Ο Ευαγγελιστής Ματθαίος στο κεφ 1:18-25 μας διηγείται τα γεγονότα γύρω από τη Γέννηση του Ιησού:

“Η μητέρα του Μαρία, αφού  αρραβωνιάστηκε με τον Ιωσήφ, χωρίς να έρθουν σε σαρκική επαφή μεταξύ τους, έμεινε έγκυος με την ενέργεια του Αγίου Πνεύματος. Τότε ο Ιωσήφ, ο ά­ντρας της, επειδή ήταν δίκαιος άνθρωπος και δεν ήθελε να την εκθέσει, σκέφτηκε να τη χωρίσει κρυφά. Αλλά ενώ αυτός έκανε αυτές τις σκέψεις, ένας άγγελος του Κυρίου παρουσιάστηκε στο όνειρό του και του είπε: “Ιωσήφ, γιε του Δαβίδ, η διστάσεις να πάρεις μαζί σου τη Μαρία, τη γυναίκα σου, γιατί το παιδί που περιμένει προέρχεται από το Αγιο Πνεύμα. Θα γεννήσει γιο και θα του δώσεις το όνομα ΙΗΣΟΥΣ, γιατί αυτός θα σώσει το λαό του από τις αμαρτίες του”.

Με όλα αυτά που έγιναν, εκπληρώθηκε η προφητεία του Ησαΐα, που πριν 800 χρόνια είχε πει: “Ιδού, η Παρθένος θα συλλάβει και θα γεννήσει γιο και θα τον ονομάσουν Εμμανουήλ, που σημαίνει: ο Θεός μαζί μας”.

“Εμμανουήλ-ο Θεός μαζί μας”. Δηλαδή, στο πρόσωπο του Ιησού συναντάμε το Θεό.

Ο Χριστός δεν ήλθε σαν επισκέπτης, να μας δει, να μας παρηγορήσει, να μας σώσει οδηγίες και να φύγει. Ηλθε να μείνει μαζί μας. Ηλθε να γίνει ένα με εμάς: “Και σκήνωσεν εν υμίν”, γι’ αυτό σαρκώθηκε και έγινεν άνθρωπος. Πολλοί από μας τον θεωρούν ένα πρόσωπο μακρινό, έξω από εμάς, ενώ είναι πάντοτε μαζί μας, γι’ αυτό ψάλλουμε: “Χριστός γεννάται”, όχι γεννήθηκε. Και φέτος γεννάται και είναι ανάμεσά μας, δίπλα μας. Μας το δείχνει απλά η παρακάτω ιστοριούλα:

Ενα βράδυ, ένας τσαγκάρης είδε στ’ όνειρό του ότι το επόμενο πρωί θα’ρχόταν να τον επισκεφθεί ο Ιησούς. Το όνειρο του φάνηκε τόσο αληθινό που σηκώθηκε αμέσως, έτρεξε στο δάσος και μάζεψε μερικά κλαδιά για να στολίσει το εργαστήρι του, για την υποδοχή του Μεγάλου Επισκέπτη.

Περίμενε όλο το πρωί, αλλά για μεγάλη του απογοήτευση, ο Ιησούς δεν φάνηκε. Μόνον ένας γεροντάκος χτύπησε την πόρτα του, ζητώντας να μπει μέσα για να ζεσταθεί λίγο. Καθώς ο γεροντάκος ζεσταινόταν, ο τσαγκάρης παρατήρησε ότι τα παπούτσια του ήταν τρύπια. Τον σπλαχνίστηκε και πήρε ένα καινούργιο ζευγάρι παπούτσια και τα έδωσε στον επισκέπτη, την ώρα που έφευγε. Ο τσαγκάρης περίμενε και το απόγευμα την επίσκεψη του Ιησού, αλλά μοναδική επισκέπτρια ήταν μια γριούλα. Την είδε που ήταν φορτωμένη μ’ ένα βαρύ φορτίο ξύλα και τη φώναξε να μπει μέσα για να ξεκουραστεί λίγο. Τότε ανακάλυψε ότι η γριούλα ήταν νηστικιά δύο μέρες. Της έδωσε ψωμί και λίγα φαγώσιμα και την άφησε να φύγει.

