Του Παύλου-Σωκράτη Παυλίδη*
Κατακτητές είχαμε στην περιοχή μας Γερμανούς και Βούλγαρους. Αυτοί, από τον Εβρο μέχρι τα Πλατανάκια των Σερρών, γειτονικό μας χωριό, διοικούσαν τα κατακτημένα, ενώ τα μέρη μας τα διοικούσαν οι Γερμανοί.
Αυτά ήσαν γερμανοκρατούμενα.
Ηταν 17 Φεβρουαρίου του 1943. Τα πάντα σκεπασμένα με χιόνι. Τη νύχτα το χιόνι σταμάτησε να πέφτει και ένας ψυχρός βοριάς από το Μπέλλες σκορπούσε τα σταχτιά σύννεφα. Ησυχία επικρατούσε στο χωριό Ροδώνα, παρόλους τους μικρούς θορύβους, το μουγκρητό των αγελάδων και το βέλασμα των προβάτων. Δεν άκουγες ανθρώπινη λαλιά. Ηταν απόγευμα, η καμπάνα της εκκλησίας εξακολουθούσε να χτυπά και έπειτα σταμάτησε απότομα. Θα ήταν κάποια άγια μέρα. Ημουν στην εκκλησία, βοηθούσα τον παπά Γιάννη στο Ιερό. Πάντα, σε όλες τις Ακολουθίες με άλλα παιδιά, ντυμένοι τα παπαδίστικα, ήμασταν μαζί του. Οταν σχόλασε η εκκλησία φεύγω για το σπίτι, γιατί είχαν κρυώσει τα πόδια μου. Πήραμε μαζί να κατηφορίζουμε από την εκκλησία για το σπίτι, η γιαγιά μου Μάρθα Αναστασιάδου κι εγώ. Είχε χιόνι πολύ και ο βοριάς το κοκάλωσε. Οταν έφθασα στο ρυάκι, κάποιος σκύλος μας γάβγιζε θυμωμένος. Ημουν κοντά στη γειτονιά μας. Με καλεί τότε η Μαργαρίτα Γιολτζή στην αυλή της και μου λέει:
“Θα πας, Σωκράτη, σύνδεσμος στα Πλατανάκια”.
Δεν απάντησα ούτε ναι, ούτε όχι.
Ημουν δεκαεπτά χρονών παιδί. Είχαμε κάποιο φόβο από την οργάνωση, ακούγαμε πολλά τις άχαρες εκείνες ημέρες και νύχτες. Σκέφτηκα να το πω στον πατέρα μου. Με άκουσε ο πατέρας, κούνησε το κεφάλι και αναστέναξε βαθιά. “Παιδί μου, θα πας” μου λέει με κομμένη φωνή. Η μάνα μου προσευχόταν στο εικονοστάσι, τα τέσσερα μικρότερα αδέλφια γύρω από το τζάκι με βλέπουν, θέλουν να με υπερασπισθούν, βλέπουν στα μάτια τη μάνα, βλέπουν του πατέρα την ταραχή κι είναι έτοιμα να κλάψουν.
Πήγα στη Μαργαρίτα και της λέω “Θα πάω...”. “Ελα να φύγει” μου λέει. “Τώρα θα πάω;” τη ρωτώ. “Ναι, τώρα θα πας!”
Πιάσαμε διάλογο. “Θα προλάβω να πάω με αυτά τα χιόνια, σε τόσο μεγάλη απόσταση; Να, ο ήλιος σε λίγο θα χαθεί” της λέω! “Είσαι νέος, θα προλάβεις!” Αυτή ήταν η τελευταία απάντηση που πήρα. Μου δίνει ένα διπλωμένο χαρτί και μου λέει:
“Πρώτα θα πας στον Θεμιστοκλή Γρηγοριάδη στα Ανω Σούρμενα και από εκεί θα πας στην Αγία Παρασκευή, στον Αδαμίδη”. Τα ονόματα δεν ήταν πουθενά γραμμένα, μόνο στο παιδικό μυαλό είχα τρεις λέξεις. Πλατανάκια, Κλεάνθης Παπαδόπουλος-ήταν ο τελευταίος της αποστολής μου. Οταν βγήκα έξω από το χωριό μου Ροδώνα έκανα την προσευχή μου, λέγοντας τρεις φορές το “Πάτερ ημών” και τότε με έσπρωξε μια δύναμη.
