Ο Γύφτος

11 Μαϊος 2017

Του Παύλου-Σωκράτη Παυλίδη*

Στο έμπα του μήνα Μάη και στην χαρά, έρχονταν οι γύφτοι στο χωριό Ροδώνα με τ’ αλογόκαρρα, καραβάνια φορτωμένα “συν γυναιξίν και τέκνοις” κι ένα σωρό σκυλιά. Ψάχνανε τόπο ν’ ακουμπήσουν σε τσαντίρια τσέπης, εκεί ένα ίσκιο να βρουν, να μπουν και πουν πως είναι σπιτωμένοι και πως χαρήκανε τη ζέστα. Τα τσαντίρια στήνονταν στ’ αλώνια και πολλές φορές εκεί κοντά στο πατρικό μας σπίτι, στο χωράφι του Αντώνη Μποδίτση, με τις αρκούδες δεμένες έξω από το τσαντίρι και κάτι φιγούρες από μαϊμούδες. Ηταν οι καλύβες τους πιο έρμες και απ’ τα ρημάδια τα καμμένα. Εβγαιναν έξω απ’ την καλύβα και τους βλέπαμε ξυπόλητους, δυστυχισμένους, λερωμένους, με τα χυτά μαλλιά τους τα καπνισμένα. Τους λέγαμε κατσίβελους. Ηταν γύφτοι που δούλευαν το χάλκωμα. “Και το καλάι το κάνει ασήμι, το ασήμι χρυσάφι”, έλεγε ο πατέρας. Δεν θέλουν χωράφια, ούτε χωριό, ούτε πόλη για να ζουν. Τρέχουν από τον Μάη από χωριό σε χωριό και όλο την μοίρα σου κοιτάν και την δική τους μοίρα την παρατάν. Δεν κράταγαν επάγγελμα μόνιμο. Αλλάζουν εύκολα. Δεν κάνουν ιδιοκτησία, να μείνουν σε ένα μέρο. Είναι ξεριζωμένοι. Δεν έχουν ρίζες... Πότε εδώ και πότε εκεί. Οι τσιγγάνοι με τα πολλά ταξίδια. Είχε τσιγγάνους που φτιάχνανε καρφιά και πουλούσαν με το κομμάτι, με το σφυρί κτυπημένα επάνω στο αμόνι, μέσα στο τσαντίρι, με το φυσερό να πυρώνει κάποιο σίδερο και να το κάνει καρφί γύφτικο. Ελεγαν οι χωριανοί πως το καρφί αυτό είναι φκιαγμένο από γύφτο. Ακόμα και σήμερα υπάρχει η λέξη γυφτόκαρφα”. Και το υπέροχο εκείνο “Γύφτοι Σταύρωσαν το Χριστό με τα καρφιά τους”.

Αλλοι έβγαιναν στο χωριό και από σπίτι σε σπίτι γύριζαν με την αρκούδα, τραγουδώντας τραγούδι του 1935 “Καημένε Αθανασόπουλε τί σου’μελε να πάθεις και από κακούργα πεθερά τα νιάτα σου να χάσεις”. “Πώς κοιμάται ο γέρος με την γριά”, “Πώς βάζουν οι νύφες την πούδρα”. Πολλές γυναίκες ζητούσαν από τον γύφτο να τους δώσει μαλλί από την αρκούδα. Εκοβε και τους έδινε.

Οι γύφτισσες ξεχύνονταν στο χωριό ντυμένες φανταχτερά, γιορτής φουστάνια, με κόκκινα και κίτρινα φορέματα, μακριά μαντήλια και μάτια πλάνα, κορμί και χείλη βαμμένα, τριαντάφυλλο στο χέρι και στο αυτί, ντέφια να κτυπάνε και κύκλους να κάνουν, να τραγουδούν και να χορεύουν “το Μάη-το Μάη”. “Είμαστε τσιγγάνοι, δεμένοι με το καραβάνι, με κανέναν δεν μιλάμε, μόνο τραγουδάμε”.

Αλλες γύφτισσες κρεμούσαν κόσκινα στον ώμο και διαλαλούσαν, “σίτες καλές, σίτες ψιλές”! Κάθονταν οι τσιγγάνες, οι γύφτισσες στην σκάλα του σπιτιού και φώναζαν την οικοδέσποινα “Ελα! Ελα κυρά μου, να διαβάσω στο χέρι σου επάνω το μοίρα σου, τα κρυφά γράμματα, να πως το ριζικό σου”.

Πολλά τραγούδια κυκλοφορούν γύρω τους. Μερικά απ’ αυτά που θυμάμαι: “Γαρύφαλλο στ’ αυτί και πονηριά στο μάτι. Κτύπα τα πόδια γύφτισσα”, “Τρελέ τσιγγάνε, για που τραβάς”. Είναι σουλτάνες πραγματικές. “Κάτι τρέχει στα γύφτικα”, που λένε.

Αυτά γίνονταν κάποτε στην κεντρική πλατεία του χωριού Ροδώνα.

“Σαν διαβατάρικα πουλιά γυρνούν σ’ όλους τους δρόμους,

σέρνοντας πίσω τα προικιά και τα παιδιά στους ώμους.

Είναι η ζωή τους χίμαιρα, γλέντι και πανηγύρι.

Ο ουρανός τους σκέπασμα, παλάτι το τσαντίρι.

Δεν νοιάζονται για την βρωμιά, την φτώχεια, την μιζέρια.

Στα σταυροδρόμια κάθονται, με απλωμένα χέρια.

Η χαρτορίχτρα στη γωνιά, ο μάγος στο τραπέζι

και ο τσιγγάνος βιολιστής, δεν σταματά να παίζει.

Σκορπούν νότες του βιολιού, ερωτικό μεθύσι,

σμίγουνε χείλη και κορμιά, ο πόθος τους να σβήσει.

Κοντά στο γλυκοχάραμα, απλώνεται γαλήνη,

λαχτάρες, αναστεναγμοί, σβήνουν την ώρα εκείνη.

Και είναι το τσούρμο έτοιμο, κανείς τους δεν θα μείνει,

καινούργιες στράτες να διαβούν, κατάρα τους βαρύνει".

*Από το βιβλίο του “Μάρτυς μου το Μπέλλες”

(Φωνή από τον Ροδώνα)

We use cookies to improve our website. Cookies used for the essential operation of this site have already been set. For more information visit our Cookie policy. I accept cookies from this site. Agree