(Επαναδημοσίευση)

Σε μείζον ζήτημα για ένα σημαντικό κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας έχει εξελιχθεί η αποπληρωμή δανείου το οποίο χορηγήθηκε σε ελβετικό φράγκο ή μετατράπηκε η αρχική σύμβαση που ήταν σε ευρώ να αποπληρωθεί σε ελβετικό νόμισμα. Χρονικά μιλάμε για την περίοδο 2006 – 2008 όπου οι τράπεζες χορηγούσαν χιλιάδες δάνεια σε συνάλλαγμα ελβετικού φράγκου με το κίνητρο για τον δανειολήπτη να αποτελεί η εξασφάλιση χαμηλού επιτοκίου στην μηνιαία δόση, ήτοι αυτό του Libor (London Interbank Offered Rate), και ως εκ τούτου χαμηλότερη μηνιαία δόση σε σχέση με όσα θα πλήρωναν οι δανειολήπτες αν είχαν λάβει δάνειο σε ευρώ. Να σημειωθεί ότι εκείνη την περίοδο τα δάνεια που είχαν συναφθεί σε ελβετικό φράγκο, η ισοτιμία του με το ευρώ ήταν 1 ευρώ/1,65 chf περίπου.

Ήτο προφανές ότι κάθε δανειολήπτης ελκυόταν από την ιδέα να μειώσει το φορτίο των δόσεων που θα αναλάμβανε ή είχε ήδη αναλάβει με την αρχική του δανειακή σύμβαση σε ευρώ με βάση την ανωτέρω ισοτιμία. Σ’αυτό βασιζόταν εξάλλου και η τράπεζα για να πείσει του υποψήφιους δανειολήπτες αλλά και αυτούς που είχαν ήδη λάβει δάνειο σε ευρώ.

Κρίσιμο ερώτημα αποτελεί το αν οι τράπεζες ενημέρωναν τους υποψήφιους δανειολήπτες για τους συναλλαγματικούς κινδύνους που υπέκρυπταν οι δανειακές συμβάσεις σε ελβετικό φράγκο που θα υπέγραφαν. Δηλαδή ενημέρωνε η τράπεζα τους υποψήφιους δανειολήπτες σε συνάλλαγμα για το τι σήμαινε συναλλαγματικός κίνδυνος με συγκεκριμένα αριθμητικά παραδείγματα;

Αξίζει να σημειωθεί ωστόσο ότι η πλειοψηφία των χιλιάδων δανειοληπτών που έλαβαν δάνειο σε ελβετικό φράγκο ή μετέτρεψαν τις αρχικές τους συμβάσεις από ευρώ σε ελβετικό νόμισμα, δεν είχαν ουδένα λόγο να εμπλακούν σε αυτήν την διαδικασία, πλην της μείωσης του επιτοκίου και αντίστοιχα της μηνιαίας δόσης τους, αφού δεν διέθεταν αλλά και ούτε επρόκειτο να αποκτήσουν ποτέ εισοδήματα σε ελβετικό φράγκο αλλά και ούτε επρόκειτο να αποκτήσουν συναλλαγές σε ελβετικό φράγκο

Τι συμβαίνει όμως στην περίπτωση αποπληρωμής του δανείου σε ελβετικό φράγκο;

