ΓΙΩΣΕΦ ΕΛΙΓΙΑ

18 Μαϊος 2017

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΠΟΥ ΑΝΕΠΝΕΥΣΕ ΣΤΑ ΓΙΑΝΝΕΝΑ ΚΑΙ ΕΣΒΗΣΕ ΣΤΟ ΚΙΛΚΙΣ

Του Χρήστου Γκόλιαρη*

Ο Γιωσέφ Ελιγιά (Γ.Ε.) είναι Έλληνας ποιητής, εβραϊκής καταγωγής, ο οποίος ανήκει στη δημιουργική γενιά των ποιητών του μεσοπολέμου. Γεννήθηκε τo 1901 στα Γιάννενα και πέθανε σε νεαρή ηλικία 30 ετών, το 1931 στην Αθήνα. Οι τόποι δράσης και δημιουργίας του ήταν τα Γιάννενα, η Αθήνα και για σύντομο χρονικό διάστημα το Αργυρόκαστρο και το Κιλκίς. Η σχέση του με το Κιλκίς είναι ότι εδώ έζησε τους τελευταίους μήνες της ζωής του και έγραψε τα τελευταία ποιήματά του, ανάμεσα στα οποία τρία αναφέρονται στο Κιλκίς. Στις δεκαετίες του ΄80 και του ’90 γράφτηκαν ανάλογα άρθρα στο τοπικό Τύπο του Κιλκίς, με αναφορά στο έργο και τη ζωή του Γ.Ε. Το άρθρο μας αυτό έρχεται να προσθέσει τα νεότερα στοιχεία στη ζωή και το έργο του ποιητή μετά την «επανάγνωση» του έργου του, που επιχειρήθηκε κυρίως από το τμήμα Φιλολογίας, της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, με την καθοδήγηση της βασικής μελετήτριας του έργου του της Λέκτορος Ελένης Κουρμαντζή και την έρευνα του καθηγητή Παναγιώτη Νούτσου. Επίσης καταγράφηκαν νεότερες μελέτες για έργο του, με ιδιαίτερη αναφορά το δίτομο έργο του διδάκτορα της νεοελληνικής λογοτεχνίας του Α.Π.Θ. Λέων Α. Ναρ. Προκειμένου να κατανοήσουμε καλύτερα το έργο του ποιητή κρίνουμε σκόπιμο να παρουσιάσουμε σε συντομία την κοινωνική διαστρωμάτωση των Ιωαννίνων της εποχής εκείνης, καθώς και την υπόσταση της εκεί εβραϊκής κοινότητας.

Ιωάννινα, αρχές 20ου αιώνα. Ο πληθυσμός τους αποτελείται από Έλληνες, μουσουλμάνους και ρωμανιώτες Εβραίους. Το μεγαλύτερο μέρος τους διαβιεί εντός των τειχών του Κάστρου. Τα Ιωάννινα από την εποχή της κυριαρχίας του Αλή πασά αποτελούν το μεγαλύτερο εμπορικό κέντρο της Δ. Ελλάδας και στην απογραφή της 6ης Οκτωβρίου 1913, ο πληθυσμός ανερχόταν σε 16.528 κατοίκους, εκ των οποίων χριστιανοί 11.842, μουσουλμάνοι 2.184 και Εβραίοι 2.502.Το εμπόριο της πόλης βρίσκεται στα χέρια των Ελλήνων και των Εβραίων, ενώ  ο πλούτος στα χέρια ολίγων εβραϊκών οικογενειών. Αντίθετα η πλειοψηφία των Εβραίων ανήκει στα μικροαστικά έως φτωχοποιημένα στρώματα. Οι Έλληνες ασχολούνται κυρίως με την αγροτική και το εμπόριο, ενώ οι μουσουλμάνοι είναι εργάτες γης και βοηθοί τεχνιτών.

Οι ρωμανιώτες Εβραίοι των Ιωαννίνων, ήταν μια κοινότητα η οποία χρονολογείται στα Γιάννενα από τον 9ο αιώνα μ.Χ. Οι ρωμανιώτες είναι αυτόχθονες Εβραίοι της Ανατολής και η ονομασία τους προέρχεται από τη λέξη «Ρωμαίοι», όπως και οι Έλληνες Χριστιανοί ονομάζονταν «Ρωμιοί». Η γλώσσα τους ήταν μίγμα της ελληνικής δημοτικής γλώσσας, όπως ομιλείται στην Ήπειρο, αναμεμειγμένη με τούρκικες, εβραϊκές και ιταλικές προσμίξεις, ενώ η γραφή τους ήταν στα εβραϊκά. Επίσης είχαν πολλές λαογραφικές επιδράσεις από τους Έλληνες. Στις αρχές του 20ου αιώνα οι Εβραίοι στα Γιάννενα διέθεταν 2 συναγωγές και ένα βασικό σχολείο το «Ταλμούδ-Τορά», που ιδρύθηκε το 1875 και φοιτούσαν μόνο άρρενες. Το 1904 δημιουργήθηκε η Εκπαιδευτική Σχολή «Alliance Israelite Universelle», όπου φοιτούσαν άρρενες και θήλεις και η οποία με έδρα το Παρίσι αποτελούσε το «προκεχωρημένο εργαλείο» των Εβραίων της Ευρώπης, για να ανεβάσουν το μορφωτικό επίπεδο των ομοεθνών τους και να προωθήσουν τις αρχές του διαφωτισμού. Επίσης υπήρχε η ισραηλιτική εκπαιδευτική εταιρία «Χεβράθ Ταλμούδ Τορά», βασικός παράγοντας  για την πνευματική και οικονομική αναβάθμιση τους. Την ίδια εποχή οι Εβραίοι είχαν αναπτύξει μεγάλες δραστηριότητες σε όλους τους τομείς της οικονομίας. Είχαν Τραπεζικό οίκο, άλλοι ήταν καταστηματάρχες, τεχνίτες-επαγγελματίες, επιστήμονες, ακόμα και αχθοφόροι ασχολούνταν κάποιοι  από μικρά παιδιά, που αργότερα αναδεικνύονταν σε οικονομικούς παράγοντες. Το 1925 στον Εμπορικό Σύλλογο Ιωαννίνων ήταν γραμμένοι 63 Εβραίοι έμποροι και 23 χριστιανοί. Ενώ οι λίγοι πλούσιοι Εβραίοι ήλεγχαν μαζί με μέρος των Ελλήνων το εμπόριο της περιοχής, η πλειοψηφία των Εβραίων ανήκε στα φτωχά λαϊκά στρώματα που ασχολούνταν κυρίως με το πλανόδιο εμπόριο ή ήταν μικροτεχνίτες και εργάτες. Με τους Εβραίους των Ιωαννίνων αναμείχθηκαν στο παρελθόν και οι αφιχθέντες εκεί σεφαραδίτες Εβραίοι, διωχθέντες το 1492 από την Ισπανία, οι οποίοι όμως αφομοιώθηκαν πλήρως από το ρωμανιώτικο στοιχείο. Η συμβίωση Ελλήνων, Εβραίων και μουσουλμάνων περνούσε από διακυμάνσεις κατά χρονικές περιόδους,  αλλά γενικά υπήρχε μεταξύ τους ανοχή και συμμετείχαν σε παραδοσιακές και πολιτισμικές εκδηλώσεις της κάθε κοινότητας. Στην περίοδο της Γερμανικής κατοχής αριθμούσαν 1.500 άτομα και την πλειοψηφία αυτών την  επιβίβασαν οι Γερμανοί σε 97 ανοιχτά καμιόνια στις 25 Μαρτίου 1944 και τους μετέφεραν σε άγνωστο μέρος. Κανείς δεν επέστρεψε πίσω και όλοι θεωρούνται εκτελεσθέντες σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Σήμερα δεν υπάρχει αξιοσημείωτη εβραϊκή κοινότητα στα Γιάννενα, αλλά υπάρχουν καλοδιατηρημένες οικίες  της εβραϊκής συνοικίας και μια οδός μάλιστα φέρει το όνομα του ποιητή Γιωζέφ Ελιγιά.

