Του Παύλου-Σωκράτη Παυλίδη*

Επαγγέλματα που είχαν άμεση σχέση με τη γεωργία και την κτηνοτροφία ήσαν του σιδερά, του πεταλωτή, του σαμαρά και του καροποιού-όλα εκτός του σιδερά, που πήρε άλλη τροπή, χάθηκαν με τον καιρό.

Ο σιδεράς είχε σχέση με τον καροποιό. Εξω από τα γεωργικά εργαλεία (τσάπες, φτυάρια, κασμάδες, δικράνια, τσουγκράνες), κατασκεύαζε και όλα τα μεταλλικά εξαρτήματα του κάρου, εκτός αν ο καροποιός ήταν και σιδεράς, οπότε στο εργαστήρι του αυτός κατασκεύαζε και τα μεταλλικά αυτά εξαρτήματα.

Στο λεκανοπέδιο των Μουριών οι καλύτεροι καροποιοί ήσαν οι Θρακιώτες. Μπορεί στην πατρίδα να μην ήσαν καροποιοί, γνώριζαν όμως την τέχνη από τους παππούδες τους και στη δεκαετία του 1930 βάλθηκαν ν κατασκευάζουν κάρα με μεράκι-απαραίτητο το κάρο στον γεωργό για τη μεταφορά κυρίως των αγροτικών προϊόντων στο σπίτι.

Κι αφού τα κατασκεύαζαν, στο τέλος τα έβαφαν και διάφορα χρώματα-κυρίως γαλάζιο και κόκκινο χρησιμοποιούσαν-και ζωγράφιζαν και γλάστρες με λουλούδια στα πλευρά τους, προπάντων στα αλογόκαρα με τέσσερις ή με δύο ρόδες, τις περίφημες σούστες.

Τα καροποιεία δούλευαν πολύ εκείνη την εποχή, γιατί οι ανάγκες για την κατασκευή ή για την επιδιόρθωση του κάρου ήσαν μεγάλες. Πως σήμερα περιμένεις σειρά να επιδιορθώσεις το αυτοκίνητό σου, έτσι και τότε από μήνες πριν έκανες την παραγγελία για κανούργιο κάρο ή για κάποια επιδιόρθωση στο παλιό. Οι νέοι σήμερα δεν γνωρίζουν τίποτε από τα κάρα και την τέχνη του καροποιού. Καλό όμως είναι να γνωρίζουν, για να κρίνουν πως κατόρθωσαν οι πρόγονοί τους, παππούδες και πατεράδες, να επιβιώσουν!

Να πως κατασκευάζονταν το κάρο: Ξεκινούσαν πρώτα από τις ρόδες. Στο τετράτροχο κάρο οι μπροστινές ρόδες είναι λίγο μικρότερες από τις πίσω, για να μπορεί το κάρο να γυρίζει στον τόπο πιο εύκολα-χρησιμεύουν ως τιμόνι. Το κεντρικό εξάρτημα της ρόδας είναι το κεφαλάρι. Στην αρχή δεν κατασκεύαζαν κεφαλάρια οι καροποιοί των Μουριών, έκαναν εισαγωγή, τα αγόραζαν έτοιμα. Μετά όμως έμαθαν και τα κατασκεύαζαν και οι ίδιοι. Πάνω στο κεφαλάρι με δώδεκα υποδοχές στηρίζονται οι δώδεκα ξύλινες ακτίνες, που οι καροποιοί τις έλεγαν παρμάκια. Τα παρμάκια ακτινωτά, άφηνα ίσες αποστάσεις ανάμεσά τους και προσαρμόζονταν ανά δύο σε έξι αψίδες ημικυκλικές, που προσαρμόζονταν κι αυτές η μία μες στην άλλη κι αποτελούσαν το ξύλινο στεφάνι της ρόδας. Παρμάκια και αψίδες κατασκεύαζε ο ίδιος ο καροποιός με το πριόνι και το σκεπάρνι επάνω στο κούτσουρο.