Καθώς πλησίαζε το δειλινό, ο τσαγκάρης άκουσε έξω ένα παιδικό κλάμα. Το παιδί ήταν φοβισμένο γιατί είχε χαθεί. Ο τσαγκάρης βγήκε έξω, σκούπισε τα δάκρυα του παιδιού και πιάνοντας το από το χέρι το πήγε στο σπίτι του και το παρέδωσε τους γονείς του.

Οταν γύρισε στο εργαστήρι ο τσαγκάρης, ήταν πολύ λυπημένος. Πίστευε ότι ο Ιησούς είχε έρθει στο εργαστήρι του την ώρα που πήγε το παιδί στο σπίτι του και μη βρίσκοντάς τον εκεί, είχε φύγει. Και άρχισε τότε να φαντάζεται στιγμή προς στιγμή την επίσκεψή του: Το χτύπημα της πόρτας, το λαμπρό Του πρόσωπο, το κέρασμα. Σκεφτόταν πως θα είχε φιλήσει τα χέρια Του, που είχαν τρυπηθεί από τα καρφιά. Κατόπιν ο Κύριος θα καθόταν και θα του μιλούσε. Κάποια στιγμή, συνερπαρμένος από τις σκέψεις του, αναφώνησε: “Γιατί Κύριε, καθυστερείς να έρθεις; Ξέχασες ότι σήμερα θα ερχόσουν;”. Τότε, απαλά έφτασε στ’ αφτιά μια φωνή μέσα στη σιγαλιά της νύχτας: “Μη λυπάσαι και άσε την καρδιά του να χαρεί. Γιατί κράτησα εγώ το  λόγο μου. Τρεις φορές ήρθα στη φιλόξενη πόρτα σου. Τρεις φορές μου άνοιξες και με πήρες μέσα και με περιποιήθηκες. Τρεις φορές η σκιά της παρουσίας μου σχηματίστηκε στο πάτωμα του εργαστηρίου σου. Εγώ ήμουν ο γεροντάκος με τα πληγιασμένα πόδια. Εγώ ήμουν η πεινασμένη γυναίκα που της έδωσες να φάει. Εγώ ήμουν το παιδάκι που είχε χαθεί και η καλοσύνη σου το πήρε από το χέρι και το παρέδωσε στους γονείς...”

Στο πρόσωπο λοιπόν κάθε δυστυχισμένου, πονεμένου, άρρωστου, πρόσφυγα και αναξιοπαθούντα, πρέπει να βλέπουμε τον ίδιο το Χριστό. Είναι παρόν, πάντα κοντά μας, δίπλα μας.

“Χριστός γεννάτε δοξάσατε Χριστόν εξ ουρανών απαντήσατε..”

Χρόνια πολλά, ευλογημένα

Πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Αλεβιζάκης

Το μάτιασμα και η βασκανία

Για το μάτιασμα, υπήρχαν γυναίκες στα χωριά που χρησιμοποιούσανε τρόπους και μέσα, όπως θα αναφέρω παρακάτω.

Επαιρναν το θυμιατό, θυμίαζαν τον ματιασμένο σταυρωτά κρατώντας αλάτι στα τρία δάκτυλα που τα γύριζαν πάνω στο κεφάλι, λέγοντας και τις προσευχές “Πάτερ ημών”, “Πιστεύω”.

Του ματιασμένου του έδιναν στο στόμα ένα κομμάτι αλάτι από αυτά που είχαν στο χέρι τους και τα υπόλοιπα τα έριχναν στην φωτιά κρυφά, που σκάζοντας το αλάτι στη φωτιά, αυτές έλεγαν:

“Να... εσύ να τσατλαεύς και να χάσαι” ή “Ατό να εν το γιατρικό σ’”, “έσπασεν α’ σ’ ομμάτ’ με το στομολόγεμα”. “Ομμάτεμαν είχε. Λιθάρε κατασπάν’ το ματ’ να τ’”, “έγκανέ μας σο κιφάλ’ απάν”.

Αλλοι χρησιμοποιούσαν άλλον τρόπο. Μέσα σε πιάτο έβαζαν νερό, έριχναν μερικές σταγόνες λάδι και έλεγαν κάποια προσευχή.