Βιογραφικό Γιωσέφ Ελιγιά. Ο ποιητής γεννήθηκε στα Γιάννενα το 1901. Καταγόταν από μια πολύ φτωχή μικροαστική εβραϊκή οικογένεια. Ο πατέρας του Ηλίας ήταν τεχνίτης-τσαγκάρης και κατά διαστήματα ασχολείτο ως μικροπωλητής και έφθανε ως το Αργυρόκαστρο και το Μπεράτι της σημερινής Αλβανίας. Η οικογένεια δεν είχε άλλα παιδιά. Ο πατέρας του πέθανε το 1921 και η μητέρα του Χανούλα (την οποία ο ποιητής υπεραγαπούσε) αναγκάστηκε να δουλέψει σαν οικιακή βοηθός σε σπίτια Εβραίων και χριστιανών. Διέμεναν σε ένα φτωχικό σπίτι στην οδό Αρσάκη. Οι ρωμανιώτες Εβραίοι παλαιότερα έδινα στα παιδιά τους δύο ονόματα το κύριο και δίπλα το όνομα του πατέρα. Αργότερα για να γίνεται διάκριση τοποθέτησαν και επίθετο. Συνήθως οι ρωμανιώτες ως επίθετο έβαζαν τα παρωνύμια που είχε ο καθένας και έτσι το πλήρες όνομα του ποιητή ήταν Γιωσέφ Ηλία Καπούλιας.

Ο Γιωσέφ Ελιγιά από μικρός έδειξε κλίση στα γράμματα και γράφτηκε στη «Alliance Israelite Universelle» απ’ την οποία αποφοίτησε το 1918. Ο Γιωσέφ διακρίθηκε γρήγορα για τη δίψα του στη μάθηση και για την οξύνοιά του, ενώ μεταξύ των δασκάλων του ήταν ο πολυμαθής Αβραάμ Δαυίδ, ο οποίος τον μύησε στην εβραϊκή ιστορία και παράδοση. Αργότερα θα τον προστατέψει οικονομικά, ο πλούσιος έμπορος Σαμπεθάι Καμπιλή, ο οποίος ηγείτο της εβραϊκής κοινότητας και τον προετοίμαζε για διάδοχό του, μέχρι που επήλθε η ριζοσπαστικοποίηση του Ελιγιά και βρέθηκαν σε «αντίπαλα στρατόπεδα» και ο Καμπιλή έγινε ο μεγαλύτερος διώκτης του Ελιγιά. Ο Γ.Ε. ήταν πάμφτωχος και αυτό αποδεικνύεται και από τον ίδιο, όταν αναφέρει ότι κατόρθωσε με αφάνταστες στερήσεις να αποκτήσει στην προτελευταία τάξη το γαλλικό λεξικό «Petit Larousse». Η υψηλού επιπέδου επίδοσή του στη σχολή της Alliance τον βοηθά να αναλάβει καθηγητής των Γαλλικών στη σχολή αυτή το 1919, μετά την αποφοίτησή του. Στην ηλικία αυτή τον βρίσκουμε για πρώτη φορά να δημοσιεύει στο περιοδικό «Ισραήλ» των Τρικάλων ένα ποίημα σιωνιστικού περιεχομένου με τίτλο «Οι τρεις Ραββίνοι». Παράλληλα Μελετά τα νεοελληνικά γράμματα και τελειοποιείται στην ελληνική γλώσσα, που ήταν η μητρική του. Πηγαίνει στο στρατό το 1920 και με την απόλυσή του το 1921 επανέρχεται στη θέση του στη Σχολή. Επειδή η αμοιβή του ήταν πενιχρότατη, παρέδιδε ταυτόχρονα και ιδιαίτερα μαθήματα στη γαλλική γλώσσα.

Μελετά την εβραϊκή φιλολογία, αλλά και την εβραιολογία και γίνεται βαθύς γνώστης της ταλμουδικής και μεταταλμουδικής φιλοσοφίας και ποίησης. Η εμφάνιση του στα γράμματα είναι επηρεασμένη από το σιωνισμό. Εδώ να αναφέρουμε ότι στις αρχές του 19ου αιώνα, μέσα στον παγκόσμιο εβραϊσμό, συναντούνται τρία ιδεολογικά ρεύματα: Ο σιωνισμός, με ηγέτες τους διανοούμενους Tivadar Herzl και Max Nordau, διακήρυττε τη δημιουργία μιας εβραϊκής πατρίδας. Αντίθετα ο αφομοιωτισμός πρότεινε τη μόρφωση και την εξύψωση του πολιτισμού των απανταχού εβραίων και παράλληλα την παραμονή τους στις κατά τόπους πατρίδες τους. Τέλος, ο σοσιαλισμός πρόσταζε τον διαχωρισμό των φτωχών εβραίων από τους πλούσιους και την υπέρβαση του διλήμματος μεταξύ σιωνισμού και αντισημιτισμού διαμέσου του σοσιαλιστικού αγώνα. Τα πρώτα χρόνια κατά τα οποία αναδεικνύεται ως ποιητής, παράλληλα με το σιωνισμό, η κοινωνική του ζωή ( φτώχεια) τον οδηγεί στη λυρική ποίηση με φόντο την απαισιοδοξία (πεσιμισμός), που τον ακολουθεί σε όλη του τη ζωή. Την ίδια εποχή εμπνεόμενος από τα συναισθήματά του παρουσιάζει τα πρώτα ρομαντικά, ερωτικά και ειδυλλιακά του ποιήματα, όπου σε όλα αυτά εκτός του πεσιμισμού τα διατρέχει το «ανικανοποίητο όνειρο». Ενδεικτικά να αναφέρουμε τα ποιήματά του : «Απλά λογάκια της αγάπης», «Μεσ’ στο ποτήρι του ονείρου», «Νοσταλγία», «Αγάπη», «Στοργή», «Θάψε τον έρωτα βουβά», «Απ’ τα τραγούδια της Παμβώτιδας» κ.ά. Υπόψη ότι στα Γιάννενα τη δεκαετία του 1920, εκδίδονται οι εφημερίδες « Ήπειρος» του Γιαννιώτη λόγιου Γ. Χατζή-Πελλερέν και η « Ελευθερία» του γνωστού λογοτέχνη Χρήστου Χρηστοβασίλη. Επίσης «ο Κήρυξ», «η Ηπειρωτική Ηχώ», καθώς και άλλες μικρότερης εμβέλειας εφημερίδες, γεγονός που επιτρέπει στον Γ.Ε. να έχει μεγάλο πλαίσιο δυνατοτήτων δημοσίευσης των έργων του.

