Του Παύλου-Σωκράτη Παυλίδη*
Τα πρώτα χρόνια της προσφυγιάς, όταν ήρθαν οι γονείς μας στον Ροδώνα, ήθελαν ακόμη και την βελόνα που τους έλλειπε να μπαλώσουν ή να ράψουν κάτι ξηλωμένο.
Οι χωριανοί την άνοιξη ξυπνούσαν πολύ πρωί για την δουλειά στο χωράφι. Τον χειμώνα είχαν άλλες ώρες εργασίας γύρω από το σπίτι. Ως μέσον, εκτός από το βοϊδόκαρο, είχαν και το γαϊδούρι. Πήγαιναν καβάλα στα γύρω χωριά, στο παζάρι, στον μύλο, στο χωράφι και πολλές φορές για ξύλα στο βουνό.
Κουζίνα είχαν ξέχωρα από το σπίτι. Εκεί γινόταν το καθάρισμα των πιάτων, γινόταν από ένα μουσλούκι με νερό που είχαν κρεμασμένο στον τοίχο. Πολλά σπίτια είχαν μάνταλο από μέσα. Ηταν ο κίνδυνος από τους Βουλγάρους κομιτατζήδες στα χρόνια του ’30.
Η νοικοκυρά καθάριζε το λαμπογυάλι με ένα πανί τυλιγμένο σε ξυλάκι, για να φύγει η καπνιά. Μετά γέμιζε την λάμπα με πετρέλαιο και την άναβε. Ο φωτισμός ήταν μεγάλο βάσανο για την νοικοκυρά, γιατί έπρεπε κάθε μέρα να καθαρίζει το λαμπογυάλι από τις κάπνες. Εβαζαν μάλιστα στο επάνω μέρος του γυαλιού μια περαστή φουρκέτα να μην σπάσει. Το πετρέλαιο ήταν το μοναδικό είδος φωτισμού (το “λευκό” πετρέλαιο Ρουμανίας).
Στις γειτονιές γυρνούσαν οι σταφυλάδες από το χωριό Αμάραντα, με το παμίδι. Εδιναν σιτάρι και αγόραζαν σταφύλια. Σπάνιζε να έρχονταν καρπουζάδες. Είχαν στο χωριό από λίγα όλοι. Αλλοι πλανόδιοι ήταν ο καρεκλάς με ένα δέμα από βούρλα στη μασχάλη και ακολουθούσαν οι γύφτοι, συνήθως γυναίκες, οι οποίες κουβαλούσαν καλάθια και κόσκινα, ψιλά για το κοσκίνισμα του αλευριού και χοντρά για την κατασκευή τραχανά.
*Από το βιβλίο του “Μάρτυς μου το Μπέλλες” (Φωνή από τον Ροδώνα)
Τα τρία βιβλία του Παύλου-Σωκράτη Παυλίδη “Μάρτυς μου το Μπέλλες”, “Το λεκανοπέδιο των Μουριών” και “Διηγώντας τα να κλαις, οι αναγνώστες μπορούν να τα βρουν στην Δημοτική Δανειστική Βιβλιοθήκη του δήμου Κιλκίς.