Παράδειγμα: Δανειολήπτης είχε λάβει το έτος 2007 από την τράπεζα δάνειο ύψους 100.000 ευρώ σε ελβετικά φράγκα με χρονικό ορίζοντα αποπληρωμής τα 20 έτη. Η ισοτιμία την ημέρα εκταμίευσης του δανείου ήταν 1 ευρώ = 1,55 ή 1,65 ελβετικά φράγκα. Από την εν τοις πράγμασι λειτουργία της υπό κρίση δανειακής συμβάσεως του, η οποία ήδη υλοποιείται εδώ και 10 πλέον έτη, δηλαδή κατά το ήμισυ και πλέον της συμβατικής χρονικής διάρκειας των 20 ετών, βρίσκεται στο εκπληκτικό σημείο να οφείλει σχεδόν ολόκληρο το αρχικώς ληφθέν κεφάλαιο των 100.000 ευρω σε ελβετικά φράγκα, παρά τις συνεχείς από μέρους του καταβολές των μηνιαίων δόσεων του και χωρίς να υπάρχει καμία ληξιπρόθεσμη οφειλή, όπως αυτές προσδιορίζονται από τις σχετικές συμβατικές προβλέψεις και ειδικότερα από την αμφίβολη συμβατική ρύθμιση για καταβολή των δόσεων, το ύψος των οποίων προσδιορίζεται με βάση την εκάστοτε ισχύουσα ισοτιμία ευρώ/ελβετικού φράγκου. Επομένως με αυτά τα δεδομένα ο δανειολήπτης βρίσκεται ενώπιων μια αδιέξοδης λειτουργίας της δανειακής του σύμβασης η οποία δεν οδηγεί στην αποπληρωμή του δανείου αλλά στην αέναη διατήρηση του.

Αντιμετώπιση του προβλήματος από τα δικαστήρια

Από το έτος 2010 και εντεύθεν, ύστερα από την πτώση της ισοτιμίας μεταξύ ευρώ και ελβετικού φράγκου (1 euro = 1,55 με 1,65 chf) αλλά και τις σοβαρές παγκόσμιες και εθνικές οικονομικές εξελίξεις, οι διαφορές μεταξύ τραπεζών και δανειοληπτών στεγαστικών δάνειων σε συνάλλαγμα προκύπτει ως έντονο κοινωνικό πρωτίστως φαινόμενο. Και φυσικά δεν θα απασχολούσε τα δικαστήρια ως πρόβλημα δικανικής κρίσης για την εγκυρότητα και νομιμότητα των σχετικών δανειακών συμβάσεων που είχαν καταρτιστεί εάν από την λειτουργία των συμβάσεων αυτών δεν προέκυπταν σοβαρά προβλήματα στην πλευρά των δανειοληπτών, τέτοιας μάλιστα έκτασης που καθιστούν την συνέχιση εφαρμογής τους εξαιρετικά δυσχερή.

Συνέπεια τούτου είναι να προσφεύγουν οι δανειολήπτες σχεδόν καθημερινά στην Δικαιοσύνη, είτε με μαζικές αγωγές είτε μεμονωμένα κατά των τραπεζών με σκοπό να επιτύχουν την αποπληρωμή του δανείου τους στην αρχική ισοτιμία εκταμίευσης του δανείου τους.

Ήδη τα δικαστήρια της χώρας έχουν εκδώσει θετικές αποφάσεις υπέρ των δανειοληπτών, τουλάχιστον σε α΄ βαθμό, ακυρώνοντας εν όλω ή εν μέρει δανειακές συμβάσεις σε ελβετικό φράγκο, επαναφέροντας ταυτόχρονα την αποπληρωμή της δόσης τους με βάση την ισοτιμία του ευρώ με το ελβετικό φράγκο κατά την ημέρα σύναψης του στεγαστικού τους δανείου.

Συμπερασματικά σκεπτόμενοι δεν μπορεί κάνεις παρά να δεχθεί την προβληματικότητα των εν λόγω δανειακών συμβάσεων με την έννοια οτι τα δυσμενή αποτελέσματα από την προοδευτική τους υλοποίηση στο βάθος του συμβατικού τους χρόνου, δεν είναι αποδεκτά από την κρατούσα έννομη τάξη αλλά ούτε και από την αίσθηση δικαίου του μέσου συνετού ανθρώπου.

Είναι προφανές ότι στην προκειμένη περίπτωση υπάρχει κάτι που δεν λειτουργεί σωστά στα πλαίσια των γενικών αρχών του δικαίου. Οι δανειολήπτες που τους έχει χορηγηθεί δάνειο σε συνάλλαγμα και δη σε ελβετικό φράγκο έχουν εναποθέσει πλέον τις ελπίδες τους σε μια απόφαση του δικαστηρίου, εφόσον έχουν κινηθεί δικαστικώς για την αντιμετώπιση αυτής της κατάστασης, που θα τους απαλλάξει από αυτήν την αέναη αποπληρωμή του δανείου τους, αφού η μεταβολή της ισοτιμίας ευρώ/ελβετικού φράγκου έχει σταθεροποιηθεί περίπου σε 1 ευρώ/1,20 chf και επομένως η μεταβολή αυτή φέρνει τα τελευταία τέσσερα χρόνια τον δανειολήπτη σε μια θέση δυσχερή, ήτοι να αποπληρώνει το δάνειό του εις το διηνεκές χωρίς να υπάρχει περιθώριο απαλλαγής από το συγκεκριμένο δάνειο.