Προσαρμοσμένα τα παρμάκια στο κεφαλάρι και στις αψίδες, αποτελούν ως σύνολο την ξύλινη ρόδα, τον τροχό του κάρου. Επρεπε όμως ο ξύλινος αυτός κύκλος να επενδυθεί μ’ ένα σιδερένιο στεφάνι, που στη γλώσσα των καροποιών λέγεται ταμπάνι. Η διάμετρος του ταμπανιού έπρεπε να είναι ίση ή λίγο πιο μικρή από τη διάμετρο του ξύλινου τροχού.

Το ταμπάνι το θερμαίνανε σε φωτιά ώσπου να πυρωθεί, να κοκκινίσει. Τότε με τσιμπίδες, μεγάλες μασιές, το έπαιρναν δύο-τρεις άντρες και το έφερναν στην οριζοντιωμένη ξύλινη ρόδα, εφαρμοσμένη και βιδωμένη πάνω σε μια κατάλληλη σχάρα, κι εκεί με βαριοπούλες το χτυπούσαν να “καθήσει” στο ξύλινο στεφάνι της ρόδας. Το ξύλο καίγεται εκείνη την ώρα από την επαφή του με το καυτό σίδερο κι ένας εργάτης χύνει νερό και σβήνει τη φωτιά. Κι όταν το ταμπάνι “καθήσει”, πιάνει τη ρόδα απ’ τις ακτίνες της ένας γεροδεμένος άντρας και μέσα από τους καπνούς που βγάζει ακόμα το ξύλο, τη “σβήνει” μέσα σε λάκο με νερό που έχει εκεί δίπλα και το καυτό ακόμα σίδερο τσιτσιρίζει δυνατά, αλλά με τη συστολή περιβάλλει πια τη ρόδα γερά, για να αντέχει στη διαδρομή που θα κάνει στους κακοτράχαλους δρόμους. Ωστόσο στην επιφάνεια του ταμπανιού άφηναν τρύπες, για να το στερεώσουν στην ξύλινη ρόδα που σχημάτιζαν οι αψίδες.

Στο κέντρο του κεφαλαριού είναι σφηνωμένος σωλήνας από χυτό μαντέμι, που λέγεται πουριάς. Οι ρόδες ανά δύο στηρίζονταν σε δύο οριζόντιους σιδερένιους άξονες-τα άκρα τους έμπαιναν μέσα στον πουριά του κεφαλαριού και εκεί γύριζαν οι ρόδες με τη βοήθεια και του γράσου που ευκόλυνε την κίνηση, χωρίς τρίξιμο και τριβές φθοροποιές. Τους δύο σιδερένιους άξονες τους κάλυπταν με βάση ξύλινη, που στην κάτω πλευρά της είχε αυλακιά, για να “κάθεται” πάνω στον άξονα και να δένει μαζί του με λάμες σιδερένιες και με βίδες. Και πάνω σ’ αυτή τη βάση “κάθεται” το σκαμνί με τα κάθετα γιαστίκια-τα γόλε-αριστερά και δεξιά, ένα στον άξονα με τις δύο μπροστινές ρόδες κι ένα στις πίσω. Το κάθε σκαμνί έχει και μία τρύπα, την καβίλια, για να περνάει από την αρχή η ουρά του κάρου και να φτάνει στις πίσω ρόδες και να προεξέχει περίπου ογδόντα εκατοστά.

Κατασκεύαζε μετά ο καροποιός στο πίσω μέρος ξύλινη βάση με τις ψαλίδες δεξιά και αριστερά, που στερεώνονταν στην ουρά. Μπροστά είχε το τιμόνι, που με την ζεύλα ενώνεται με τον ζυγό, που τον έφερναν τα ζώα (βόδια ή βουβάλια) στον τράχηλό τους. Τέλος, τοποθετούσαν την κάσα με στρωτές, χονδρές σανίδες κάτω και στα πλαϊνά-στηρίζονταν στα γιαστίκια-αρκετά ευρύχωρη, για να σηκώνει τη μεταφερόμενη σοδειά ή ό,τι άλλο ήθελε να κουβαλήσει ο γεωργός.