Στα Γιάννενα αυτής της εποχής, όπως αναφέραμε παραπάνω, κυριαρχεί η φτώχεια. Σ’ αυτήν την κατάσταση, η οποία είναι απόρροια των μετά του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και της Μικρασιατική εκστρατείας συνθηκών, αρχίζει να αμβλύνεται η διάκριση μεταξύ Ελλήνων χριστιανών, Εβραίων και μουσουλμάνων(όσων είχαν παραμείνει τότε στα Γιάννενα). Παράλληλα φθάνουν τα μηνύματα της Οκτωβριανής επανάστασης της Ρωσίας, αλλά και οι ιδέες του Έλληνα Εβραίου ριζοσπάστη Αβραάμ Μπεναρόγια (Φεντερασιόν, ΣΕΚΕ, ΚΚΕ).Επακόλουθο αυτών είναι να δημιουργηθεί στην πόλη αυτή ένας σοσιαλιστικός πυρήνας, ο οποίος περιστρέφεται γύρω από το Εργατικό Κέντρο Ιωαννίνων, με πρωτοπόρα τη συντεχνία των τσαγκάρηδων. Οι τσαγκάρηδες μάλιστα εκδίδουν την εφημερίδα «Άνθρωπος», που κυκλοφόρησε το 1922. Επίσης, το 1924 θα κυκλοφορήσει μια άλλη σοσιαλιστική εφημερίδα, ο «Νέος Αγών», προϊόν και αυτή του ίδιου σοσιαλιστικού πυρήνα, και δη των απόμαχων της μικρασιατικής εκστρατείας, οι οποίοι έχουν ιδρύσει την αριστερίζουσα «Πανηπειρωτική Ένωση Παλαιών Πολεμιστών». Αυτό είναι και το κλίμα μέσα στο οποίο ριζοσπαστικοποιείται και αναδεικνύεται ως διανοούμενος σοσιαλιστής ο Γιωσέφ Ελιγιά, ο οποίος τα τελευταία χρόνια είχε μετακινηθεί από το σιωνισμό στον αφομοιωτισμό, επηρεασμένος από το πνεύμα της «Alliance». Εδώ παύει προσωρινά η λυρική του ποίηση με τους τόνους πεσιμισμού της, για να εμβαπτιστεί σε μια νέα ποιητική, πιο ρωμαλέα και πιο κοινωνική που υπηρετεί την «Προλεταριακή Τέχνη», όπως ο ίδιος το διατύπωσε. Στο μοτίβο αυτό γράφει το τολμηρό του ποίημα «Αντιμιλιταρισμός ή Μπότα», που προκάλεσε κυριολεκτικά αναστάτωση στους συντηρητικούς κύκλους της μικρής γιαννιώτικης κοινωνίας. Με το ποίημά του δε «Φαρισαίοι» κυριολεκτικά «πετά το γάντι» στους πλούσιους και εκμεταλλευτές ομόθρησκους του, οι οποίοι την αρχική έκπληξή τους την μετατρέπουν σε μίσος και οργή προς το νεαρό προστατευόμενο, αλλά «μηδίσαντα» ομοεθνή τους. Σε μαρτυρία (για το ποίημα αυτό) μάλιστα που καταθέτει ο γιατρός, μετέπειτα Δήμαρχος Ιωαννίνων, Πέτρος Αποστολίδης, διαβάζουμε:

 -Πώς το εμπνεύστηκες αυτό, μωρέ Γιωσέφ, τον ρωτώ.

-Από τη Συναγωγή. Βλέπεις εκεί όλους αυτούς τους Μπατήσιδες, τους Καμπελήδες, τους Μαρκάδους και τους άλλους σπεκουλάντες, που ολημερίς κατακλέβουν τον κόσμο στο παζάρι, να κάθονται εδώ σκυφτοί και τάχα συντριμμένοι και με μια πετσέτα στο λαιμό και στο κεφάλι να κουνιούνται μπρος και πίσω στο ρυθμό των ύμνων».

Αυτός όμως συνεχίζει το δρόμο που χάραξε. Αποκτά «μόνιμη φωνή» στην εφημερίδα « Νέος Αγών» και δημοσιεύει πάντοτε στην πρώτη σελίδα της και ένα ποίημα του με αρχή το χαρακτηριστικό του ποίημα «Εργάτης»,

Στα Γιάννενα όμως, παράλληλα, έντονη παραμένει και η πνευματική δράση των διανοούμενων αυτής της πόλης. Ιδρύεται εδώ ο προοδευτικός «Εκπαιδευτικός Όμιλος Ιωαννίνων», παράρτημα αυτού των Αθηνών, με στόχο την καθιέρωση της δημοτικής ως επίσημης γλώσσας και τη διερεύνηση τρεχόντων φιλολογικών και εκπαιδευτικών ζητημάτων. Σε μια συνεδρίαση αυτού του Ομίλου προσκαλείται και ο Ελιγιά, ο οποίος, σε ένα κατάμεστο ακροατήριο, στη Ζωσιμαία Σχολή Ιωαννίνων, παραδίδει τη διάλεξή του με θέμα «Περί Μεταβιβλικής Ποιήσεως». Η διάλεξη αυτή, το Δεκέμβριο του 1924, αφιερωμένη στον δάσκαλό του Αβραάμ Δαυίδ, περιστρέφεται γύρω από το ιστορικό γίγνεσθαι, την Τέχνη, τον ιουδαϊσμό και τον χριστιανισμό, την εβραϊκή παράδοση, φθάνοντας ακόμη και στους φιλόσοφους ποιητές της μεσαιωνικής Ισπανίας, και όλα τούτα, υπό το πρίσμα της μαρξιστικής θεώρησης. Η διάλεξή του σχολιάστηκε θετικά από όλους τους διανοούμενους αρθρογράφους των εφημερίδων των Ιωαννίνων. Το περιεχόμενο της διάλεξης αυτής απέδειξε την υψηλή πνευματική κατάρτιση του Γ.Ε. αλλά και την ερευνητική και επιστημονική του συγκρότηση, με αποτέλεσμα όχι μόνο να συγκλονίσει τους πνευματικούς και θρησκευτικούς κύκλους των Ιωαννίνων, αλλά με τη δημοσίευση της διάλεξης σε εφημερίδες των Αθηνών ο Γ.Ε. να γίνει γνωστός στους λογοτεχνικούς και γενικότερα πνευματικούς κύκλους των Αθηνών σαν ένας ανερχόμενος εμβριθής άνθρωπος του πνεύματος. Ο Ελιγιά λοιπόν ο οποίος ξεκίνησε τον ιδεολογικό του προσανατολισμό από τον σιωνισμό και στη συνέχεια μεταπήδησε στον αφομοιωτισμό, καταλήγει πλέον στο σοσιαλισμό. Αποτέλεσμα της ιδεολογικής του μεταστροφής είναι να αποτελέσει για την ηγετική ομάδα των ομοεθνών του «persona non grata», να παυθεί από την «Alliance», να μην υπάρχει πλέον εργασία ούτε και για τη μητέρα του και το κλίμα να γίνεται στα Γιάννενα ξένο και εχθρικό προς αυτόν. Σ’ αυτή τη δύσκολη στιγμή (Δεκέμβριος 1924) συλλαμβάνεται μαζί με άλλους ομοϊδεάτες του, με βάση τον ισχύοντα στρατιωτικό νόμο ως κομμουνιστής και καταλήγει στη φυλακή. Σύντομα αποφυλακίζεται και φοβούμενος για τη ζωή του (άγνωστος του επιτέθηκε μεσημέρι σε κεντρικό δρόμο και τον κτύπησε) φεύγει από τα Γιάννενα στις αρχές του 1925 και πηγαίνει στους φίλους του Εβραίους στο Αργυρόκαστρο. Διαπιστώνοντας το περιορισμένο εκεί πνευματικό περιβάλλον, αφού πουλά το σπίτι του στα Γιάννενα, κατεβαίνει με τη μητέρα του στην Αθήνα, διωγμένος ουσιαστικά από τη γενέθλια του πόλη. Αυτή την οδυνηρή κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει την περιγράφει στο σχεδόν νιτσεϊκό ποίημα του, με τον τίτλο «Στον εαυτό μου», το οποίο έγραψε στην Αθήνα το 1926.