Υπήρχαν ειδικές γυναίκες που ξεμάτιαζαν τον ματιασμένο. Αυτές ήσαν η Πελαγία Αυγερινού, η Βασιλική Ευφραιμίδου-Παυλίδου, η Μάρθα Κ. Αναστασιάδου (η Σιχούνα). Αυτή όλο ξεμάτιαζε τα εγγόνια της και πολλές φορές καλούσαν τον παπά Γιάννη, που ερχόταν με το πετραχήλι και ένα βιβλίο στο χέρι.

Για να μην πιάνει μάτι έβαζαν ματόχαντρο και σκόρδο επάνω στον ξορκισμένο, σε κρυφό μέρο. Σε άνδρες έβαζαν σταυρούς. Βάζανε ξόρκια που να μην φαίνονται, ακόμη και στα ζώα. Επρεπε να λένε “μασαλάχ” ή “να μην ομματάεται” ή “κακό ομματ’ να μην παίρ” ή “πέει μασαλάχ και φτύσον το μωρόν”. “Ενέσκαψεν τον κυρ’ν’ ατ’ και την μάναν ατ’”, “δάκ’σον τη γλώσσα σ”, “το κρίμα ση γούλα μ’”.

Ψέματα κι λέγω σας ατά ντο γράφτω.

*Από το βιβλίο του “Το λεκανοπέδιο των Μουριών”

Με την έλευση της εικόνας της Παναγίας Σουμελά από την Ιερά Μονή Καστανιά Ημαθίας για τέσσερις μέρες (27-30 Νοεμβρίου) στην εκκλησία Πεντεκαίδεκα Μαρτύρων, ο πρ. bουλευτής κ. Θεόδ. Πασσαλίδης μίλησε στο εκκλησίασμα για το ιστορικό της εικόνας.

Ο κ. Πασσαλίδης είπε μεταξύ άλλων στην ομιλία του ότι σύμφωνα με την ιερή παράδοση, ο Ευαγγελιστής Λουκάς φιλοτέχνησε με θεία έμπευση 3 εικόνες με τη θεϊκή μορφή της Παναγίας με το Χριστό στην Αγκαλιά της. Η μία βρίσκεται στην Κύπρο, στο μοναστήρι του Κύκκου, η δεύτερη στο μοναστήρι του μεγάλου Σπηλαίου στην Πελοπόννησο και η τρίτη, από το Μοναστήρι της Παναγίας Σουμελά της Τραπεζούντας, βρίσκεται τώρα στην Καστανιά της Βέροιας.

Η εικόνα της Παναγίας από την Αθήνα μεταφέρθηκε στη Θήβα το 380 μΧ. Δύο μοναχοί, ο Βαρνάβας και ο Σωφρόνιος, πήραν την ιερή εικόνα από τη Θήβα και την πήγαν στον Πόντο. Εκεί εγκατέστησαν την εικόνα σε μια Σπηλιά στο βουνό Μελά της Τραπεζούντας και έχτισαν το μοναστήρι. Τα εγκαίνια έγιναν το 386μΧ.

Από το Σπήλαιο του Βράχου στάζουν σταγόνες καθαρού νερού. Το Αγίασμα αυτό δεν σταμάτησε να σταλάζει εδώ και 16 αιώνες. Οι αυτοκράτορες του Βυζαντίου και οι Κομνηνοί της Τραπεζούντας προστάτεψαν το μοναστήρι και του χάρισαν πολλά προνόμια.

Με τα γεγονότα του 1922, οι καλόγεροι του Μοναστηριού έβαλαν την αγία εικόνα και τα άλλα κειμήλια μέσα σ’ ένα κιβώτιο και την έκρυψαν δίπλα στο Μοναστήρι της Παναγίας Σουμελά, στον περίβολο της μικρής εκκλησίας Αγίας Βαρβάρας. Αυτά έγιναν στον Πόντο.

Το Σεπτέμβριο του 1931, ο τούρκος Πρωθυπουργός Ισμέτ Ινονού ήρθε στην Ελλάδα να παρακολουθήσει τους Βαλκανικούς Αγώνες. Ο Βενιζέλος, ύστερα από υπόδειξη του Χρύσανθου Φιλιππίδη, του τελευταίου Μητροπολίτη Τραπεζούντας και στη συνέχεια αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος, ζήτησε από τον Τούρκο Πρωθυπουργό να επιτρέψει να έρθει η εικόνα από την Τραπεζούντα στην Ελλάδα.

