Του Παύλου-Σωκράτη Παυλίδη*
“Οταν υπάρχει πηγή, το νερό τρέχει”
Η ιστορία που θα διηγηθώ είναι ζωντανή, την έζησα στα δεκαοκτώ μου χρόνια. Είναι μια παλιά, πολύ παλιά ιστορία, πάνε εξήντα τόσα χρόνια από τότε. Δεν ξέρω γιατί, μα ποτέ τα τωρινά μας, όσο σπουδαία κι αν είναι, δεν περνούνε μέσα μας σε τόσο ξακάθαρη μορφή σαν τα περασμένα. Οσο μικραίνει μια θύμηση στο χρόνο, αντί να ξεθωριάσει γίνεται πιο ζωηρή και πάντα, όταν μιας πιάνει το μεράκι να γράψουμε, βρίσκουμε πιο έτοιμα και πιο ξετελειωμένα τα όσα ζήσαμε πριν από χρόνια, σε σύγκριση μ’ εκείνα που ζούμε τώρα. Κορυφαίες ώρες της ζωής μας, σαν αυτές που περάσαμε τον τελευταίο καιρό, θέλουν και κορυφαίους μαστόρους για να ιστορηθούν αντάξια. Ομως έτσι που άρχισα δεν θα τελειώσω εύκολα.
Πάνε τώρα από τότε, όπως είπα, εξήντα χρόνια. Δεν έχει σημασία πόσα. Σημασία έχει ότι εκείνο τον καιρό στην περιοχή μας, στα βουνά μας, στον κάμπο, σε άλλους ορίζοντες πιο μακριά από εμάς, μάζευαν ανθρώπους και τους έκλειναν μέσα στην καπναποθήκη του Βογιατζή στο Κιλκίς, γιατί δεν ήσαν αρεστοί στο κόμμα. Μέσα σ’ αυτούς βρέθηκα κι εγώ. Χειμώνας, Δεκέμβριος 1944. Κατέβαζαν απ’ τα χωριά πεζούς. Δεκέμβριος μήνας, βαρύς χειμώνας, τους ερέθιζαν με διάφορα συνθήματα, ύψωναν αυτοί την γροθιά με ανοιχτό το στόμα, τεντωμένη την γροθιά προς τον ουρανό. Η ατμόσφαιρα πύκνωνε από ώρα σε ώρα. Οι μορφές των αρχηγών του στρατοπέδου ήταν κλειστές και άκουγες λιγότερες φωνές με συνεχή εκνευρισμό. Ο όχλος φωνάζει στον παγωμένο Δεκέμβριο:
-Κρεμάλα!!! Κρεμάλα!!! Κρεμάλα!!! Φωτιά!!! Τσεκούρι στους προδότες!!!
Πόσο βάσταξε η συγκέντρωση της φωτιάς δεν θυμούμαι πια.
Εμείς οι κρατούμενοι, ιδίως εμείς τα παιδιά, κάθε ημέρα ξυρίζαμε το λεπτό, ξανθό τρίχωμα που είχε το παιδικό μάγουλο, για να φαινόμαστε πιο μικροί απ’ ό,τι ήμασταν, για να μας αφήσουν ελεύθερους.
Ελεγα μέσα μου “τώρα έφυγαν οι κατακτητές, γιατί μας συγκέντρωσαν όλους εδώ, τί μας θέλουν;”. Τόσο έκοβε το παιδικό μυαλό μου. Ερχονταν μια επιτροή κάθε τόσο και ελευθέρωνε μικρούς. Ελεγαν: “Τα ρούχα σου και έξω”.
Μας κρατούσαν με το έτσι θέλω και δεν το έβαζαν κάτω, δεν έλεγαν “τί τους κρατάμε τους ανθρώπους, νικήσαμε, ο λαός είναι μαζί μας”. Εμείς τα παιδιά, ανεβοκατεβαίναμε τις εσωτερικές ξύλινες σκάλες, για να βλέπουμε από τα γύρω παράθυρα. Βγάζαμε το κεφάλι να δούμε, από την μία το θέαμα και από την άλλη κανένα γνωστό άτομο. Τα πλήθη ξεχείλιζαν έξω στον παγωμένο, χιονισμένο δρόμο, με φωνές εναντίον μας. “Φωτιά! Τσεκούρι!”, βούιζε ο τόπος.