Η ζωή στην Αθήνα. Η ζωή του στην Αθήνα είναι διττή. Αφενός μεν ζει με τη μητέρα του κάτω από δύσκολες συνθήκες, ασχολούμενος τα πρωινά με διάφορες εργασίες αφετέρου δε γι’ αυτόν ανοίγουν όλες οι πόρτες των πνευματικών κύκλων. Στην Αθήνα γνωρίζεται και δημιουργεί ιδιαίτερες σχέσεις με πνευματικούς ανθρώπους όπως τους Μ. Αυγέρη, Φ. Κόντογλου, Κ. Βάρναλη, Γρ. Ξενόπουλο, Στ. Δάφνη, Μιλ. Μαλακάση και άλλους, οι οποίοι αναγνωρίζουν το έργο του και τον θεωρούν ανερχόμενο ποιητή. Παράλληλα φοιτά στη Γαλλική Ακαδημία για να λάβει το δίπλωμα του καθηγητή Γαλλικών και να διδάσκει επίσημα, ενώ παραδίδει μαθήματα σε ιδιωτικά σχολεία. Την ίδια εποχή εντάσσεται στο πνευματικό επιτελείο της εγκυκλοπαίδειας «Πυρσός» μαζί με Βάρναλη, Ρίτσο κ.α. συντάσσοντας λήμματα για την εβραϊκή φιλοσοφία και φιλολογία, αφού ήταν ο μοναδικός Έλληνας-Εβραίος διανοούμενος της εποχής. Το 1931 ανοίγει συνεργασία με το αριστερό περιοδικό «Πρωτοπόροι», στη σύνταξη του οποίου είναι η Γαλ. Καζαντζάκη, ενώ παρουσιάζει τα ποιήματά του και σε μια σειρά άλλων περιοδικών όπως «Νουμάς», «Κριτική και Τέχνη», «Νέα Επιθεώρηση» κλπ. Το 1927 νοστάλγησε τα Γιάννενα και αποφασίζει να τα επισκεφθεί αναγνωρισμένος πλέον στους πνευματικούς κύκλους της Αθήνας. Όλοι τον υποδέχτηκαν θερμά αναγνωρίζοντας την αξία του, ξεχνώντας όλα τα παλιά. Βρήκε την ευκαιρία τότε να μελετήσει τα ήθη και τα έθιμα της πόλης του. Το 1928, με τη λήψη το πτυχίου της Γαλλικής Ακαδημίας επιδιώκει να διοριστεί στο Δημόσιο ως καθηγητής Γαλλικών. Δυστυχώς γι’ αυτόν όμως ο ιδεολογικός του προσανατολισμός αποτελεί απαγορευτικό στοιχείο για μια θέση στην Αθήνα και κατορθώνει όμως με τη διαμεσολάβηση του Μ.Αυγέρη να διοριστεί το 1930 στο Γυμνάσιο Κιλκίς, το οποίο την εποχή εκείνη για τους Αθηναίους αποτελούσε …..τόπο εξορίας! Ο Γ.Ε. αποδέχεται τη θέση με την ελπίδα της προοπτικής για μετάθεσή του στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, όπου ο Βυζαντινολόγος καθηγητής Ν. Βέης του υποσχέθηκε έδρα Εβραιολογίας.

Το Κιλκίς εκείνη την εποχή αποτελούσε μια μικρή κοινότητα 5.000 περίπου κατοίκων με μια φυλετική πολυχρωμία προσφύγων-κατοίκων, οι οποίοι σε συντριπτική πλειοψηφία ζούσαν σε απόλυτη ένδεια. Σπίτια μικρά, σπίτια –παράγκες, στους δρόμους λάσπη ή σκόνη και ανύπαρκτη πνευματική και κοινωνική ζωή. Σ’ αυτό το Κιλκίς έρχεται λοιπόν ο Ελιγιά και από τις πρώτες μέρες νιώθει βαρύ και αφιλόξενο το περιβάλλον. Διαμένει στο ξενοδοχείο «Αβέρωφ». Τύπος μοναχικός και το περιβάλλον των συναδέλφων του εχθρικό προς αυτόν λόγω των «αφιχθεισών» πληροφοριών περί της ιδεολογίας του. Με το Γυμνασιάρχη είχε συνεχείς προστριβές που οφείλονταν στην εβραϊκή καταγωγή του. Ο μελετητής του έργου του Λέων Α. Ναρ, πήρε συνέντευξη στις 19.7.2001 από τον κιλκισιώτη μαθητή του Ελιγιά, τον Αντώνη Γεωργιάδη. (Τον Α. Γεωργιάδη θα τον θυμούνται οι παλαιότεροι, πέθανε στις αρχές της δεκαετίας του 2000. Ήταν συνταξιούχος του Ταχυδρομείου και γνωστός στους Κιλκισιώτες για τους αγώνες του στο χώρο της Αριστεράς. Έμενε μόνος στη διώροφη κατοικία του στην αρχή της οδού Σπάρτης. Προσωπικά διατηρούσα ιδιαίτερη φιλία μαζί του, ήταν πολύ καλλιεργημένο άτομο και με κοινές παρέες συζητήσαμε πολλές φορές. Αγνοούσα πάντως ότι ήταν μαθητής του Ελιγιά). Αναφέρει λοιπόν στη συνέντευξή του ο Α. Γεωργιάδης ότι ο Γ.Ε. ήταν πάντα σοβαρός, ολιγόλογος, μοναχικός και πολύ εργατικός. Προσπαθούσε να μεταφέρει στους μαθητές του ιδιαίτερες γνώσεις. Στο ιδεολογικό επίπεδο ήταν πολύ προσεκτικός, δεν ανέφερε τίποτα, αλλά στη διδασκαλία του φαινόταν οι προοδευτικές του τάσεις. Στους μαθητές του ήταν συμπαθής και αγαπητός. Επίσης για τη σχέση του Γ.Ε. με το Κιλκίς, ο Λέων Α. Ναρ αναφέρει ένα απόσπασμα από κείμενο του Κ.Θ.Δημαρά: «Από το Κιλκίς αρχίζει η τρίτη περίοδος της ζωής του λιγόχρονη και τραγική. Δημιουργική αλλά και απαισιόδοξη…..Το Κιλκίς του θύμιζε έντονα τη θλιβερή διαβίωση στα Γιάννενα. Κατωτερότητα και πλήξη που γίνεται εντονότερη έπειτα από τις πνευματικές μέρες της καλής Αθήνας».

 Στο Κιλκίς γράφει ποιήματα και μεταφράζει τους ψαλμούς και άλλες βιβλικές ποιητικές ενότητες (Άσμα Ασμάτων) κλπ. τα οποία δημοσιεύει σε περιοδικά της Αθήνας αλλά και στο περιοδικό «Ελλοπία» της γενέτειρά του. Δείγματα της ποίησης του Γ.Ε. στο Κιλκίς είναι το ποίημα «Πουρείμ» (Εβραϊκό Καρναβάλι) και είναι αφιερωμένο στη μητέρα του,«κάτι σαν γράμμα» όπως αναφέρει ο ίδιος και τα δύο ποίηματά του με τον τίτλο «Κιλκίς». Το πρώτο από αυτά τα δύο είναι επηρεασμένο από την «Πρέβεζα» του Καρυωτάκη και το αφιερώνει στην «μακάρια μνήμη του ποιητή της Πρέβεζας».Τα παραπάνω ποιήματα εκφράζουν την απόγνωση και την πλήξη του που βρίσκεται σ’ αυτή τη μικρή επαρχιακή πόλη της Μακεδονίας. Δυστυχώς όμως ο βίος του ποιητή ήταν μετρημένος. Το Απρίλιο του 1931 προσβάλλεται από κοιλιακό τύφο, ζητά να νοσηλευτεί σε νοσοκομείο αλλά το απαγορεύει ο προϊστάμενός του. Έτσι σε άσχημη πλέον κατάσταση μεταφέρεται μέσα Ιουλίου στην Αθήνα, στο νοσοκομείο  «Ευαγγελισμός», όπου και αφήνει την τελευταία του πνοή στις 27 Ιουλίου 1931.