Το αίτημα έγινε αποδεκτό από τον Τούρκο Πρωθυπουργό. Ο Μητροπολίτης Χρύσανθος έστειλε το Μοναχό Αμβρόσιο στην Τουρκία, αφού προηγουμένως πήρε πληροφορίες που ήταν κρυμμένη η εικόνα, από τον Αρχιμανδρίτη της Μονής Σουμελά Ιερεμία, που βρισκόταν στο Φίλυρο Λαγκαδά.

Με τα επίσημα έγγραφα του Τούρκου πρωθουπουργού και του Βενιζέλου, ξεκίνησε ο Αμβρόσιος για τον Πόντο. Προηγουμένως πέρασε από το Ελληνικό Προξενείο της Κωνσταντινούπολης και πήρε μαζί του τον τουρκομαθή συνοδό Aλέξανδρο Βασιλείου και με πλοίο έφθασαν στην Τραπεζούντα. Εκεί παρουσιάστηκαν στην Αστυνομία και το Διοικητήριο. Πήραν μαζί τους στρατιώτες και αστυνομικούς και πήγαν κατ’ ευθείαν στο Μοναστήρι και στο διπλανό εκκλησάκι της Αγίας Βαρβάρας. Ετσι ξέθαψαν τα ιερά κειμήλια, τα οποία ο Μοναχός Αμβρόσιος έφερε πίσω στην Ελλάδα και ο Μητροπολίτης Χρύσανθος τα έβαλε στο Βυζαντινό Μουσείο των Αθηνών.

Στις 15 Αυγούστου 1951 τοποθετήθηκε ο θεμέλιος λίθος της μικρής εκκλησίας του Μοναστηριού στην Καστανιά της Βέροιας και στις 15 Αυγούστου του 1952 η σεπτή εικόνα της Παναγίας Σουμελά μεταφέρθηκε από το Βυζαντινό Μουσείο Αθηνών και τοποθετήθηκε στο νέο Μοναστήρι, που ιδρύθηκε με πρωτοβουλία του γιατρού Φίλωνα Κτενίδη. Μαζί με την θαυματουργή εικόνα της Παναγίας Σουμελά, σώθηκε και ο Σταυρός του Αυτοκράτορα της Τραπεζούντας Μανουήλ Κομνηνού και το χειρόγραφο ιερό ευαγγέλιο του Οσίου Χριστοφόρου.

Ο Λεωνίδας Ιασωνίδης, υπουργός Προνοίας στην κυβέρνηση Βενιζέλου, είπε: “όταν η εικόνα της Παναγίας Σουμελά ήρθε στην Ελλάδα, μαζί της ήρθε και ο ΠΟΝΤΟΣ”.

“Ο Φώτης Κόντογλου δεν ήταν μόνον απαράμιλλος ζωγράφος-αγιογράφος, δεν ήταν μόνο κορυφαίους συγγραφέας (ο σύγχρονος Παπαδιαμάντης), λάτρης της ελληνικής φύσης και θαλασογραφίας, αλλά και ανατόμος της ανθρώπινης ψυχής.

Παραθέτω το παρακάτω ψυχογράφημά του “Ρημαγμένες Ψυχές”.

Γεώργιος Αλεβιζάκης

Πρωτοπρεσβύτερος

Ρημαγμένες ψυχές

Σύγχυση και ταραχή και χάος ανάμεσα στα έθνη! Ταραχή και σάστισμα και χάος και στους ανθρώπους, έναν-έναν. Που να βρεθεί κανένας να πορεύεται στη ζωή του μ’ έναν υψηλόν σκοπό, με σταθερότητα και ελπίδα! Σπάνιο πράγμα. Οι σημερινοί άνθρωποι έχουνε γίνει, οι περισσότεροι, κάποια πλασματα άδεια από κάθε ζωντανή ιδέα, που να τους κάνει να αρμενίζουν μέσα στο πέλαγος της ζωής χαρούμενοι και ζωηροί, σαν το καράβι που είναι φορτωμένο με καλό φορτίο και γεμάτο ελπίδα και λαχτάρα, τραβά κατά το περιπόθητο λιμάνι, ανάμεσα σε ξέρες και άγρια βραχόνησα.

