Το Γιοβαλί της Ανατολικής Θράκης

01 Ιουνίου 2017

Του Παύλου-Σωκράτη Παυλίδη*

“Το ηλιοβασίλεμα του Γιοβαλί φλογίζει τον ουρανό και ο ορίζοντας σκοτεινιάζει. Ηταν φθινόπωρο, οι Τούρκοι μας διώχνουν από τα σπίτια μας· απόγευμα κι ο ήλιος πήρε να χάνεται από το Γιοβαλί-όλο το χωριό ήταν στο ποδάρ’. Μαζευτήκαμε στην πλατεία του χωριού με κλάματα, με φωνές από τα μικρά, που τσίριζα στην αγκαλιά της μάνας μέσα στη νύχτα. Δεν έχουμε δύναμη στά χέρια μας να αντισταθούμε· πήραμε απόφαση να φύγουμε. Ο πατέρας και όλο το χωριό είδαν και παραείδαν, τσεχρέ δεν έχει, έζεψαν τα κάρα, πήραν ό,τι απαραίτητο. Φεύγουμε μέσα στη νύχτα του φθινοπώρου, αφήσαμε όλο το βιός μας, οι Τούρκοι μπήκαν μέσα στα σπίτια μας, έγιναν νοικοκυραίοι. Δεν πήραμε πολλά από το νοικοκυριό μας, μόν’ ψωμί, τραχανά, κουσκούς και λίγο αλεύρι· αυτά μπόρεσαμ’ να πάρουμε και κανένα χοντρό ρούχο-κοντά είναι ο χειμώνας σκεφτήκαμ’.

Ο γείτονάς μας, ο Δημήτρης Ποπογκίδης, καλός νοικοκύρης, έζεψε τις βουβάλες, έβαλε τους γέρους και τα παιδιά στο κάρο, βγήκε έξω από το Γιοβαλί. Συναντηθήκαμε μέσα στη νύχτα, βαδίζαμε κάτω από τ’ άστρα τ’ ουρανού, το Γιοβαλί δεν το βλέπουμε άλλο· εκεί αφήσαμε ένα μεγάλο κομμάτι από την καρδιά μας”.

Την αφήγηση κάνει η Χρυσαφιώ Μποδιτσοπούλου. Συνεχίζει: “Δεν πειράξαμε κανέναν, ζούσαμε καλά, ήμασταν νοικοκυραίοι, είχαμε χορούς, τραγούδια· τα όργανά μας ήταν η γκάιντα, ήμασταν νέες, βάζαμε τις φορεσιές μας... πως χάθηκαν όλα αυτά! Κανά δύο ώρες που μπήκαμε στο δρόμο μέσα στο σκοτάδι ήμασταν κάμποσοι με τα κάρα, δεν είχε δόμους καλούς, όλο και συναντούσες χαντάκια και ζόρκο ήταν για τα ζώα. Ο Στεφανής Χαΐνογλου και κάμποσοι άλλοι πήραν από ένα δισάκι στο λαιμό με τροφή για τον δρόμο. Ολα τ’ αφήσαμε, τα έπαιρναν μπροστά στα μάτια μας σαν τα νηστικά σκυλιά. Είναι αναμνήσεις... Ημουνα παιδί, γεννήθηκα στο Γιοβαλί και μεγάλωσα σ’ αυτόν τον τόπο και θυμάμαι τα χρόνια του 1915, τα’χω στην μνήμη μου, είναι ζωντανά, βαθιά στην ψυχή μου. Ημουν κοτζάμ’ κορτσούδ’, φέρνω εκείνες τις εικόνες μπροστά μου και μιλώ και ταξιδεύω με αυτά που είδα και έζησα, στα περασμένα.

Κάποια φορά μέσα στη νύχτα, μπερδεύτηκαμ’ σε τρεις στράτες και πήραμε άλλη στράτα και χαθήκαμε καταλάθος σε Βουλγαρικό έδαφος, προς την περιοχή Δουνάβεως.

Στο διάβα της πορείας μας δεν αντεξε η μάνα μ’ και πέθανε.

Ο θάνατος της μάνας μου με έκανε μάνα στα πέντε αδέλφια μου να τα φροντίζω. Από μέσα από την Βουλγαρία περάσαμε στην Σερβία· εκεί παραμείναμε ένα χρόνο.

Με πολλά βάσανα από την κούραση, την πείνα, να περπατάμε, κόπηκαν τα ποδάρια μας. Περπατούσαμε με αντάρα και βροχή. Ο πατέρας όλο ρωτούσε αν βαδίζουμε καλά για την Ελλάδα. Οταν φτάσαμε στα σύνορα της Ελλάδας, θυμάμαι, έβρεχε πολύ· περάσαμε, μπήκαμε στο έδαφος το ελληνικό, κάναμε το σταυρό μας.

Οπου πηγαίναμε, ο τόπος ήταν έρημος, άγριος, πότε πότε βλέπαμε ομάδες-ομάδες μαατζίρδες (πρόσφυγες) να περπατούν όπως και εμείς.

Ηρθαμε στην Κασκάρτσα (Καλοχώρι) της Θεσσαλονίκης· εκεί παντρεύτηκα και μετά μας έφεραν στον Κάρλοβο, τα Κρητικά. Μας έδωσαν χωράφια, δουλέψαμε, κάναμε δικά μας σπίτια, προκόψαμε, ζούσαμε φτωχικά μερικά χρόνια, ήρθαν όμως και καλά χρόνια και προκόψαμε· περάσαμε την υπόλοιπη ζωή μας εδώ στο λεκανοπέδιο Μουριών.

Εκεί στην πατρίδα μας, το Γιοβαλί, είχαμε έθιμο, που το τηρούσαν και σε πολλά χωριά: Κάναμ’ τη Μεγάλη Εβδομάδα της Λαμπρής έφτιαναν άντρες και γυναίκες με παλιά ρούχα πάνω σε ξύλο σκιάχτρο, έναν άνθρωπο με παντελόνι, πουκάμισο, καπέλο και την Μεγάλ’ Παρασκευή το μεσημέρι μαζεύονταν όλο το Γιοβαλί στην πλατεία, δίναμ’ φωτιά στα μπατζάκια του “Οβριού” (Εβραίου), για να αναστηθεί ο Χριστός. Μετά πηγαίναμε όλοι στην εκκλησία και ανάβαμε κερί”.

*Από το βιβλίο του “Το λεκανοπέδιο των Μουριών”

We use cookies to improve our website. Cookies used for the essential operation of this site have already been set. For more information visit our Cookie policy. I accept cookies from this site. Agree