*O κ. Τζίκας είναι δικηγόρος και πιστοποιημένος

διαμεσολαβητής από το Υπουργείο Δικαιοσύνης,

Διαφάνειας & Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων

www.tzikas-lawfirm.gr

Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Ο Ευαγγελιστής Ματθαίος στο κεφ 1:18-25 μας διηγείται τα γεγονότα γύρω από τη Γέννηση του Ιησού:

“Η μητέρα του Μαρία, αφού  αρραβωνιάστηκε με τον Ιωσήφ, χωρίς να έρθουν σε σαρκική επαφή μεταξύ τους, έμεινε έγκυος με την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος. Τότε ο Ιωσήφ, ο ά­ντρας της, επειδή ήταν δίκαιος άνθρωπος και δεν ήθελε να την εκθέσει, σκέφτηκε να τη χωρίσει κρυφά. Αλλά ενώ αυτός έκανε αυτές τις σκέψεις, ένας άγγελος του Κυρίου παρουσιάστηκε στο όνειρό του και του είπε: “Ιωσήφ, γιε του Δαβίδ, η διστάσεις να πάρεις μαζί σου τη Μαρία, τη γυναίκα σου, γιατί το παιδί που περιμένει προέρχεται από το Αγιο Πνεύμα. Θα γεννήσει γιο και θα του δώσεις το όνομα ΙΗΣΟΥΣ, γιατί αυτός θα σώσει το λαό του από τις αμαρτίες του”.

Με όλα αυτά που έγιναν, εκπληρώθηκε η προφητεία του Ησαΐα, που πριν 800 χρόνια είχε πει: “Ιδού, η Παρθένος θα συλλάβει και θα γεννήσει γιο και θα τον ονομάσουν Εμμανουήλ, που σημαίνει: ο Θεός μαζί μας”.

“Εμμανουήλ-ο Θεός μαζί μας”. Δηλαδή, στο πρόσωπο του Ιησού συναντάμε το Θεό.

Ο Χριστός δεν ήλθε σαν επισκέπτης, να μας δει, να μας παρηγορήσει, να μας σώσει οδηγίες και να φύγει. Ηλθε να μείνει μαζί μας. Ηλθε να γίνει ένα με εμάς: “Και σκήνωσεν εν υμίν”, γι’ αυτό σαρκώθηκε και έγινεν άνθρωπος. Πολλοί από μας τον θεωρούν ένα πρόσωπο μακρινό, έξω από εμάς, ενώ είναι πάντοτε μαζί μας, γι’ αυτό ψάλλουμε: “Χριστός γεννάται”, όχι γεννήθηκε. Και φέτος γεννάται και είναι ανάμεσά μας, δίπλα μας. Μας το δείχνει απλά η παρακάτω ιστοριούλα:

Ενα βράδυ, ένας τσαγκάρης είδε στ’ όνειρό του ότι το επόμενο πρωί θα’ρχόταν να τον επισκεφθεί ο Ιησούς. Το όνειρο του φάνηκε τόσο αληθινό που σηκώθηκε αμέσως, έτρεξε στο δάσος και μάζεψε μερικά κλαδιά για να στολίσει το εργαστήρι του, για την υποδοχή του Μεγάλου Επισκέπτη.