Σήμερα βρίσκει νανένας συχνά μπροστά του ανθρώπους που είναι τόσο κούφιοι από κάθε τι, που να απορεί, γιατί δεν πίστευε να υπάρχει στον κόσμο τόση ανοησία, τόση στενομυαλιά, τόση στενοκάρδια και μικρολογία. Σ’ αυτές τις στεγνές ψυχές δεν υπάρχει τίποτα που να σε ζεσταίνει, ας είναι και το παραμικρό. Δεν μιλώ για εξαιρετικά αισθήματα, για κάποια σπάνια ευαισθησία. Οχι! Μιλώ για τα συνηθισμένα αισθήματα, που άλλη φορά βρισκόντανε σε όλους τους ανθώπους. Ναι, σήμερα δεν υπάρχουνε. Σχεδόν όλοι οι σημερινοί άνθρωποι περνάνε τη ζωή τους ξεπλυμένοι από κάθε ουσία, δίχως κανένα αληθινό σκοπό, δίχως αληθινή χαρά και ευχαρίστηση, δίχως καμιά πίστη και για τούτο, δίχως ελπίδα. Είναι γατζωμένοι επάνω σε κάποια πράγματα, που θέλουνε να τα παραστήσουνε για σπουδαία, ενώ δεν είναι τίποτα. Κι οι χαρές τους κι οι ευτυχίες τους και τα γλέντια τους, κι οι διασκεδάσεις τους, κι οι κουβέντες τους και τα αστεία τους, είναι όλα άνοστα και ψεύτικα. Γιατί λείπει το αλάτι που τα άρτυζε άλλη φορά. Και το αλάτι είναι η πίστη πως ο άνθρωπος δεν ήρθε στον κόσμο κατά τύχη, αλλά πως έχει να κάνει σ’ αυτόν κόσμο ένα έργο, μικρό ή μεγάλο και πως δεν ξοφλά με τούτη τη ζωή, αλλά πως υπάρχει κάποια μυστηριώδη τάξη κατά την οπία ανοίγει μια άλλη πόρτα, σαν κλείσει η πόρτα τούτης της ζωής. Οπου υπάρχει πίστη, υπάρχει ελπίδα, κι όσο δυνατότερη είναι η πίστη, άλλο τόσο βεβαιότερη είναι η ελπίδα. Χωρίς ελπίδα, δεν γίνεται μήτε ευτυχία, μήτε ειρήνη μέσα στον άνθρωπο. Τ’ άλλα όλα, που λένε οι σαστισμένοι φιλόσοφοι, είναι ψευτιές. Για τούτο οι απελπισμένοι χαλάνε τον κόσμο, για να ξεχάσουνε την απελπισία τους, κάνουνε μεγάλη φασαρία για την καλοπέραση, για τις τέχνες, για τα ταξίδια, για τις απολάψεις. Ολα αυτά είναι μια θλιβερή σκηνοθεσία, μια αξιοθρήνητη απάτη. Για να γεμίσουμε το άδειο πιθάρι που είναι ο εαυτός τους, ρίχνουνε μέσα ό,τι μπορέσουνε, ώστε να ξεγελαστούνε πως ζούνε, πως απολαμβάνουνε τη ζωή, ενώ στ’ αλήθεια είναι σαν τα τρύπια πιθάρια των Δαναΐδων, χαρτοφάναρα που φαντάζουνε απ’ έξω πως είναι κάτι. Τέτοια είναι η τρομερή δραστηριότητα του καιρού μας, που γεμίζει τον κόσμο από βροντές κι αστραπές, ενώ, κατά βάθος, είναι ένας γκαζοτενεκές, που τον χτυπάνε εκείνοι που λένε πως ζούνε κι απολαβαίνουνε “τη μεγάλη ζωή”, για να διώξουνε τα μαύρα κοράκια της απελπισίας, που τριγυρίζουνε αποπάνω τους. Τρομάζουνε ν’ απομείνουνε μοναχοί με τον εαυτό τους, μήτε καν λίγα λεπτά, γιατί αλλιώς θα νιώθανε την αθλιότητά τους. Μα πως όμως μπορεί να ζήσει αληθινά ένας άνθρωπος που φοβάται τον εαυτό του, που κρύβεται ολοένα από τον εαυτό του;