Ο Γιωσέφ Ελιγιά στην ηλικία που έφυγε δεν πρόλαβε να ξετυλίξει το πηγαίο ταλέντο του και να προσφέρει τα μέγιστα στο ελληνικό λογοτεχνικό πάνθεο. Με το μικρό και σύντομο έργο του δεν μπορεί να σταθεί δίπλα στους «Μεγάλους» της νεοελληνικής ποίησης (Σολωμό, Παλαμά κλπ.). Πρότυπο της κοσμοθεωρίας του ( αγάπη, ειρηνική συνύπαρξη, κοινωνική δικαιοσύνη) το ποίημα του «Ιησούς». Ωστόσο για να παρουσιάσουμε πιο ρεαλιστικά τα γεγονότα, ο Γιωσέφ Ελιγιά, πέρασε στα ψιλά της νεοελληνικής λογοτεχνίας κυρίως λόγω θρησκεύματος και ιδεολογίας( Εβραίος και αριστερός). Επί δεκαετίες βρισκόταν σε λογοτεχνική αφάνεια. Είχε παραμείνει γνωστός κυρίως ως ο ποιητής της Παμβώτιδας και της Ρεββέκας. Οι χαρακτηρισμοί αυτοί εκφράζουν τη λεπτή ψυχή του Ελιγιά και ήταν οι δύο άξονες της ποίησης του, που τον έκαναν γνωστό στους πνευματικούς κύκλους των Ιωαννίνων και της Αθήνας στη δεκαετία του ‘20. Η ταξική ποιητική του έκφραση όμως, που ήταν και το κυριάρχο ύστερο έργο του, άρχισε να γίνεται γνωστή μόλις τα τελευταία χρόνια με τις μελέτες των πανεπιστημιακών Παν. Νούτσου, Ελ. Κουρματζή και του Δρ. Λέων Α. Ναρ. Από το 1997 το έργο του διδάσκεται συστηματικά στο Τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, καθώς επίσης το όνομά του έχει καταλάβει δεσπόζουσα θέση σε λογοτεχνικές ημερίδες και λογοτεχνικά συγγράμματα.

Το έργο του-η ποιητική του: Η ποίηση του Γ. Ελιγιά γράφεται πριν από τη μοντερνίστικη γραφή, που εγκαινιάζουν ο Γ. Σεφέρης και ο Ο. Ελύτης και οι άλλοι Έλληνες υπερρεαλιστές. Γενικά  έχει το στίγμα του «ελάσσονος ποιητή». Υπόψην ότι τα περισσότερα ποιήματα του τα κυκλοφόρησε με το ψευδώνυμο « Ιούλιος Συγγουλιέρος», για τον φόβο των …… «ιουδαίων», όπως έλεγε αστειευόμενος ο ίδιος. Τελευταία, το ποιητικό του έργο επανεκτιμάται θετικά. Η χρονική περίοδος κατά την οποία έζησε καθώς και οι αισθητικές και ιδεολογικές του επιδράσεις γίνονται αντικείμενο επιστημονικής έρευνας. Επιχειρώντας μια συνολική αποτίμηση θα λέγαμε ότι ο Ελιγιά δε βρίσκεται στην αιχμή των λογοτεχνικών ρήξεων και δε μπορεί να χαρακτηρισθεί μείζων ποιητής, αλλά οπωσδήποτε διεκδικεί με αξιώσεις «τα μέγιστα του ήσσονος», όπως αναφέρει κάποιος μελετητής του έργου του. Το αναμφισβήτητα όμως μοναδικό (και ανεπανάληπτο έως σήμερα) στον Ελιγιά είναι ότι κατάφερε με το έργο του να υπογραμμίσει τη διαλεκτική και συχνά αντιφατική σχέση ελληνισμού και εβραϊσμού, ενσωματώνοντας στο έργο του το βιβλικό τόνο, συχνά ανάμεικτο «μ' ένα στοιχείο ερωτισμού και ειδυλλιακής φυσιολατρίας».

ο Γιωσέφ Ελιγιά ξεκίνησε μετά το 1921 έναν πνευματικό-κοινωνικό αγώνα. Μία περίοδος που τον επηρέασε βαθύτατα και από λυρικός - ρομαντικός ποιητής, όπως ξεκίνησε, μετατράπηκε σε έναν επαναστάτη ποιητή. Η ποίηση του Ελιγιά, αναδεικνύει το προφίλ ενός πολύπλευρου και ανήσυχου διανοητή, ενός παθιασμένου και τολμηρού πνεύματος, όπου ο ρομαντισμός συμπλέει με το ριζοσπαστισμό και η σεμνότητα με την πολύπλευρα ανοιχτή ματιά, που δε  διστάζει να συγκρουστεί με το συντηρητικό, κλειστοφοβικό αλλά κυρίαρχο κατεστημένο των ομόθρησκων του, προτάσσοντας έναν ιδιαίτερα τολμηρό προβληματισμό, αναζητώντας ίσως τη δική του ουτοπία. Μια ριζοσπαστική προσέγγιση της δημιουργίας του Γ.Ε. επιχειρείται από τον Σάββα Μιχαήλ, εβραϊκής καταγωγής, γνωστό συγγραφέα, θεωρητικό της επαναστατικής αριστεράς και καλό γνώστη της αρχαίας και σύγχρονης φιλοσοφίας, ο οποίος αναφέρει: «Ο Γιοσέφ Ελιγιά είναι ο λυρικός εκπρόσωπος, στον ελλαδικό και ελληνόφωνο χώρο, του ευρύτερου ρεύματος του σύγχρονου επαναστατικού ιουδαϊκού μεσσιανισμού, που αγκάλιασε πολλά και έξοχα πνεύματα της ιουδαϊκής διανόησης και νεολαίας στην Ευρώπη, πριν και μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο».

Από γραμματολογικής-λογοτεχνικής πλευράς ιδωμένο το έργο του, με τη χρήση συγκεκριμένων λέξεων και εννοιών (προοδευτικών για την εποχή του ), μας δείχνει ο ποιητής τόσο τεχνικά όσο και ιδεολογικά ότι είναι πάρα πολύ θαρραλέος και τολμηρός. Η αγάπη και ο έρωτας μέσα από το έργο του έχει μορφή αισθησιακή, αλλά παράλληλα εγκεφαλική και γεμάτη ένταση. Άλλα ποιήματά του τα χαρακτηρίζει ένας τόνος βιβλικός, ενώ άλλα ένας τόνος ανάμικτος με ερωτισμό και ιδεαλισμό και με κάποιο ειδυλλιακό μοτίβο. Παρέμεινε πιστός του μετρικού και του ομοιοκατάληκτου στίχου και δεν ακολούθησε τις νέες μορφές τεχνικής που υιοθέτησαν οι σύγχρονοί του. Την περίοδο 1921 με 1924 πραγματοποιεί μια στροφή στο συμβολισμό, ώστε κάποιοι μελετητές του να τον κατατάσσουν στον «καρυωτακισμό». Αρκετοί μελετητές του όμως δεν τόνισαν τις ποικίλες αντινομίες που χαρακτηρίζουν το έργο του, όπως λυρισμός-καταγγελία, εξομολόγηση-κραυγή, αθωότητα-υποψία, τρυφερότητα- αυτοσαρκασμός που είναι και ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες. Η ποίησή του θεματογραφικά αποτυπώνεται κυρίως γύρω από τις παραδόσεις της Βίβλου, το ειδυλλιακά τοπίο, το θαυμασμό στην αγάπη και τον έρωτα, την κοινωνική και πολιτική καταγγελία, την ανεξιθρησκία και την αγάπη του στον ελληνισμό και τον Ιουδαϊσμό. Από κάποιους κριτικούς του καιρού του η ποίησή του χαρακτηρίστηκε άλλοτε μελαγχολική και χαμηλόφωνη, άλλοτε τραγική, χωρίς ωστόσο αρκετοί κριτικοί να της αναγνωρίζουν ιδιαίτερα προτερήματα. Αντίθετα, οi Κ. Παλαμάς, Γρ. Ξενόπουλος και Κ.Θ. Δημαράς είδαν την πρωτοτυπία του Ελιγιά στη συνύπαρξη Εβραϊκού και Ελληνικού στοιχείου. Για τον Παλαμά ο Ελιγιά είναι «σύνδεσμος όχι συνηθισμένος μεταξύ της Ελληνικής ευρυθμίας και της Βιβλικής μεγαλοπρέπειας». Για τον Γ. Ξενόπουλο: «Ο πρώτος μετά την Αλεξανδρινήν περίοδον που αποτελεί δεσμόν μεταξύ των ομοφύλων του και των Ελλήνων». Ο Δημαράς έγραψε για τον Γ.Ε.: «Γνώριζε να συνδυάζει το λυρισμό της Εβραϊκής του καταγωγής με την μορφική επεξεργασία που είναι του ελληνικού πνεύματος η απαίτηση». Πάντως να τονίσουμε με ιδιαίτερη έμφαση ότι στις δεκαετίες μετά το θάνατό του, το έργο του Ελιγιά αποσιωπήθηκε και περιέπεσε στην αφάνεια.