Περίμενε όλο το πρωί, αλλά για μεγάλη του απογοήτευση, ο Ιησούς δεν φάνηκε. Μόνον ένας γεροντάκος χτύπησε την πόρτα του, ζητώντας να μπει μέσα για να ζεσταθεί λίγο. Καθώς ο γεροντάκος ζεσταινόταν, ο τσαγκάρης παρατήρησε ότι τα παπούτσια του ήταν τρύπια. Τον σπλαχνίστηκε και πήρε ένα καινούργιο ζευγάρι παπούτσια και τα έδωσε στον επισκέπτη, την ώρα που έφευγε. Ο τσαγκάρης περίμενε και το απόγευμα την επίσκεψη του Ιησού, αλλά μοναδική επισκέπτρια ήταν μια γριούλα. Την είδε που ήταν φορτωμένη μ’ ένα βαρύ φορτίο ξύλα και τη φώναξε να μπει μέσα για να ξεκουραστεί λίγο. Τότε ανακάλυψε ότι η γριούλα ήταν νηστικιά δύο μέρες. Της έδωσε ψωμί και λίγα φαγώσιμα και την άφησε να φύγει.

Καθώς πλησίαζε το δειλινό, ο τσαγκάρης άκουσε έξω ένα παιδικό κλάμα. Το παιδί ήταν φοβισμένο γιατί είχε χαθεί. Ο τσαγκάρης βγήκε έξω, σκούπισε τα δάκρυα του παιδιού και πιάνοντας το από το χέρι το πήγε στο σπίτι του και το παρέδωσε τους γονείς του.

Οταν γύρισε στο εργαστήρι ο τσαγκάρης, ήταν πολύ λυπημένος. Πίστευε ότι ο Ιησούς είχε έρθει στο εργαστήρι του την ώρα που πήγε το παιδί στο σπίτι του και μη βρίσκοντάς τον εκεί, είχε φύγει. Και άρχισε τότε να φαντάζεται στιγμή προς στιγμή την επίσκεψή του: Το χτύπημα της πόρτας, το λαμπρό Του πρόσωπο, το κέρασμα. Σκεφτόταν πως θα είχε φιλήσει τα χέρια Του, που είχαν τρυπηθεί από τα καρφιά. Κατόπιν ο Κύριος θα καθόταν και θα του μιλούσε. Κάποια στιγμή, συνερπαρμένος από τις σκέψεις του, αναφώνησε: “Γιατί Κύριε, καθυστερείς να έρθεις; Ξέχασες ότι σήμερα θα ερχόσουν;”. Τότε, απαλά έφτασε στ’ αφτιά μια φωνή μέσα στη σιγαλιά της νύχτας: “Μη λυπάσαι και άσε την καρδιά του να χαρεί. Γιατί κράτησα εγώ το  λόγο μου. Τρεις φορές ήρθα στη φιλόξενη πόρτα σου. Τρεις φορές μου άνοιξες και με πήρες μέσα και με περιποιήθηκες. Τρεις φορές η σκιά της παρουσίας μου σχηματίστηκε στο πάτωμα του εργαστηρίου σου. Εγώ ήμουν ο γεροντάκος με τα πληγιασμένα πόδια. Εγώ ήμουν η πεινασμένη γυναίκα που της έδωσες να φάει. Εγώ ήμουν το παιδάκι που είχε χαθεί και η καλοσύνη σου το πήρε από το χέρι και το παρέδωσε στους γονείς...”

Στο πρόσωπο λοιπόν κάθε δυστυχισμένου, πονεμένου, άρρωστου, πρόσφυγα και αναξιοπαθούντα, πρέπει να βλέπουμε τον ίδιο το Χριστό. Είναι παρόν, πάντα κοντά μας, δίπλα μας.

“Χριστός γεννάτε δοξάσατε Χριστόν εξ ουρανών απαντήσατε..”

Χρόνια πολλά, ευλογημένα

Πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Αλεβιζάκης

Το μάτιασμα και η βασκανία

Για το μάτιασμα, υπήρχαν γυναίκες στα χωριά που χρησιμοποιούσανε τρόπους και μέσα, όπως θα αναφέρω παρακάτω.

Επαιρναν το θυμιατό, θυμίαζαν τον ματιασμένο σταυρωτά κρατώντας αλάτι στα τρία δάκτυλα που τα γύριζαν πάνω στο κεφάλι, λέγοντας και τις προσευχές “Πάτερ ημών”, “Πιστεύω”.

