Του Παύλου-Σωκράτη Παυλίδη*
Η εφιαλτική νύχτα
Ε! μαύρα χρόνια και μαύρες ημέρες! Να φύγετε κι άλλο να μην γυρίσετε πίσω. Τέτοιο κακό ο τόπος μας άλλο να μη δει καμιά φορά. Χάθηκαν τόσα παιδιά άδικα των αδίκων, και απ’ τους μεν και απ’ τους δε.
Ηταν τα χρόνια 1946-1949. Τότε οι αντάρτες χτυπούσαν τα χωριά, καίγανε τα σπίτια ημέρα και νύχτα και οι Ροδωνίτες, καθώς και τ’ άλλα χωριά στο λεκανοπέδιο των Μουριών, πούλησαν ό,τι είχαν και δεν είχαν, τα ζώα τους, τα σιτάρια τους, τα έκαναν άλλοι χάρτινες δραχμές και άλλοι χρυσές λίρες. Ο Νικόλας-το παρατσούκλι του ήταν Πομποριόν, ας είναι ελαφρό το χώμα που τον σκεπάζει-είχε ένα κοπάδι αιγοπρόβατα και κάμποσα μεγάλα ζώα. Τα πούλησε, γιατί άλλο ζωή δεν γινόταν στο χωριό, για να φύγει στη Θεσσαλονίκη, στο γιο του Σωκράτη την επόμενη ημέρα. Τότε χάρτινο χρήμα κυκλοφορούσε πολύ λίγο, σε μικρό μέγεθος, δεκάδραχμα και εικοσάδραχμα. Κυκλοφορούσε μόνο χρυσό για μεγάλες αξίες. Τις χρυσές λίρες τις έβαλε στο ζουνάρι και της ζώστηκε στη μέση. Οι συγχωριανοί Ροδωνίτες και οι Μουριώτες έφυγαν, εγκατέλειψαν τα σπίτια τους κουρασμένοι, στεναχωρημένοι, με τα παιδιά στην αγκαλιά πέσανε στους δρόμους. Ενας λαός, καλός λαός, προκομμένος, ήρθαν στο Σιδηροδρομικό Σταθμό Μουριών.
Εγιναν πρόσφυγες στην Ελλάδα, στον τόπο τους, από τους συμμορίτες. Φόρτωσαν δέκα και περισσότερα βαγόνια επίκουρα, φόρτωσαν την τροφή τους και των κοριτσιών τις προίκες. Ολοι περιμένουν να έρθει το τρένο να δέσει τα επίκουρα βαγόνια και να φύγουν όλοι στη Θεσσαλονίκη.
Αργησε το τρένο να έρθει, νύχτωσε, πέρασε η ώρα.
Ολοι κοιμούνται. Οι αντάρτες κατέβηκαν από το Μπέλλες και χτύπησαν το Σταθμό. Βαθιά μεσάνυχτα άρχισαν τα όπλα, τα πολυβόλα να κελαηδούν. Χαμός. Οι αντάρτες με βενζίνη έλουσαν τα βαγόνια, τα έβαλαν φωτιά, καίγεται το Σταθμαρχείο, σκότωσαν τον σταθμάρχη Τηλέμαχο Τριανταφυλλίδη εικοσιέξι χρόνων, καίγεται η αποθήκη της ΟΥΝΡΑ με τα τρόφιμα, ήταν το μαγαζί του Ιωάννη Παπαδόπουλου, του Χατζηγιάννη.
Ζεστάθηκαν οι κονσέρβες με γάλα και άλλα είδη· έσκαγαν σαν βόμβες. Ανάστατος ο Σταθμός, λαμπάδιασε ο τόπος, το σταθμαρχείο, τα βαγόνια με τις τροφές των χωρικών. Οι χωριανοί που κοιμόνταν στα σπίτια τους πετάχτηκαν να πάνε να κρυφτούν. Πού όμως;
Παντού ριπές και χαλασμός. Ο Νικόλας ζωσμένος τις χρυσές λίρες στη μέση, φόρεσε γυναικεία ρούχα και τσεμπέρι στο κεφάλι και έμοιαζε για γριά. Κρύφτηκε στον καπνοδόχο, πατούσε πάνω σε ουρά αρότρου που ήταν καρφωμένο στον τοίχο που κρεμούσαν την πυροστιά. Ο καημένον να γλυτών τα χρυσά.
Η μάχη δεν σταματά, το Αστυνομικό Τμήμα αμύνεται με τον Ανθυπασπιστή Ευάγγελο Γαλανόπουλο και τον οπλίτη Γεώργιο Παυλίδη, που το έσωσε. Βουίζει ο τόπος.
Οι συμμορίτες άρχισαν να φωνάζουν “βγαίστε όλοι έξω, αλλιώς θα σας κάψουμε”. Σκοτάδι βαθύ. Ολοι βγήκαν έξω, δεν γνωρίζει ο ένας τον άλλο. Ο Νικόλας βγήκε από τον καπνοδόχο, ανακατεύτηκε με τις γυναίκες μέσα στο σκοτάδι. Ολοι μαζεύτηκαν εκεί στο στενό δρομάκι, του Γιώργου Καλκάνη το σπίτι. Οταν έκαναν το μεγάλο κακό οι αντάρτες, που φλέγονταν ο Σταθμός, έδωσαν το σύνθημα να φύγουν, φώναζαν από όλες τις πλευρές την οπισθοχώρηση με την λέξη... Σωκράτης, Σωκράτης, Σωκράτης.
Πήραν ένα παιδί, ένδεκα χρονώ αγόρι, από της μάνας τα χέρια, του Καραπαναγιωτίδη Χρήστου, ήταν πρόσφυγες στο Σταθμό, για να φύγουν στη Θεσσαλονίκη, από το Μυριόφυτο και λίγο έξω, προς το Φουντούξιο, στις γραμμές του τρένου βρέθηκε νεκρό το παιδί. Μέσα από τους συγκεντρωμένους η Καλλιόπη, του Νικόλα Παυλίδη η σύζυγος, φωνάζει δυνατά στους αντάρτες: “Ο Σωκράτης δεν είναι εδώ, είναι στη Θεσσαλονίκη”. Η μάνα Καλλιόπη εννούσε το γιό της Σωκράτη, που ήταν φευγάτος στη Θεσσαλονίκη.
*Από το βιβλίο του «Το Λεκανοπέδιο των Μουριών»