Του Παύλου-Σωκράτη Παυλίδη*
Εγραψα το βιβλίο αυτό έχοντας το ένα πόδι στο Κιλκίς και άλλο στο λεκανοπέδιο των Μουριών.
Εζησα τα παιδικά και εφηβικά μου χρόνια στο χωριό Ροδώνα, στο λεκανοπέδιο των Μουριών· γεύτηκα όλες τις εκδηλώσεις και δραστηριότητες της ζωής των κατοίκων του· γνώρισα κατά τις μεγάλες προσπάθειές του για επιβίωση.
Εφυγαν απ’ την Ανατολή κι ο καινούργιος ήλιος τους βρήκε στη Δύση, στα ριζά του Μπέλλες, στο λεκανοπέδιο των Μουριών.
Αχ, αυτή η Ανατολή!... θέλει χρόνο και διάθεση για βαθιές καταδύσεις αυτή η λαοθάλασσα της Ανατολής, όπου δεν έχουν τέλος τα μυστικά της. Ιδιαίτερα η δική μας Ανατολή.
Ο καθένα πήρε ό,τι πρόλαβε να πάρει ή ό,τι πρόλαβε να σκεφτεί ότι πρέπει να πάρει μαζί του. Ο ένας κρατούσε ένα μπόγο, ο άλλος κάποιο σκεύος του σπιτιού, ο τρίτος της εικόνες και η μάνα το παιδί.
Φεύγουν και πίσω δεν κοιτούν· κυνηγημένος ένας καλός λαός, προκομμένος λαός, χάνεται· αφήνουν τα σπίτια τους, όπου αιώνες ζούσαν εκεί, Σμυρναίοι, Μικρασιάτες, Πόντιοι, Θρακιώτες και Καυκάσιοι· ρακένδυτοι, ταλαιπωρημένοι, πεινασμένοι, άστεγοι, με την ελονοσία και τη φυματίωση να τους θερίζει.
Νέοι τότε, πάλεψαν με τη γη, προσπάθησαν να ορθοποδήσουν από την αρχή.
Μέσα σε λίγα χρόνια έγιναν ζωντανοί, πολυάνθρωποι, όμορφοι· σπαρταρούσαν από κίνηση, ορμή και πρόοδο.
Ντύθηκαν και ανθρωπίστηκαν, κινήθηκαν ελεύθερα και δούλεψαν, για να εξασφαλίσουν τη ζωή τους.
Είχαν αγάπη, αλληλοβοήθεια μεταξύ τους, έλαμπε στο πρόσωπό τους η χαρά, το χαμόγελο. Ο πυρετός της οικονομικής δραστηριότητας ανέβαινε ολοένα και πιο ψηλά.
Παντοπωλεία, κρεοπωλεία, υφασματοπωλεία, ολοένα και πλήθαιναν στο λεκανοπέδιο των Μουριών. Η καπνοκαλλιέργεια ανέβαζε στην επιφάνεια καινούργιος τζορμπατζήδες, που χρόνο με το χρόνο μεγάλωναν τις φυτείες, τα στρέμματα. Καλλιεργούσαν τη γη, πολεμούσαν την πείνα.
Ετρεφαν μικρά και μεγάλα κοπάδια που κάλυπταν τα βουνά, τα λαγκάδια και τα λιβάδια.
Ο καθημερινός μόχθος και η σκληρότητα της αγροτικής ζωής, έγραψαν Ιστορία. Αυτούς του ανθρώπους του μόχθου γνώρισα όσο μπόρεσα καλύτερα. Δούλεψαν τη γη, έθρεψαν τα ζωντανά με τα αρχέγονα μέσα της χειρωνακτικής εργασίας, της σωματικής εξάντλησης.
Σήμερα βλέπουμε τη μεγάλη διαφορά της τυχερής γενιάς. Είμαι κι εγώ ένας από τους μάρτυρες που έζησα και είδα τις αρχέγονες συνθήκες της ζωής αυτών των ανθρώπων.
Το κάνω λοιπόν, γιατί από χρόνια θεωρούσα ότι έπρεπε να αποκτήσουμε την Ιστορία του λεκανοπεδίου Μουριών, του κάθε χωριού, βγαλμένη από τα δικά μας χέρια, γιατί αν δεν γινόταν τώρα, δεν θα γινόταν ποτέ.
Δύσκολα χρόνια συνάντησαν οι πρώτοι πατέρες που ήρθαν εδώ, στο λεκανοπέδιο των Μουριών απ’ τα 1913 έως τα 1924. Μέσα σε κρύους χειμώνες και πύρινα καλοκαίρια, πνιγμένοι στη δουλειά.
Οι άνθρωποι αυτοί στάθηκαν το αλάτι της γης. Συγκέντρωσα τα ονόματα όσων μπόρεσα· όσοι γλίτωσαν και έζησαν από τη σφαγή των αδίστακτων Τούρκων, είναι γραμμένοι στις καταστάσεις κάθε χωριού.
Εδώ και αρκετά χρόνια όλα τα χωριά του λεκανοπεδίου των Μουριών ερήμωσαν· φεύγει η νεολαία και πίσω δεν κοιτά. Ποιός φταίει για τη φυγή; Ο κόσμος φεύγει σαν ποτάμι χωρίς γυρισμό.
Φαίνεται πως είναι γραμμένο να γίνει μ’ αυτόν τον τρόπο η αλλαγή της ανθρώπινης ζωής.
Σκέφθηκα να συγκεντρώσω ό,τι μπόρεσα και να γράψω όσα μπορώ, κάθε ιστορικό και παραδοσιακό στοιχείο του λεκανοπεδίου των μουριών με τα χωριά του, προτού ακόμη φύγουν και οι τελευταίοι.
Με το βιβλίο αυτό έχω τη γνώμη ότι θα δώσω την ευκαιρία στους σημερινούς κατοίκους να θυμηθούν όσα έζησαν και στους νέους όσα άκουσαν, να μάθουν, διαβάζοντας όσα δεν έτυχε να ακούσουν και να γνωρίσουν τις πατρογονικές τους ρίζες.
Θεωρώ χρέος μου να ευχαριστήσω θερμά όλους εκείνους, άνδρες και γυναίκες, που συνέβαλαν πρόθυμα στην συγκέντρωση στοιχείων γύρω από την ζωή των κατοίκων της περιοχής μας.
Η έρευνά μου στηρίχθηκε κυρίως σε αφηγήσεις ανθρώπων μεγάλης ηλικίας, που ανασκάλεψαν τη μνήμη τους και μου έδωσαν πληροφορίες.
Εάν ανταποκρίθηκα στις προσδοκίες των ανθρώπων του λεκανοπεδίου των Μουριών, αυτό για μένα αποτελεί την πιο ιδανική δικαίωση και ηθική ικανοποίηση.
Τους ευχαριστώ από την καρδιά μου.
Παύλος-Σωκράτης Ν. Παυλίδης
Κιλκίς 2005
*Από το βιβλίο “Το Λεκανοπέδιο των Μουριών”