Του ματιασμένου του έδιναν στο στόμα ένα κομμάτι αλάτι από αυτά που είχαν στο χέρι τους και τα υπόλοιπα τα έριχναν στην φωτιά κρυφά, που σκάζοντας το αλάτι στη φωτιά, αυτές έλεγαν:

“Να... εσύ να τσατλαεύς και να χάσαι” ή “Ατό να εν το γιατρικό σ’”, “έσπασεν α’ σ’ ομμάτ’ με το στομολόγεμα”. “Ομμάτεμαν είχε. Λιθάρε κατασπάν’ το ματ’ να τ’”, “έγκανέ μας σο κιφάλ’ απάν”.

Αλλοι χρησιμοποιούσαν άλλον τρόπο. Μέσα σε πιάτο έβαζαν νερό, έριχναν μερικές σταγόνες λάδι και έλεγαν κάποια προσευχή.

Υπήρχαν ειδικές γυναίκες που ξεμάτιαζαν τον ματιασμένο. Αυτές ήσαν η Πελαγία Αυγερινού, η Βασιλική Ευφραιμίδου-Παυλίδου, η Μάρθα Κ. Αναστασιάδου (η Σιχούνα). Αυτή όλο ξεμάτιαζε τα εγγόνια της και πολλές φορές καλούσαν τον παπά Γιάννη, που ερχόταν με το πετραχήλι και ένα βιβλίο στο χέρι.

Για να μην πιάνει μάτι έβαζαν ματόχαντρο και σκόρδο επάνω στον ξορκισμένο, σε κρυφό μέρο. Σε άνδρες έβαζαν σταυρούς. Βάζανε ξόρκια που να μην φαίνονται, ακόμη και στα ζώα. Επρεπε να λένε “μασαλάχ” ή “να μην ομματάεται” ή “κακό ομματ’ να μην παίρ” ή “πέει μασαλάχ και φτύσον το μωρόν”. “Ενέσκαψεν τον κυρ’ν’ ατ’ και την μάναν ατ’”, “δάκ’σον τη γλώσσα σ”, “το κρίμα ση γούλα μ’”.

Ψέματα κι λέγω σας ατά ντο γράφτω.

*Από το βιβλίο του “Το λεκανοπέδιο των Μουριών”

Με την έλευση της εικόνας της Παναγίας Σουμελά από την Ιερά Μονή Καστανιά Ημαθίας για τέσσερις μέρες (27-30 Νοεμβρίου) στην εκκλησία Πεντεκαίδεκα Μαρτύρων, ο πρ. bουλευτής κ. Θεόδ. Πασσαλίδης μίλησε στο εκκλησίασμα για το ιστορικό της εικόνας.

Ο κ. Πασσαλίδης είπε μεταξύ άλλων στην ομιλία του ότι σύμφωνα με την ιερή παράδοση, ο Ευαγγελιστής Λουκάς φιλοτέχνησε με θεία έμπευση 3 εικόνες με τη θεϊκή μορφή της Παναγίας με το Χριστό στην Αγκαλιά της. Η μία βρίσκεται στην Κύπρο, στο μοναστήρι του Κύκκου, η δεύτερη στο μοναστήρι του μεγάλου Σπηλαίου στην Πελοπόννησο και η τρίτη, από το Μοναστήρι της Παναγίας Σουμελά της Τραπεζούντας, βρίσκεται τώρα στην Καστανιά της Βέροιας.

Η εικόνα της Παναγίας από την Αθήνα μεταφέρθηκε στη Θήβα το 380 μΧ. Δύο μοναχοί, ο Βαρνάβας και ο Σωφρόνιος, πήραν την ιερή εικόνα από τη Θήβα και την πήγαν στον Πόντο. Εκεί εγκατέστησαν την εικόνα σε μια Σπηλιά στο βουνό Μελά της Τραπεζούντας και έχτισαν το μοναστήρι. Τα εγκαίνια έγιναν το 386μΧ.