*Από το βιβλίο του “Το λεκανοπέδιο των Μουριών”

Τα τρία βιβλία του Παύλου-Σωκράτη Παυλίδη υπάρχουν τη Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Κιλκίς.

Στο όνομα της “Θεάς Τύχης” έχουν ιδρυθεί και ιδρύονται χιλιάδες τύποι λατρείας της, όπως: καζίνο, λέσχες, προπό, ιπποδρόμια, κρυφά δωμάτια τζόγου κλπ. Εκεί συρρέουν εκατομμύρια φανατικών πιστών της και την ικετεύουν να τους ευνοήσει να κερδίσουν μεγάλα χρηματικά ποσά, για ν’ αποκτήσουν την άνεση ν’ απολαύσουν όλες τις ηδονές της ζώης. Ομως εκεί ξεπουπουλιάζονται και δημιουργούνται φοβερά δράματα και τραγωδίες. Και γεννιέται το ερώτημα: Ποιά είναι αυτή η Θεά Τύχη; Υπάρχει;

Οι αρχαίοι μας πρόγονοι που λάτρευαν τα είδωλα, ανάμεσα στους άλλους θεούς είχαν και τη θεά ΤΥΧΗ. Κατασκεύαζαν αγάλματα και παρίσταναν την Τύχη σαν μια γυναίκα που κρατά θησαυρούς και τους σκορπίζει όπου αυτή θέλει. Ολα τα απέδιδαν στη Θεά Τύχη. Καί τα ευχάριστα καί τα δυσάρεστα.

Ο Χριστός κατάργησε τα είδωλα, κι όμως υπάρχουν Χριστιανοί που σκέφτονται και μιλάνε σαν ειδωλολάτρες. “Η Τύχη” σου λέει, “ήταν το τυχερό...”, καλότυχος ο ένας, κακότυχος ο άλλος. Και είναι τόσο ριζωμένη στις καρδιές των ανθρώπων η ιδέα της τύχης, ώστε να έχουν καταργήσει το θεό. Ολα τα εξαρτούν από την τύχη.

Για το Χριστιανισμό, τύχη δεν υπάρχει. Χριστιανισμός και τύχη, δεν συμβαδίζουν. Τύχη, ειμαρμένη, μοίρα, πεπρωμένο, γραφτό, είναι έννοιες ταυτόσημες. Τύχη δεν υπάρχει· είναι όνομα κενό και δεν σημαίνει τίποτε. Τα πάντα είναι υποταγμένα στην πρόνοια του Θεού. Υπάρχει ένα θείο σχέδιο, για τον κόσμο γενικά και για το κάθε πλάσμα ειδικά. Τίποτε στον κόσμο δεν είναι τυχαίο. Ολα επιτελούν κάποιον ανώτερο σκοπό. Κάθε άνθρωπος είναι δημιουργός της τύχης του, διότι έδωσε ο Θεός στον άνθρωπο και νού και καρδιά και συνείδηση και ελευθερία, για να σκέφτεται, να κρίνει καλά και να παίρνει αποφάσεις που είναι για το συμφέρον του και την πρόοδό του. Κάνει καλή χρήση των θεϊκών δώρων; Θα επιτύχει. Κάνει κακή χρήση; Θα αποτύχει. Ποιος φταίει για ό,τι συμβαίνει στον καθένα μας; Η τύχη ή η απερισκεψία μας; ‘Η τα πάθη και ελαττώματά μας;

Την τύχη τη δημιουργεί ο εγωισμός για να καλύψει ελλείψεις και σφάλματα. Ολα τα φορτώνει στην τύχη και όταν αποτυχαίνει σε κάποια ενέργειά του, λέει το γνωστό “δεν ήμουν τυχερός” και αντίστροφα, όταν πετυχαίνει “ήμουν τυχερός”.

