Του Παύλου-Σωκράτη Παυλίδη*

Με πληροφόρησαν πως μια πολύ ηλικιωμένη γυναίκα προσφυγοπούλα, μένει στην Κομοτηνή κι είναι πρόθυμη να διηγηθεί αναμνήσεις. Την συνάντησα και μου αφηγήθηκε τα παρακάτω.

Αφήγηση της Καλλιόπης Σαββοπούλου-Αμαξοπούλου:

“Ας αρχίσω από το 1915, τότε που τα γεγονότα ήσαν έντονα και γράφτηκαν ζωηρά στη μνήμη μου.

Δεν θυμάμαι ακριβώς ημερομηνία-πιθανότητα Σεπτέμβριος μήνας που έγινε η πρώτη προσφυγιά και η αιτία για να μας σηκώσουν από τα χωριά μας ήταν ο φόνος του γιού του Τούρκου νομάρχη της Αδριανουπόλεως, σύμφωνα με πληροφορίες που διαδίδονταν εκείνο τον καιρό.

Βγήκε ο γιός του νομάρχη για περιοδεία στα χωριά της περιοχής μας και τον σκότωσαν.

Αγνωστος ο φονιάς, δεν υπάρχουν πληροφορίες αν ήταν Τούρκος ή Ελληνας. Αυτό ήταν η αφορμή για την αρχή της τραγωδίας επτά χωριών: Σοφάδων, Σκεπαστού, Σαμακόβου, Τουρλιάς, Αγίου Στεφάνου και άλλων δύο που δυστυχώς δεν θυμάμαι.

Ξεκινήσαμε για μια άγνωση σε μιας πόλη που ονομαζόταν Ηράκλεια, παίρνοντας μόνο πολύ λίγα από τα υπάρχοντά μας. Φτάσαμε όλα τα χωριά μας στο ίδιο μέρος.

Εκεί καθήσαμε σχεδόν δύο μήνες σε σπίτια που είχαν αφήσει Ελληνες, οι οποίοι εξαιτίας των γεγονότων είχαν φύγει για την Ελλάδα. Τρεις-τέσσερις οικογένειες σ’ ένα σπίτι. Σιγά-σιγά, με παρακινήσεις των Τούρκων άρχισαν να μας σκορπίζουν σε διάφορα μέρη και την δικιά μου οικογένεια, τέσσερα ορφανά παιδιά χωρίς μητέρα και πατέρα, μαζί με άλλους συμπατριώτες μας, μας έστειλαν στην Μ. Ασία. Μας βάλανε στο καΐκι, πράγμα που για πρώτη φορά βλέπαμε και μας πήγανε στη Νικομήδεια. Στην διάρκεια του ταξιδιού, που κράτησε τρεις μέρες, μια περιπέτεια μας αναστάτωσε όλους. Τη δεύτερη βραδιά ακούσαμε κανονιές, εμείς όμως δεν φοβηθήκαμε τόσο, όσο ο καπετάνιος μας που ήταν Τούρκος.

Στην αρχή είδαμε κάποιον προβολέα να πέφτει πάνω μας, ο οποίος καθώς λεγόταν ήταν από κάποιο υποβρύχιο, μάλλον Εγλλέζικο. Ο καπετάνιος φώναξε να ανεβούμε όλοι πάνω στο κατάστρωμα και μας είπε να κάνουμε το σημείο του σταυρού και να λέμε πως είμαστε χριστιανοί. Τότε αντιληφθήκαμε τον κίνδυνο και αρχίσαμε τα κλάμματα. Εκείνη τη στιγμή ακούσαμε μια φωνή να μας ρωτάει σε τούρκικη γλώσσα: “Ποίοι είστε; Πού πάτε; Γιατί; Από πού ακούγονται οι κανονιές;”

Εμείς απαντήσαμε με δάκρυα στα μάτια: Ματζίρδες (πρόσφυγες) είμαστε, χριστιανοί είμαστε, και κάναμε το σταυρό μας, οι κανονιές ήταν από την Πάντερμο. Μετά από αυτό, το υποβρύχιο το οποίο είχε ανέβει στην επιφάνεια του νερού και το βλέπαμε,έκανε δύο γύρους από το καΐκι μας και πάλι βυθίστηκε στο νερό, αλλά ο καπετάνιος φοβόταν μήπως κάποια τορπίλη μας χτυπήσει.

Ευτυχώς φτάσαμε καλά στον προορισμό μας και αφού καθήσαμε μια βδομάδα, μας ξεσήκωσαν πάλι και μας πήγαν στο Αδάπαζαρ με τρένο.