Ο Γ.Ε. μετέφρασε και πάρα πολλά έργα της εβραιολογίας, κάτι που αποτιμήθηκε πολύ θετικά από τους ομόθρησκους του τα τελευταία χρόνια και για το λόγο αυτό του αποδίδουν τελευταία ιδιαίτερες τιμές, με εκδηλώσεις, εκδόσεις, μνημεία κλπ. Καταπιάστηκε με την έρευνα και τη μελέτη της ιουδαϊκής γραμματολογίας, ενώ παράλληλα μετέφρασε με ιδιαίτερη μεγαλοπρέπεια δύο έργα, τους «ψαλμούς του Δαυίδ» και το «Άσμα Ασμάτων». Επίσης είχε αρχίσει να μεταφράζει την Παλαιά Διαθήκη, έργο που δεν πρόλαβε να τελειώσει. Μετέφρασε επίσης έργα μεγάλων, σύγχρονων του, Εβραίων ποιητών, όπως του Χαϊμ Μπιαλίκ, του Σαούλ Τσερνιχόφσκι, του Σέλμαν Σνέουρ κ. ά.

 

Εκδόσεις του έργου του. Ο Γιωσέφ Ελιγιά όσο ζούσε δεν εξέδωσε κανένα βιβλίο με τα έργα του , αλλά τα δημοσίευε σε λογοτεχνικά περιοδικά και στον Τύπο. Η πρώτη έκδοση των ποιημάτων του έγινε το 1938 από τον Ισραηλιτικό Σύλλογο «Μπενέ Μπερίθ» της Θεσσαλονίκης, με επιμέλεια του Γ. Ζωγραφάκη. Ο τίτλος ήταν «Γιωσέφ Ελιγιά-Άπαντα». Η έκδοση αυτή περιείχε τα χειρόγραφα ποιήματα που του παρέδωσε η Σιωνιστική Ομοσπονδία και όπως ήταν φυσικό δεν περιείχε τα πολιτικά του ποιήματα. Το βιβλίο αυτό επενεκδόθηκε το 1967 και ο επιμελητής περιέλαβε και δύο επαναστατικά του ποιήματα. Στη συνέχεια όπως αναφέρει ο μελετητής του Λέων Α. Ναρ το έργο του Ελιγιά προσπάθησαν να το οικειοποιηθούν φορείς της σιωνιστικής και της αριστερής ιδεολογίας, ο καθένας για τους δικούς του λόγους. Η οικογένεια του Γ.Ε. παραχώρησε όλα τα χειρόγραφα στη Σιωνιστική Ομοσπονδία Ελλάδας, γεγονός που αναφέρθηκε κατά τη διάρκεια του 8ου Σιωνιστικού Συνεδρίου, το 1931 στη Θεσσαλονίκη και μάλιστα κατά την προσφώνηση του ο αντιπρόεδρος της, αφού κατά τη μνεία των προσφάτως τεθνεώτων επιφανών Εβραίων ανέφερε και το όνομα του Γιωσέφ Ελιγιά, πρόσθεσε : « Όστις καίτοι είχε χαρακτηρισθεί υπό μερίδος τινός του ημετέρου τύπου ως κομμουνιστής, απεδείχθη ότι επρόκειτο… περί ενθέρμου Εβραίου εθνικιστή!!». Παράλληλα και η αριστερά μέσα από τα έντυπά της συνέχισε την αναφορά στο ιδεολογικό έργο του Γ.Ε. και σε σχετική κρούση, η οικογένεια του Γ.Ε. αρνήθηκε να τους παραχωρήσει το αρχείο του.

Πρόσφατα εκδόθηκε η πλέον ολοκληρωμένη έκδοση των έργων του Γ.Ε. από τον Δρ. του Α.Π.Θ. Λέων Α. Ναρ, ο οποίος έπειτα από επίπονη και μακρόχρονη εργασία, δημοσίευσε σε μορφή «Απάντων» (2 τόμοι) τα ποιήματα και τις μεταφράσεις του Ελιγιά (Άπαντα – Γιοσέφ Ελιγιά, εκδόσεις Γαβριηλίδης). Πρόκειται για την πλέον επιμελημένη έκδοση, η οποία διορθώνει τις παραλείψεις και τα λάθη παλαιότερων εκδόσεων, παρουσιάζοντας όλο το έργο του ποιητή και μεταφραστή, χωρίς αποκλεισμούς, αναγνωρίζοντας έτσι έναν πνευματικό δημιουργό ο οποίος δεν είχε τη δυνατότητα να υπερασπίσει τον εαυτό του.

 

Παρακάτω παρουσιάζουμε ένα μικρό αριθμό ποιημάτων του Γιωζέφ Ελιγιά, αντιπροσωπευτικών της θεματολογίας αλλά και της ποιητικής τεχνικής του, με δικές μας επεξηγήσεις κάτω από κάθε ποίημα.

 

 

ΣΤΑ ΓΑΛΑΝΑ ΣΟΥ ΜΑΤΙΑ

 «Καθ’ εικόνα θεού εποίησεν αυτήν»

 

Απόψε που κρυφομιλούν, μεσ’ στη γαλήνη του βραδιού

Τ’ αστρί με το λουλούδι

Έλα και σκύψε να σου πω τα μυστικά του τραγουδιού

Ρεβέκκα, θείο τραγούδι!

 

Έλα κι απόψε στη σιγή, μ’ άφταστον οίστρο και καημό

θε να σου τραγουδήσω

της θείας ψυχής σου το ρυθμό και του κυμάτου τον παλμό

τον ακροπελαγίσο.

 

Καράβια γοργοτάξιδα να λάμνουν οι όλβιο στοχασμοί

στου Ωκεανού τα πλάτια

κι εγώ οραματίζομαι του Μακροκόσμου τη μορφή

στα γαλανά σου μάτια!

Αθήνα 1928

(Το παραπάνω ποίημα εκφράζει το θαυμασμό του ποιητή προς τη γυναίκα γενικά που την αποκαλεί, κατά τη βιβλική, Ρεβέκκα, αλλά και ειδικότερα στην πρώτη του αγάπη στα Γιάννενα που είχε αυτό το όνομα και έφυγε νωρίς από τη ζωή. Διακρίνουμε την υψηλή γνώση της ελληνικής γλώσσας από το ποιητή, αλλά και την κόσμια αισθησιακή μορφή του).