Η μάνα μου Καλλιόπη έτυχε να βρεθεί σε κάποιο συλλαλητήριο. Ηρθε με συγχωριανούς της, πεζή, σαράντα χιλιόμετρα, νέα τότε, να δει τον άντρα της Νικόλα, που τον είχαν φέρει από του “Παύλου Μελά”, το στρατόπεδο στην Θεσσαλονίκη, στην καπναποθήκη του Σιδηρόπουλου στο Κιλκίς και τον γιό της Παύλο στην καπναποθήκη του Βογιατζή. Δεν είχε μέσα συγκοινωνίας τότε όπως τώρα. Τις γραμμές του τρένου τις ανατίναξαν οι Γερμανοί κατά την υποχώρηση. Φύγανε ανενόχλητοι προς βορρά για την πατρίδα τους την Γερμανία.
Είδα τη μάνα μου με τεντωμένο το βλέμμα, τα μάτια της καρφωμένα στα παράθυρα, να ψάχνει επίμονα, ερευνητικά να με δει. Ηθελε να με δει η μάνα μου, λίγο ψωμί να μου δώσει. “Εδώ είμαι μάνα!!!”, φώναξα δυνατά. Οταν την είδα με το κεφάλι ψηλά, προς το παράθυρο της καπναποθήκης να βλέπει, έκλαιγε, έψαχνε να με δει. Εκλαιγε η μάνα μου, όταν με είδε σε κάποιο παράθυρο. Μετά σταμάτησε να κλαίει. Δεν μπορούσε να κλάψει άλλο. Ισως είχαν στερέψει τα δάκρυα. Η μάνα μου έτρεμε από το πολύ κρύο και την συγκίνηση. Την βλέπω. Νομίζω πως θα λυγίσει. Εβλεπα τον πόνο της μάνας μου να ξεπετάγεται από τα σπλάχνα της, ανήμπορη να φέρει το σπλάχνο της κοντά της.
Εφερε ένα κομμάτι ψωμί από το σπίτι, το κρατούσε σφιχτά στον κόρφο της για το παιδί της. Της είπα: “Γιατί ήρθες τόσο μακρινό δρόμο;” Κι εκείνη μου απάντησε: “Δεν μπορούσα να μην έρθω, κι ας πονάει η καρδιά μου διπλά αυτή τη στιγμή. Δεν με χωρούσε ο τόπος, παιδί μου!”. Ετρεμε από συγκίνηση. Ημασταν σαν μουχλιασμένα φθινοπωρινά φύλλα που κυλιούνται μέσα στον βούρκο. Μας έτρωγε η ψείρα και η λέρα. Δίπλα στη μάνα μου ήταν μια κοπέλα του συλλαλητηρίου και έβλεπε να κλαίει κι έβλεπε κι εμένα, φωναχτά να μιλούμε. “Τί όμορφο παιδί που έχεις θεία”, λέει στη μάνα μου. Είδα να συνομιλεί η κοπέλα μαζί της, χωρίς να ξέρω τί ακριβώς έλεγαν. Η μάνα μου πρόθυμη, της είπε: “Εβγαλ’ τον ας σην φυλακήν και έπαρ’ τον”. Η κοπέλα απάντησε στη μάνα μου: “Θεία, εγώ παοτζή κι παίρω!”
Καθώς έβλεπα τη μάνα, ψηλά από το παράθυρο, να στέκεται μες στο αγριεμένο πλήθος, με κυρίεψε δίψα και παράπονο. Δεν μπορούσα να νιώσω ζωντανή τη στοργή της, να με χαϊδέψει με το χέρι της.
Στην πόρτα του θαλάμου που μας είχαν στριμωγμένους, ο δεσμοφύλακας συναγωνιστής στέκει ορθός και καλεί τ’ όνομά μου. Μου δίνει το ψωμί της μάνας τεμαχισμένο. Φαίνεται καλός άνθρωπος, ταραγμένος. Στέκει χλωμός μέσα στο κρύο. Ηταν 27 Δεκεμβρίου, άγιες ημέρες του 1944!
Αυτά που συνέβησαν με την κοπέλα, μου τα έλεγε η μάνα αστειευόμενη, όταν αποφυλακίσθηκα από το Σιδηρόκαστρο στις 14 Φεβρουαρίου 1945, μαζί με συγχωριανούς και τον πατέρα μου.
*Από το βιβλίο του “Το λεκανοπέδιο των Μουριών”