Ο Δημόκριτος λέει: “Η τύχη είναι είδωλο το οποίο έπλασαν οι άνθρωποι για να δικαιολογήσουν τη διανοητική τους ικανότητα”. Ο δε Ησαΐας λέει: “Ουαί οι ετοιμάζοντες τω δαιμονίω τράπεζαν και πληρούντες τη τύχη κεράσματα”.

Ισως ρωτήσει κάποιος: Τί τέλος πάντων υπάρχει, εφόσον δεν υπάρχει τύχη; Η απάντηση είναι: πίστη, Θεός, ελπίδα, αφού όλα είναι υποταγμένα στο νόμο του Παντοδύναμου Θεού. Αφού λοιπόν δεν υπάρχει τύχη, είναι φανερό ότι δεν υπάρχουν τυχεροί και άτυχοι, ευνοούμενοι ή μη, κάποιας τυφλής μοίρας. Αυτά είναι προλήψεις και αντιλήψεις της σκοτεινής ειδωλολατρείας και δεισιδαίμονες προλήψεις, που καλλιεργούν σκόπιμα διάφοροι μάντεις, μάγοι, αστρολόγοι, πνευματιστές, χαρτορίχτρες κλπ, για να εκμεταλλεύονται τους αφελείς και να βάζουν χέρι στο πορτοφόλι τους.

Τύχη λοιπόν, κατά τη χριστιανική διδασκαλία, δεν υπάρχει. Ο άνθρωπος με τις καλές ή κακές πράξεις του, δημιουργεί το μέλλον του. Πάνω απ’ όλα στέκεται ο Θεός, που χωρίς να καταργεί τη θέληση του ανθρώπου, με άπειρη αγάπη φροντίζει για όλη τη δημιουργία του, προπαντός δε για τον άνθρωπο. Οχι λοιπόν στην τύχη, όχι στη μοίρα, όχι στο πεπρωμένο. Ουσιαστικά τυχερός είναι αυτός που κέρδισε την ψυχή του και άτυχος αυτός που την έχασε.

Τέλος ας γνωρίζουμε ότι όλες οι πράξεις μας εξαρτώνται από τη συνέργεια της ελεύθερης βούλησής μας και της χάριτος του παντοδύναμου Θεού. “Τι ωφελήσει άνθρωπον εάν κερδίσει τον κόσμον όλο και ζημιωθεί την ψυχήν αυτού;” (Μαρκ. 8,36).

Μ’ ευχές και τιμή

Πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Αλεβιζάκης

Του Γιώργου Πελίδη*

Ταχύτητα είναι η ικανότητα ένα άτομο να διανύει μια απόσταση σε λιγότερο δυνατό χρόνο και αυτό στον αθλητισμό συνήθως ταυτίζεται με τους δρόμους του στίβου 60 μέτρα η 100 μέτρα.

Στα ομαδικά αθλήματα όμως ,η ικανότητα της ταχύτητας εκδηλώνεται με πολλές μορφές και αυτό είναι πολύ σημαντικό να επισημανθεί για να υπάρχει σωστή και μεθοδική προσέγγιση από τους προπονητές των ομαδικών αθλημάτων, σε σχέση με την βελτίωση της ταχύτητας.

Στην ανάλυση της δρομικής ταχύτητας θα δούμε ότι εκδηλώνεται σε τρείς φάσεις που είναι :η ταχύτητα επιτάχυνσης ,η μέγιστη ταχύτητα και η μείωσή της. Η φάση της επιτάχυνσης στα δρομικά αγωνίσματα διαρκεί 30 μέτρα και η υψηλότερη ταχύτητα πετυχαίνεται μεταξύ των 20 και 30 μέτρων. Αυτό δεν βλέπουμε να συμβαίνει στα ομαδικά αθλήματα, γιατί σε πολύ λίγες περιπτώσεις θα χρειαστεί κάποιος αθλητής των ομαδικών αθλημάτων να αναπτύξει την μέγιστη ταχύτητά του σε αποστάσεις των 30 μέτρων και να την διατήρηση γιατί δεν το απαιτεί το άθλημα.