 

 

Η ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ

Έρμο πουλί στην ξενιτιά, δίχως μανούλας κόρφο,

Δίχως φωλιάς αναπαμό κι Αγάπης αντιστύλι!...

 

Ξέσπασε, ω δάκρυ, σε λυγμό και συ, λύρα, σε θρήνο,

Να τρέξει ο Πόνος δροσερός τα στήθια ν ΄απαλύνει.

 

-Αχ παινεμένα Γιάννινα, Ω ανθότοποι των οραμάτων,

Πικρός το πώς σας άφησα καημός με βασανίζει.

 

Κι ω Εσύ Γλαυκή Παμβώτιδα, χρυσό άστραμμα του ονείρου,

Που ερχόμουνα πουρνό-βραδύ, ν΄αφουγκραστώ σιμά σου

Το κύμα τ΄αφρολυγερό που λίγωνε απ΄τη μέθη

Κι έσπαε γλυκά και ρυθμικά στο πέτρινο ακρογιάλι.

 

Ω εσύ Γλαυκή Παμβώτιδα, χρυσό άστραμμα του ονείρου,

Που ερχόμουνα πουρνό-βραδύ,μακριά για ν άγναντέψω

Κάποιο σπιτάκι εδεμικό, Ναό της Αγιοσύνης

Που κάποιον Άγγελο έκρυβε, κορμί κυπαρισσένιο

Πόκρυβε και στα δυο ολόγλυκα ματάκια καστανάτα.

 

Ω εσύ Γλαυκή Παμβώτιδα που πλάι σου αναμετρούσα

Όλους τους κτύπους της καρδιάς και το ρυθμό της πλάσης,

Για να τα δέσω ταιριαστά στης Λύρας μου τα τέλια,

Ω εσύ γλυκιά Παμβώτιδα-μές στ΄άναστρο σκοτάδι

Της ξενιτιάς μου και στ’ ωχρό κηπάρι της ψυχής μου

Ένα γλαυκό και πονεμένο ανθοχαμόγελο είσαι.

 4 Ιουνίου 1924, Αργυρόκαστρο.

 (Το ποίημα « ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ » γράφτηκε στο Αργυρόκαστρο το 1924,όταν ο ποιητής έμεινε προσωρινά, για να απαλλαγεί από τον ασφυκτικό κλοιό των Ιωαννίνων. Ο ποιητής εκδηλώνει εντονότατο συναισθηματικό δεσμό με τη γενέθλια του πόλη και έναν ειδυλλιακό δεσμό με τη λίμνη)

 

 

ΓΙΑ ΣΕ ΣΙΩΝ ΠΑΤΡΙΔΑ ΜΟΥ

 

Για σε Σιών πατρίδα μου,

Δόξα, πλούτη και τιμή και τη ζωή μου δίνω,

Για να μπορέσω μια στιγμή τη δόξα σου να νιώσω,

τη δόξα αυτή που λάτρευσα και θα λατρεύω τόσο.

 Νοέμβριος 1918

(Ο ποιητής γράφοντας το ποίημα αυτό το 1918, ανήκε ακόμα στο ιδεολογικό ρεύμα του σιωνισμού , δηλαδή της επιθυμίας των απανταχού Εβραίων για τη δημιουργία εθνικού κράτους. Αργότερα μετακινήθηκε στα ρεύματα του αφομοιωτισμού και του σοσιαλισμού, όπως αναφέρουμε στο σχετικό εδάφιο).

 

 

ΜΙΛΙΤΑΡΙΣΜΟΣ

H μαύρη Πολιτεία βουβή και σα συλλογισμένη,

Την ευτυχία που διάβηκε λες μάταια να γυρεύει.

Κάποια μορφή, σα φάντασμα, μέσ΄στο χακί διαβαίνει,

Κάποια αστραπή φιδογλιστρά μέσ΄ της καρδιάς τα ερέβη.

Και στις πλατείες τις βουβές και στα βουβά καντούνια,

Ντραν ντραν,κροτούνε τα σπιρούνια….

 

Μέσ΄ στις ψυχές αντιλαλούν του μακελειού οι ανέμοι,

Θυμιέται η γριά το γιόκα της στο ερημικό της σπίτι,

Σφίγγει η μανούλα το μικρό στην αγκαλιά και τρέμει

Κι ένας διαβάτης τραγουδεί το «Γιο του Ψηλορείτη»

Και στις πλατείες τις βουβές και στα βουβά καντούνια.

Ντραν ντραν, κροτούνε τα σπιρούνια…

 

Σφίγγει η καρδιά το δάκρυ της κι αναγυρνά απ΄τον τρόμο.

Πηχτό σκοτάδι στην ψυχή, κι η μπότα φοβερίζει.

Κάποιος αργάτης βλαστημά με κυρτωμένον ώμο.

Κι ενός σκυλιού η βραχνή φωνή σαν κάπου να γαυγίζει…

Και στις πλατείες τις βουβές και στα βουβά καντούνια,

Νταν ντραν,κροτούνε τα σπιρούνια…

 

(Το ποίημα αυτό ήταν το πρώτο επαναστατικό του Ελιγιά και προκάλεσε μεγάλη αναταραχή στην κοινωνία των Ιωαννίνων. Παραμένει αυτό το ποίημα, πέρα από το αντιμιλιταριστικό του ύφος, ένα πρότυπο αλληγορικών πολιτικών εννοιών, αλλά και ενδεικτικό για την κρίση που επικρατούσε στα Γιάννενα και με δεδομένο ότι τότε ίσχυε στρατιωτικός νόμος).

 

  

ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΑΚΗ ΤΕΧΝΗ

 Είμαι της ζωής ο νέος ρυθμός,κι η αρμονία του δρόμου.

Του πλήθους είμαι ΄γω ο παλμός, του λαού το καρδιοχτύπι.

 

Το βλέμμα μου ερευνητικό και στην κοσμοπλημμύρα,

Σεμνή κι απέριττη, γλυκιά κι ωμή, σιγοπροβάλλω.

 

Γλυκό τραγούδι τραγουδώ το ιδανικό του σκλάβου,

Τον πόνο της φτωχολογιάς και τη μεγάλη ελπίδα.

Μα γίνουμαι άγρια αστραψιά, πυρσός, βεζούβια λάβα

Μπρος στου Δυνάστη το ραβδί, στου αφέντη το μαστίγι.

 

Εμένα δε με συγκινούν τα μαραμένα ρόδα,

Μονάχα η κίτρινη θωριά του πεινασμένου σκλάβου.

Μες στην ψυχή μου δε μιλεί το θρόισμα των φύλλων,

Μόνο βογκάει της θάλασσας το μανιασμένο κύμα.

 

Εγώ είμαι η Τέχνη της γυμνής κι αστόλιστης Αλήθειας.

Εγώ είμαι η Τέχνη, είμαι το φως του σκλαβωμένου ανθρώπου.

Μέσ΄στο ρυθμό τον άρρυθμο ζυγιάζω τα φτερά μου

Και σεργιανίζω ανάμεσα από τρώγλες και καλύβια!

 Ιούλιος Συγγουλιέρος, στο περ,Νέα Επιθεώρηση,τχ.2, Φλεβάρης 1928

 

 (Ο Ελιγιά με το ποίημα αυτό πήρε έμμεση θέση στη συζήτηση για τον καθορισμό της προλεταριακής τέχνης, καταγγέλλοντας την κοινωνική αδικία, τη μικροαστική υποκρισία και τα βάσανα του προλεταριάτου. Τα περισσότερα ποιήματα του τα κυκλοφόρησε με το ψευδώνυμο Ιούλιος Συγγουλιέρος).