Εκεί μείναμε τα υπόλοιπα τέσσερα χρόνια. Μεγάλη πόλη, εύφορη, δεν δυστυχήσαμε πολύ. Εγκατασταθήκαμε σ’ ένα αρμένικο συνοικισμό ο οποίος ήταν εγκατελειμμένος από τους κατοίκους του, εξαιτίας των διωγμών που είχαν προηγηθεί.

Σ’ αυτόν τον συνοικισμό καθήσαμε πέντε-έξι μήνες και μετά μετακινηθήκαμε σε δύο μεγάλους Ελληνικούς συνοικισμούς με δύο ελληνικές εκκλησίες, της Παναγίας και του Προφήτη Ηλία. Εκεί στα μέσα περίπου του 1916, αρχίσαμε να προσαρμοζόμαστε και, όσο για μας τα προσφυγόπουλα, αρχίσαμε να πηγαίνουμε σχολείο.

Βέβαια η εκπαίδευση ήταν αξιόλογη, αλλά και εμείς τα προσφυγόπουλα δεν υστερούσαμε. Οι δάσκαλοι μας δέχτηκαν με αγάπη.

Τα χρόνια περνούσαν όχι πολύ ευχάριστα, αλλά είχαμε συνηθίσει πια. Πέρασε το 1917 και φτάνουμε στο 1918, οπότε έγινε η ανακωχή. Τότε, αν και μακριά από την Ελλάδα, οι γιορτασμοί στα σχολεία ήσαν πανηγυρικοί, όπως κι εκεί. Ηρωικά ποιήματα, τραγούδια, μαντολίνα έπαιζαν “απ’ τα κόκαλα βγαλμένη”, τα σχολεία στολισμένα με θαλασσιές και άσπρες κορδέλες.

Ολοι οι Ελληνες έπλεαν σε πελάγη ενθουσιασμού και ευτυχίας και βέβαια πιο πολύ εμείς οι πρόσφυγες, γιατί μας άφησαν να γυρίσουμε ελεύθερους στην πατρίδα μας. Αποχαιρετήσαμε τους δασκάλους μας και τα προσφιλή μας πρόσωπα και πήραμε το δρόμο του γυρισμού. Αυτή τη φορά όμως με το τρένο φτάσαμε στην Κωνσταντινούπολη που την βλέπαμε για πρώτη φορά, την περίφημη Πόλη, γεμάτη από συμμαχικά στρατεύματα (Αγγλους, Γάλλους, Ιταλούς). Στο λιμάνι ήταν αιχμάλωτα γερμανικά πλοία.

Καθήσαμε στην Πόλη δέκα μέρες. Στη διάρκεια της παραμονής μας γυρίσαμε όσο ήταν δυνατό για να γνωρίσουμε την κοσμοπολίτικη πρωτεύουσα, όπου σε κάθε γωνιά ακουγόταν μια λατέρνα που έπαιζε το πολύ γνωστό τραγούδι “Λυγερό και κοπτερό σπαθί μου”. Ξεκινήσαμε με τρένο πάλι για τις ιδιαίτερες πατρίδες μας. Στην αρχή φτάσαμε στην Τσόρλου-η επίσημη ονομασία της Τυρολόη. Κατεβήκαμε στο σταθμό και εκεί συναντήσαμε τον ελληνικό στρατό. Εμείς ήμασταν κατενθουσιασμένοι από την παρουσία του και εκεί για πρώτη φορά ακούσαμε ελληνικά τραγούδια που παιζόνταν με αρμόνικα, ενώ οι φαντάφοι τραγουδούσανε μαζί με τον οπόλοιπο λαό:

“Βενιζέλε, Βενιζέλε, τώρα το έκαμες καλά...”

“Βενιζέλε μας, πατέρα της πατρίδας,

Βενιζέλε μας, πατέρα της φυλής

σαν το βουνό του Ψηλορείτη σε θωρώ

που ανάβεις και φλογίζει όλων την καρδιά·

Βενιζέλαρος, πατέρας της Ελλάδος,

Βενιζέλαρος, πατέρας της φυλής”.

 

Ο στρατός είχε καταλάβει μόνο τη σιδηροδρομική γραμμή Λουλέ Μπουργάζ-Τσόρλου και βέβαια τις πόλεις που βρίσκονταν πάνω στην γραμμή.

Στην Τσόρλου καθίσαμε δέκα ημέρες όπου χαρήκαμε τον ελληνικό στρατό με γλέντια, χορούς, τραγούδια. “Λέγαμε: Ζήτω παιδιά, φωνάξτε όλοι με χαρά, ζήτω τα φανταράκια, που’χουν λεβεντιά”.