Η γιαγιά μου η καλή, πολύ θρήσκια, μου έλεγε: Οταν σε κυριεύει φόβος, λέγε το “Πάτερ ημών” τρεις φορές. Σαν τη σπίθα κρυμμένη στη στάχτη κρύβονταν για μας η Λευτεριά. Είχαμε τους κατακτητές, είχαμε κι αυτούς. Ενιωθα μέσα μου ελεύθερος όταν απομακρύνθηκα από το χωριό μου, ωστόσο έριχνα πλάγιες ματιές πίσω μου.
Αφού τελείωσα με τον πρώτο, τον Θεμιστοκλή, πήρα δρόμο κι έφτασα έξω από την Αγία Παρασκευή. Το σπίτι ήταν το πρώτο αριστερά, ένα σπίτι παλιό τότε, με σκάλες πέτρινες και μπαλκόνι με κάγκελο καμωμένο από ξύλο (παλιά Αγία Παρασκευή). Τελειώνοντας με τον δεύτερο, όλο βιαστικά, του λέω να μου δείξει κατεύθυνση. Βγήκε μαζί μου έξω. Λίγα μέτρα από το σπίτι του δεξιά, ήταν ο δρόμος για το χωριό Πλατανάκια. Ο δρόμος δεν φαινόταν από το πολύ χιόνι. Ηταν καρόδρομος τότε, στενός, όσο να περνάει κάρο. Βαδίζω μόνος μέσα στο απάτητο χιόνι. Ο ήλιος έπεσε, άφησε πίσω το σκοτάδι μαζί και την κρύα νύχτα. Ο δρόμος είναι ακόμη μακρύς για τον προορισμό μου. Βαδίζω στους πρόποδες του Μπέλλες. Δεν φαίνεται ο δρόμος, μόνο που χώριζα τα μικρά απάτητα βλαστάρια στη μέση του δρόμου-δεξιά και αριστερά ήταν πατημένα από τις ρόδες του κάρου. Αυτά τα βλαστάρια με οδηγούσαν. Συνεχίζω την πορεία και φθάνω σε γέφυρα ανατιναγμένη από τον στρατό μας, όταν στις 6 Απριλίου 1941 οι Γερμανοί μπήκαν στην Ελλάδα. Εκεί σκοτείνιασε και δυσκολεύτηκα πολύ από τα συντρίμμια να περάσω απέναντι. Το χιόνι κοκάλωσε κάτω από τα λαστιχένια παπούτσια, που κι αυτά γέμισαν χιόνι.
Τι αγωνία, Θεέ μου, να παλέβω μέσα στο λευκό σκοτάδι! Κρύωσε το αδύνατο κορμί μου και το αξύριστο ακόμη τρίχωμα του προσώπου· έτρεμε μέσα βαθιά η ψυχή μου. “Θεέ μου, βγάλε με μέσα από τα συντρίμμια της καταστροφής, βοήθα να βρω τον δρόμο της ζωής”. Το σημείωμα στο χέρι κρατώ, ούτε στην τσέπη μου δεν είχα εμπιστοσύνη. Είχα τον τρόμο και τον φόβο, δεν τολμούσα να το διαβάσω. Τί έγραφε άραγε; Ποιός ξέρει. Δεν το διάβασα, μήπως και με έβλεπε κανένα μάτι... Θεέ μου, στο σκοτάδι. Πλησιάζοντας στα Πλατανάκια άκουγα βαθιά, κουφά γαυγίσματα σκύλων. Ελεγα “έφθασα επιτέλους”.
Στα Πλατανάκια θυμάμαι, η μάνα μου, η γιαγιά μου, με πήγαν σε μικρή ηλικία στην πανήγυρη, οκτώ εννέα χρόνων, σε συγγενείς μας. Εφθασα με άγχος, με αγωνία, γιατί φοβόμουν και τ’ αγρίμια της νύχτας ακόμη. Είναι αρκετά χιλιόμετρα Ροδώνα-Σούρμενα-Αγία Παρασκευή-Πλατανάκια, περισσότερο από είκοσι χιλιόμετρα.
Μέσα στο λευκό σκοτάδι έχασα το δρόμο, έπεσα σ’ ένα στενό μονοπάτι αλεπούς που τυφλά με έβγαζε στον επάνω μαχαλά, εκεί κοντά στην εκκλησία, στην πλατεία.