 

 

Ο ΙΗΣΟΥΣ ΑΠΟ ΤΗ ΝΑΖΑΡΕΤ

 Απόψε ήρθα κι εγώ γλυκέ αδερφέ της Ναζωραίας

βάρβαρα πάθη πνίγοντας εντός μου κι’ άγρια μίση

να κλάψω μπρος στο αιμόφυρτο κορμί της πλέον ωραίας

ψυχής, που έχει ποτέ στον Κόσμο ετούτο ανθοβολήσει.

Της Γαλιλαίας κρίνε σεμνέ, μπρος το λευκό το φως σου

πόσες φορές φτερούγισαν των ταπεινών οι Ελπίδες!

πλήθη σταυροί κατάντικρυ στηθήκαν στο δικό σου

δικοί και ξένοι οι Φαρισαίοι, αλί κι’ οι Σταυρωτήδες.

 

Δεν είσαι ο πρώτος, μήτε κι ο στερνός Εσταυρωμένος

γλυκέ Ιησού, στον κόσμο αυτόν της πίκρας και του φτόνου

κι όμως η δόξα σου άσπιλη μεσ’ των θνητών το γένος

Είσαι, δεν είσαι γυιος Θεού, μα είσαι ο Θεός του πόνου!...

(Αθήνα, 1929)

(Με το ποίημα αυτό ο ποιητής πραγματικά πλησίασε τον «Παρνασσό», μέσα από πρωτόγνωρο λυρισμό και ιδεολογική παρρησία! Οι λέξεις επιλεγμένες μία μία αποτελούν καρφιά για τους μισαλλόδοξους και φανατικούς θρησκευόμενους. Ένα κήρυγμα αγάπης και ανεξιθρησκείας!)

 

 

ΟΙ ΦΑΡΙΣΑΙΟΙ

(Σάββατο Σαββάτων)

«Ουαί, Ουαί Υμίν Γραμματείς και Φαρισαίοι Υποκριταί» (Χριστός))

 

Ω Φαρισαίοι κυρτοί, προσευχηθήτε!

Μέσ’ στα λευκά σεντόνια τυλιγμένοι

Βουίξετε χλωμοί, ταπεινωμένοι,

Στον Κύριο Σεβαώτ που σας ακούει

Ω Φαρισαίοι κυρτοί προσευχηθείτε!

Κι είναι το βιος σας καλά σιγουρεμένο.

Ταπεινωμένος σήμερα είν’ ο σκλάβος,

Κι είν’ οι θεοί σας σκιάχτρα φοβερά!

………………………………………………………………..

Γύρω κάποιος Ντουνιάς τραντάζει, σειέται,

Κάποια ρομφαία πύρινη σπιθίζει…..

Μα ω Φαρισαίοι κυρτοί, γιατί φοβάστε;

Κι είν ο σκλάβος χλωμός και ταπεινός.

 

Τ’ αρνιά κι οι λύκοι αθώα συναπαντιούνται

Στο ίδιο μαντρί την άγια τούτη μέρα

 Μα τι, πλάι στο κατώφλι σας κι αν αύριο,

Το σφαχτάρι θα γλυκοσπαρταρά;…

 

…Κάτω απ’ τα πόδια σας, σαν κάποιος θρόνος

Να ‘ραΐζει… Τι χλωμιάσατε, ω γενναίοι;

Τι τρέμετε; Καλάστε βυθισμένοι,

Ω Φαρισαίοι κυρτοί, στην Προσευχή!…

 

(Το 1924, ο ποιητής στο πλαίσιο της νέας κοινωνικής και πολιτικής του ιδεολογίας, προβαίνει σε μια έντονη κριτική στους πλούσιους και τους ιθύνοντες της εβραϊκής κοινότητας, γράφοντας αυτό το ποίημα. Είναι πολύ σκληρό, με λέξεις «μαχαίρια», που δείχνει τον δυναμικό χαρακτήρα του ποιητή. Αυτό εξόργισε αφάνταστα την εβραϊκή ηγεσία των Ιωαννίνων, οι οποίοι πλέον του κήρυξαν ανελέητο «πόλεμο». Κάποιες στροφές του ποιήματος τις παραλέιψαμε).

 

ΚΙΛΚΙΣ

Στη μακάρια σκιά του ποιητή της «Πρέβεζας»

Αχ πόσο οδυνηρό κι’ απαίσιο

Σ’ ένα στενό, τραγικό πλαίσιο

Η ζωή σου να λιμνάζη οκνή…

Η Ανία το θρήνο ν’ αρχινάει.

Και, σβούρα, να στροφογυρνάει

Στον ίδιον άξονα η ψυχή…

 

Του ρεμβασμού τα γαλάζια ίχνη

Στην ένδοξη ψυχρή πολίχνη

Να σβύνουν σα μουντός καπνός

Πουρνό – βραδύ, στην πονεμένη

 

Ψυχή, βραχνάς να σου βαραίνει

Ο μολυβένιος ουρανός.

 

Το ίδιο στρατί για το σχολείο

Και του Φωκίτη το βιβλίο

Να κουβαλάς πάντα μαζί

Κι ολημερίς ν’ αναρωτιέσαι

Στον κρύο βούρκο που κυλιέσαι

Να ζει κανείς ή να μη ζει;

Μάρτιος 1931

 (Με το ποίημα αυτό, οι μελετητές του αναφέρουν τη μετακίνηση της ποίησης του Γ.Ε προς τον «καρυωτακισμό» δηλ. συμβολισμός και πεσιμισμός μαζί. Άλλωσε το αφιερώνει στον ποιητή της Πρέβεζας. Επίσης κάποιοι εκείνη την εποχή αντέδρασαν για μειωτική παρουσίαση του Κιλκίς τόσο σ’ αυτό όσο και στο επόμενο ποίημα που παρουσιάζουμε. Η αλήθεια είναι ότι το Κιλκίς εκείνης της εποχής δεν είχε να επιδείξει ούτε τη στοιχειώδη διαβίωση μιας πόλης με υποδομές ή με κοινωνική ζωή. Άλλωστε η ποίηση εκφράζει τον εξωτερικό κόσμο μες από τα μάτια της ψυχής, τα οποία έχουν τη δική τους θέαση).

 

ΚΙΛΚΙΣ

Ο Απρίλης να κρυφογελά, κι ο πόθος να σπαρτάρει

στο χάδι μιας απαντοχής,

η φύση γύρω σου να οργά στην πράσινή της χάρη.

-Κι εσύ φτωχέ μου στο Κιλκίς!

 

Κάπου δυο μάτια γαλανά το φως να χαιρετίζουν ,

Κάπου το γάλα της αλκής,

η νιότη να βυζαίνει τα πουλιά να τερετίζουν

-Κι εσύ φτωχέ μου στο Κιλκίς!

 

Κάπου η ζωή να ξεχειλίζει ασπίδωτη κι ακράτη,

στη λάμψη μιας ανατολής,

κι εσύ φτωχέ, με τη βαριεστημένη σου ακάματη

ψυχή, να ζεις μεσ’ στο Κιλκίς!

Απρίλιος 1931

 (Εδώ έχουμε μια πολύ δυνατή ποίηση στην οποία οπωσδήποτε διακρίνεται ο «καρυωτακισμός», αλλά και η πλαστική δύναμη του ποιητή για γλωσσοπλασία με λέξεις του τύπου απαντοχής, ασπίδωτη, ακράτη κλπ. Συνυπάρχουν αρμονικά, ρομαντισμός, συμβολισμός και πεσιμισμός).

*τ. Σχολικού Συμβούλου Π.Ε.

We use cookies to improve our website. Cookies used for the essential operation of this site have already been set. For more information visit our Cookie policy. I accept cookies from this site. Agree