Και όμως, αυτή είναι η ζωή για τους περισσότερους σημερινούς ανθρώπους. Καμία θέρμη, κανένας ανώτερος και σίγουρος σκοπός, κανένα μεράκι, καμιά έμορφη μανία που να ‘χει βαθύτερες ρίζες. Παγερή αδιαφορία, ύπνος ψυχικός, οκνηρία πνευματική, φόβος, κρυφή απελπισία και πολλή φασαρία, για να σκεπαστεί η αμηχανία. Κι η φασαρία είναι ανοησίες, κουτσομπολιό, ανόητες κουβέντες, χαρτάκια, πιοτά, σκάνδαλα, εγκλήματα, κάθε μικρολογία που την παίρνουνε στα σοβαρά, ενώ κανένα σοβαρό πράγμα δεν βρίσκει θέση μέσα στα ζαλισμένα μυαλά τους και στις αποσυντεθειμένες ψυχές τους. Από πνευματικό, δεν υπάρχει τίποτα. Δεν λέγω πνευματικό αυτό που λένε πνευματικό οι φιλόσοφοι, οι λογοτέχνες και γενικά εκείνοι που λέγονται “διανοούμενοι”, αλλά αυτό που είναι πνευματικό για τη χριστιανική θρησκεία, δηλαδή η πίστη στον αιώνιο κόσμο, που μας αποκάλυψε ο Χριστός. Μοναχά αυτή η πίστη δίνει στον άνθρωπο την ελπίδα, και χωρίς την ελπίδα της αιώνιας ζωής, οι λογής-λογής ευδαιμονίες είναι λογής-λογής ψευτιές. Στο κουτί που κρατούσε τότε η Πανδώρα, απόμεινε η ελπίδα αφού πετάξανε από μέσα όλα τα καλά, μα το κουτί που βαστάνε οι σημερινοί άνθρωποι και που διατυμπανίζουνε πως έχει μέσα κάθε ευτυχία, είναι ολότελα άδειο. Για τούτο ο θεόγλωσσος απόστολος Παύλος λέγει πως οι άπιστοι είναι “οι μη έχοντες ελπίδα”, οι απελπισμένοι.

Λοιπόν, σήμερα βρισκόμαστε σε ελεεινή κατάσταση, κι ας μην το λέμε, ζητώντας παρηγορία στη φασαρία μιας ψεύτικης ζωής. Η απιστία είναι θρονιασμένη μέσα στην καρδιά μας και γύρω της είναι τα παιδιά της, η απελπισία, η πνευματική νάρκη, η αναισθησία, ο φόβος, η αδιαφορία, η ψευτοπαρηγοριά, η μικρολογία, η καχυποψία, το συμφέρον, το μίσος, η ασπλαχνία.

Η νεότητα μαραζώνει γιατί δεν έχει-η δυστυχισμένη-μήτε σκοπό στη ζωή της, μήτε ενθουσιασμό για κάποιες ιδέες, μήτε όρξεη για τίποτα. Ακεφη κι ανόρεχτη. Είναι σαν υπνοβάτης. Συζητά ολοένα για ασήμαντα πράγματα που τους δίνει μεγάλη σημασία και είναι να κλαίγει κανένας, ακούγοντας τις κουβέντες της, τα πειράγματά της και βλέποντας τις ανόητες σκηνοθεσίες, που μ’ αυτές προσπαθεί να δώσει κάποια σημασία στη ζωή. Οι ψυχές των νέων είναι ρημαγμένες από τα άγρια ένστικτα, που τα ανεβάσανε στην επιφάνεια από τα σκοτεινά τάρταρα της ανθρώπινης φύσης κάποιοι εχθροί του ανθρώπου, κάποιοι πνευματικοί ανθρωποφάγοι, που ανάμεσά τους πρωτοστατεί ένας τρελός λύκος λεγόμενος Νίτσε, μια μούμια σαν παλιόγρια, λεγόμενη Βολτέρος, κάποιος ζοχαδιακός Φρόυντ, κι ένα πλήθος από τέτοια όρνια και κοράκια και νυχτερίδες. Οσοι τους θαυμάζουνε ας καμαρώνουνε σήμερα τα φαρμακερά μανιτάρια που φυτρώσανε μέσα στις καρδιές και τις ψυχές της γαγγραινιασμένης ανθρωπότητας!..”

Σελίδα 10 από 98
We use cookies to improve our website. Cookies used for the essential operation of this site have already been set. For more information visit our Cookie policy. I accept cookies from this site. Agree