Ας θέσουμε ένα παράδειγμα ενός αργού παίκτη όσον αφορά την επίδοσή του στην δρομική ταχύτητα, αυτός ο παίκτης του ομαδικού αθλήματος (ποδόσφαιρο) στις μετρήσεις ταχύτητας καταλαμβάνει την τελευταία θέση, όμως όπως διαπιστώνεται ότι κατά την διάρκεια του παιχνιδιού εμφανίζεται στις αγωνιστικές του ενέργειες γρηγορότερος από ταχύτερους παίκτες από αυτόν.

Η απάντηση στον προβληματισμό που θέσαμε προκύπτει από την ανάλυση της αγωνιστικής ενέργειας που μας δείχνει γιατί τον κάνει γρηγορότερο και αποτελεσματικότερο, είναι η διαφορετική αντίληψη για την ταχύτητα στα ομαδικά αθλήματα.

Και αυτή είναι η πολυπαραγοντική αντίληψη για την ταχύτητα η οποία αποτελεί μια περισσότερη σύνθετη ενέργεια και ικανότητα και ονομάζεται στο σύγχρονο ποδόσφαιρο ταχύτητα ενέργειας.

Η ταχύτητα ενέργειας εξαρτάται από τους κινητικούς παράγοντες και τους νοητικούς –ψυχικούς παράγοντες.

Έτσι η ταχύτητα ενέργειας είναι αυτή που στα ομαδικά αθλήματα θα βελτιώσει την επίδοση του παίκτη, είναι η βασική ταχύτητα με μπάλα ή χωρίς μπάλα, η ταχύτητα αντίδρασης του παίκτη σε δεδομένη αγωνιστική ενέργεια, ταχύτητα απόφασης ,ταχύτητα πρόβλεψης και η ταχύτητα αντίληψης.

Τα παραπάνω συνιστούν μία διαφορετική προσέγγιση όσον αφορά την ταχύτητα στην σύγχρονη προπονητική διαδικασία των ομαδικών αθλημάτων.

*ΑΠΘ- ΕΙΔΙΚΟΤΗΤΑ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΙΣΗ

ΠΡΟΠΟΝΗΤΗΣ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟΥ UEFA C΄ B΄ A΄

PERFOMANCE ANALYSIS -ΑΝΑΛΥΤΗΣ ΑΠΟΔΟΣΗΣ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟΥ

Του Παύλου-Σωκράτη Παυλίδη*

Στα παλιά χρόνια οι άνθρωποι χρησιμοποιούσαν σκεύη χάλκινα για τις καθημερινές τους χρήσεις, ιδίως στη μαγειρική, τα λεγόμενα μπακιρικά.

Τα οικιακής χρήσεως μπακιρένια σκεύη έπρεπε να γανωθούν δύο φορές το χρόνο, γιατί με την καθημερινή χρήση και το πλύσιμο με σταχτόνερο, έχαναν τη γυαλάδα που είχαν και οφείλονταν στην επίστρωση κασσίτερου στην επιφάνειά τους, το γάνωμα και γατί μόνος ο χαλκός, χωρίς την επίστρωση του κασσίτερου-καλάι το λέει ο λαός-οξειδώνεται, φαινόμενο πολύ επικίνδυνο για την υγεία μας.

Ο γανωτής λοιπόν ή καλαϊτζής-από το καλάι-είναι από τους παλιότερους επαγγελματίες, σχεδόν από την εποχή του χαλκού.

Η δουλειά του έχει ευθύνη, γιατί σώζει του ανθρώπους από βέβαιο θάνατο, αν χρησιμοποιούν αγάνωτα σκεύη. Η δουλειά του γανωτή δεν ήταν εύκολη, ιδίως το χειμώνα μες στο κρύο.

