας συνέχισε τον αγώνα μέχρι την απελευθέρωση της Μακεδονίας και της Στρώμνιτσας από τον ελληνικό στρατό στα 1913, με αρχιστράτηγο τον Κωνσταντίνο. Τότε για πρώτη φορά οι Ελληνες της Στρώμνιτσας είδαν τον “δάσκαλο” Τσιρογιάννη, συνταγματάρχη του ελληνικού στρατού, να ελευθερώνει την πόλη τους.

Επεσαν πάνω του, τον αγκάλιαζαν από την μεγάλη χαρά, τραγουδούσαν, χόρευαν με ελληνικές σημαίες, που μέχρι τότε τις είχαν κρυμμένες. Κι έστρωσαν τραπέζι στον αρχιστράτηγο Κωνσταντίνο και στο επιτελείο του.

Η χαρά όμως της απελευθέρωσης δεν κράτησε περισσότερο από τρεις μήνες. Οι μεγάλες Δυνάμεις που ρυθμίζουνε τις τύχες των μικρών της γης, τότε Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία, παραχώρησαν την περιοχή της Στρώμνιτσας στους Βούλγαρους. Κι όταν έμαθαν οι δικοί μας αυτήν αδικία, ξεσηκώθηκαν όλοι και πήραν το δρόμο της προσφυγιάς, αφού όμως πρώτα κάψανε τα σπίτια τους, τις αποθήκες, τις εκκλησίες, τα σχολεία, να μη βρουν τίποτε όρθιο οι Βούλγαροι. Στη Δοϊράνη περνούν τα ελληνικά σύνορα. Οι δικοί μου και κάποιοι άλλοι ήρθαν εδώ στην Αγία Παρασκευή, οι πολλοί όμως Στρωμνιτσιώτες εγκαταστάθηκαν στο Κιλκίς. Ο καπετάν Φουρτούνας (Χαράλαμπος Μπουφίδης) διορίσθηκε αγροφύλακας στο Κιλκίς, όπου πέθανε στα 1940”.

*Από το βιβλίο του “Το λεκανοπέδιο των Μουριών”

We use cookies to improve our website. Cookies used for the essential operation of this site have already been set. For more information visit our Cookie policy. I accept cookies from this site. Agree