Από το Σπήλαιο του Βράχου στάζουν σταγόνες καθαρού νερού. Το Αγίασμα αυτό δεν σταμάτησε να σταλάζει εδώ και 16 αιώνες. Οι αυτοκράτορες του Βυζαντίου και οι Κομνηνοί της Τραπεζούντας προστάτεψαν το μοναστήρι και του χάρισαν πολλά προνόμια.

Με τα γεγονότα του 1922, οι καλόγεροι του Μοναστηριού έβαλαν την αγία εικόνα και τα άλλα κειμήλια μέσα σ’ ένα κιβώτιο και την έκρυψαν δίπλα στο Μοναστήρι της Παναγίας Σουμελά, στον περίβολο της μικρής εκκλησίας Αγίας Βαρβάρας. Αυτά έγιναν στον Πόντο.

Το Σεπτέμβριο του 1931, ο τούρκος Πρωθυπουργός Ισμέτ Ινονού ήρθε στην Ελλάδα να παρακολουθήσει τους Βαλκανικούς Αγώνες. Ο Βενιζέλος, ύστερα από υπόδειξη του Χρύσανθου Φιλιππίδη, του τελευταίου Μητροπολίτη Τραπεζούντας και στη συνέχεια αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος, ζήτησε από τον Τούρκο Πρωθυπουργό να επιτρέψει να έρθει η εικόνα από την Τραπεζούντα στην Ελλάδα.

Το αίτημα έγινε αποδεκτό από τον Τούρκο Πρωθυπουργό. Ο Μητροπολίτης Χρύσανθος έστειλε το Μοναχό Αμβρόσιο στην Τουρκία, αφού προηγουμένως πήρε πληροφορίες που ήταν κρυμμένη η εικόνα, από τον Αρχιμανδρίτη της Μονής Σουμελά Ιερεμία, που βρισκόταν στο Φίλυρο Λαγκαδά.

Με τα επίσημα έγγραφα του Τούρκου πρωθουπουργού και του Βενιζέλου, ξεκίνησε ο Αμβρόσιος για τον Πόντο. Προηγουμένως πέρασε από το Ελληνικό Προξενείο της Κωνσταντινούπολης και πήρε μαζί του τον τουρκομαθή συνοδό Aλέξανδρο Βασιλείου και με πλοίο έφθασαν στην Τραπεζούντα. Εκεί παρουσιάστηκαν στην Αστυνομία και το Διοικητήριο. Πήραν μαζί τους στρατιώτες και αστυνομικούς και πήγαν κατ’ ευθείαν στο Μοναστήρι και στο διπλανό εκκλησάκι της Αγίας Βαρβάρας. Ετσι ξέθαψαν τα ιερά κειμήλια, τα οποία ο Μοναχός Αμβρόσιος έφερε πίσω στην Ελλάδα και ο Μητροπολίτης Χρύσανθος τα έβαλε στο Βυζαντινό Μουσείο των Αθηνών.

Στις 15 Αυγούστου 1951 τοποθετήθηκε ο θεμέλιος λίθος της μικρής εκκλησίας του Μοναστηριού στην Καστανιά της Βέροιας και στις 15 Αυγούστου του 1952 η σεπτή εικόνα της Παναγίας Σουμελά μεταφέρθηκε από το Βυζαντινό Μουσείο Αθηνών και τοποθετήθηκε στο νέο Μοναστήρι, που ιδρύθηκε με πρωτοβουλία του γιατρού Φίλωνα Κτενίδη. Μαζί με την θαυματουργή εικόνα της Παναγίας Σουμελά, σώθηκε και ο Σταυρός του Αυτοκράτορα της Τραπεζούντας Μανουήλ Κομνηνού και το χειρόγραφο ιερό ευαγγέλιο του Οσίου Χριστοφόρου.

Ο Λεωνίδας Ιασωνίδης, υπουργός Προνοίας στην κυβέρνηση Βενιζέλου, είπε: “όταν η εικόνα της Παναγίας Σουμελά ήρθε στην Ελλάδα, μαζί της ήρθε και ο ΠΟΝΤΟΣ”.

Σελίδα 15 από 103
We use cookies to improve our website. Cookies used for the essential operation of this site have already been set. For more information visit our Cookie policy. I accept cookies from this site. Agree