Δεν βάδιζε κανείς. Φοβισμένα, με προσοχή, μπαίνω στην πλατεία, όταν σε λίγα μέτρα συνάντησα έναν άγνωστο χωρικό που τον ρωτώ που είναι το σπίτι του Κλεάνθη Παπαδόπουλου. Μου λέει “κοντά στο σχολείο”. Κατηφορίζω και φθάνοντας στο σπίτι του, μια λάμπα πετρελαίου στον τοίχο κρεμασμένη, δίνει ένα αμυδρό φως στο μικρό χωματένιο διάδρομο. Ζήτησα το όνομα. “Εγώ είμαι” μου λέει.
Με το φως της γκαζόλαμπας δεν μπόρεσα να διακρίνω το χρώμα του προσώπου του.
“Σου έφερα αυτό το σημείωμα” από τη Μαργαρίτα, του λέω. Κρουράστηκε η φούχτα μου να σφίγγω το σημείωμα. “Αν έχει τίποτα να μου πεις...” πρόσθεσα. Απάντηση: “Δεν έχω να πω τίποτα”. Μ’ έδωσε απάντηση χωρίς καν να το διαβάσει. “Φεύγω” του λέω, “καληνύχτα” και χωρίσαμε. Δεν μου είπε “Πού θα πας, που θα μείνεις τώρα νύχτα, παγωνιά, με χιόνια έξω!”
Μας είχαν για εξόντωση. Ενώ ήμασταν στην ΕΠΟΝ, δεν στέλνανε σε τέτοιες επικίνδυνες αποστολές τα παιδιά τους. Φεύγω και μπαίνω στο δρόμο της επιστροφής. Σκέφτομαι: “Θεέ μου, τί να κάνω τώρα;” Το παιδικό μυαλό έπαιρνε στροφές. “Μέσα στη σκοτεινή παγωνιά, πού πάω Θεέ μου;”
Φτάνοντας στον επάνω μαχαλά, κοντά στην εκκλησία στην πλατεία, θυμήθηκα τη διάταξή της. Θυμήθηκα πως εδώ έχουμε συγγενείς, περίπου γνώρισα που είναι του θείου Θεμιστοκλή Βαρυτιμίδη και του αδελφού του και νουνού μας Χαρίτου ή Θεοχάρη το σπίτι, μόλις πήρα λίγη κατηφόρα δεξιά. Ηταν ο θείος παλαιστής.
Ηξερα πως έχουν πρόβατα, το μόνο που φοβήθηκα ήταν τα σκυλιά της μάντρας. Τα σκυλιά ήταν στη φωλιά τους από το πολύ κρύο. Δεν με πήραν είδηση, ανέβηκα τις ανηφορικές σκάλες. Είδα τη θεία Δέσποινα-ελαφρύ το χώμα που την σκεπάζει-την πρώτη που συνάντησα. Εντρομη, όταν με είδε, με πλησίασε και μου λέει: “Πώς έτσι αυτήν την ώρα;” Την εξήγησα. Με δέχθηκε σαν παιδί της, με περιποιήθηκε, μου άλλαξε τις κάλτσες, κάθησα δίπλα στο ζεστό τζάκι να συνέλθω. Μ’ έφερε να φάω, θυμάμαι ήταν αρνί ψητό στο ταψί με πιλάφι. Ρώτησα που είναι ο θείος μου. Απάντησε: “Χθες το βράδυ ήρθαν και τον πήραν δύο άνθρωποι. Να, πάρε διάβασε το γράμμα που μου έστειλε· σήμερα μου το έφεραν”.
Φίλε αναγνώστη, πριν τον σφάξουν τον Θεμιστοκλή, τον έβαλαν πρώτα κι έγραψε αυτά τα λόγια στη γυναίκα του: “Να με στείλεις το ρολόι (τσέπης), κάλτσες, την κάπα, εδώ κάνει κρύο”. Ο Θεμιστοκλής Βαρυτιμίδης ήταν το 1937-1938 παλαιστής. Οταν ένιωσε ότι θα τον εκτελούσαν μέσα στο σκοτάδι, τους έλεγε: Λύστε μου τα χέρια, εσείς με τα μαχαίρια κι εγώ με τα χέρια”.
Την άλλη μέρα πρωί-πρωί έφυγα για το χωριό μου και απορούσα με τη χθεσινοβραδυνή διαδρομή μου.
*Από το βιβλίο του “Το λεκανοπέδιο των Μουριών”