Τα εργαλεία που χρησιμοποιούσε ο γανωτής ήσαν διάφορα σφυριά, αμόνια σε αρκετά σχέδια με την ονομασία τους, το ξυλάβ’, σιδερένια μεγάλη μασιά που μ’ αυτή έπιανε το ζεστό σκεύος, το κολλητήρι, το μαχάνι (φυσερό), το ψαλίδι, βαμβάκι μπόλικο αντί σπόγγο, ένα ταψί, ο βόρακας για να κολλάει τα φθαρμένα, νησατίρ, καλάι και μερικά άλλα.

Εφθαναν τα σκεύη στο εργαστήρι, τηγάνια, κατσαρόλες, κουτάλια, ταψιά, τρυπητήρια, δίλαβα μεγάλα καζάνια. Τα θέρμαινε πρώτα, να καούν από τις γωνίες τα μαύρα και να φύγει το παλιό καλάι. Μετά το κάψιμο, με σπόγγο γίνονταν επάλειψη με βιτριόλι (κεζάπι), για να φουσκώσουν τα καμένα μαύρα και με το πρώτο πλύσιμο και τρίψιμο με ψιλή άμμο, όλο το σκεύος ήταν πλέον έτοιμο να γανωθεί.

Ο γανωτής ετοίμαζε από νωρίς υδροχλωρικό οξύ (κεζάπι) μέσα σε γυάλινο μπόλ-ποσότητα ανάλογη με το γάνωμα-και με ψαλίδι έκοβε τσίγκο (ψευδάργυρο) και τον έριχνε μέσα στο μπολ. Ο τσίγκος έβραζε μέσα στο κεζάπι και έλειωνε. Τότε το κεζάπι δεν είχε εκείνη την σπιρτάδα και μ’ αυτό έκανε την τελευταία επάλειψη στο σκεύος, το έπιανε με το ξυλάβ’, έφθανε στο μαχάνι, το φυσερό που υποδαύλιζε τη φωτιά και έλεγε: “Χριστέ μ’ σ’ όνομα σ’. Φύσα ατώρα, παιδί μ’, πάτ’ τα γανάτε τη μαχανή, άνοιξον τα χέρες ολίγον κι’ άλλο μη κοτζίζ’ς σα μη κόφσα”.

Έβγαιναν τότε χρώματα κόκκινα, κίτρινα, πράσινα, πορτοκαλιά, χρυσαφένια, ασημένια, πύρινες γλώσσες στο κενό, ιδίως όταν έπεφτε το νησατίρ’ πάνω στη φωτιά την ώρα της δουλειάς. Δίπλα από την φωτιά είχε το ταψί. Εκεί μέσα έριχνε τα ψήγματα που περίσσευαν απ’ το καλάι, για να ξαναχρησιμοποιηθούν.

Οταν τελείωνε το γάνωμα και κρύωνε το σκεύος, έστριβε με τον σπόγγο κάτω τον πάτο του, δημιουργώντας αστράκια ασημένια. Ελαμπαν τα σκεύη και άκουγες την νοικοκυρά να λέει στον τεχνίτη: “Υας σα χέρα σ’ (υγεία στα χέρια σου), έγιναν καινούργια”.

Τώρα, όλα αυτά έφυγαν μαζί με τους τεχνίτες γανωτές. Ηρθαν άλλες τεχνικές, άλλα σύγχρονα σκεύη.

*Από το βιβλίο του “Το λεκανοπέδιο των Μουριών”

 Τα τρία βιβλία του Παύλου-Σωκράτη Παυλίδη υπάρχουν τη Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Κιλκίς.

Σελίδα 11 από 103
We use cookies to improve our website. Cookies used for the essential operation of this site have already been set. For more information visit our Cookie policy. I accept cookies from this site. Agree