Μετά από αυτό το σταθμό ξεκινήσαμε για τα χωριά μας με αμάξια, που τα κατείχαν όμως ακόμα οι Τούρκοι και αφού φτάσαμε στη Βίζα, πήγαμε σ’ ένα δικό μας σπίτι (η οικογένεια μου), όπου καθόταν ένας Αρμένιος εδώ και είκοσι χρόνια. Τον βρήκαμε εκεί, μας υποδέχθηκε πάρα πολύ καλά και μείναμε τέσσερις-πέντε ημέρες και από’κει γυρίσαμε στις Σοφάδες. Το σπίτι μας το βρήκαμε ερειπωμένο όπως κα όλα τα άλλα σπίτια, σε άθλια κατάσταση, ενώ ο Τούρκος ήταν εγκατεστημένος μέσα. Αργότερα βγήκε. Οι περισσότεροι συμπατριώτες μας γύρισαν πίσω και η ζωή ακολούθησε τον κανονικό της ρυθμό. Στην Κωνσταντινούπολη οι εφημερίδες γράφανε πως η Θράκη είναι ο ομορφότερος κήπος του κόσμου. Τα τραγούδια ελευθερίας συνεχίσθηκαν, τα γλέντια, οι χοροί, ενώ ο στρατός το 1920 είχε καταλάβει όλη την Θράκη, πόλεις και χωριά.

Σ’ ένα χρόνο περίπου, δεν θυμάμαι καλά, μετά από ένα διάταγμα, όλοι οι Θρακιώτες πήγαν στρατιώτες αλλά και πολλοί εθελοντές. Κατατάχθηκαν στις Σαραντακκλησιές και μετά από λίγο χρονικό διάστημα, τους έστειλαν στο μέτωπο στη Μ. Ασία.

Μεταξύ αυτών ο αδελφός μου Δημήτριος Σ. Σαββόπουλος και ο μετέπειτα σύζυγός μου Νικόλαος Χ. Αμαξόπουλος, που ήταν ετών γύρω στα δεκαεννιά με είκοσι.

Εμείς οι υπόλοιποι μη έχοντας τίποτα άλλο να κάνουμε ή καλύτερα μη μπορώντας να κάνουμε τίποτε άλλο, παρακαλούσαμε για τη νίκη και τραγουδούσαμε.

Βγαίναμε έξω από το χωριό, είχαμε μια κρύα βρύση ονόματι Λούστρο, που κάποτε είχαν περάσει κάποιοι περιηγητές και ήπιαν νερό και η οποία είχε αποσπάσει από αυτούς τα καλύτερα σχόλια και είπαν:

“Οι Σοφάδες είν’ καλό χωριό, έχει στην άκρη βρύση,

όποιος περάσει από’κει, δεν ΄θελει να γυρίσει”.

Εμείς κάναμε βόλτα και τραγουδούσαμε:

“Τώρα βροντάει Ελληνικό κανόνι,

παντού θα λάμψει τώρα ο στρατός,

η νίκη μας καθένα στεφανώνει

και ας χύσουμε το αίμα μας· εμπρός”.

 

*Από το βιβλίο του “Το λεκανοπέδιο των Μουριών”

Του Γιώργου Πελίδη*

Οι αρχές προπόνησης είναι επιστημονικοί όροι -κανόνες στις οποίες βασίζεται ο σχεδιασμός και η εφαρμογή της προπονητικής διαδικασίας και αποτελούν οδηγό για τους προπονητές και τους παίκτες, γιατί είναι αυτές που υποδεικνύουν τις μεθόδους τα μέσα και την οργάνωση της προπόνησης.

Μία βασική αρχή είναι η αρχή της συνειδητής προπόνησης, η αρχή της ευσυνειδησίας. Η αρχή αυτή υποστηρίζει την ανάγκη να γνωρίζει ο αθλητής-παίκτης τους λόγους για το συγκεκριμένο πρόγραμμα που καλείται να εκτελέσει.

Στα ομαδικά αθλήματα αυτή η αρχή θα πρέπει να έχει σημαντικό ρόλο από την πρώτη κιόλας προπόνηση που αρχίζει κάποιος παίκτης την προπονητική του πορεία. Σημαντικό είναι η συνειδητή καταγραφή στην μνήμη του της προπονητικής διαδικασίας έτσι ώστε μακροπρόθεσμα να υπάρξει αποτελεσματικότερη η αντιληπτική του ικανότητα καθιστώντας τον έναν παίκτη με αγωνιστική ευφυία.

Η λογική της συνειδητής διαδικασίας στην προπόνηση δλ να γνωρίζει τους στόχους και τους λόγους κάθε προπόνησης από τον προπονητή του γίνεται για να αποφευχθεί το σύνδρομο της χαμηλής υπευθυνότητας.

Όταν η προπονητική αυτή διαδικασία διαρκέσει για αρκετό διάστημα τότε η υπευθυνότητα του αθλητή -παίκτη θα αυξηθεί σημαντικά και στην προπονητική του διαδικασία και δεν θα απαιτείται την διαρκεί επίβλεψη του προπονητή του.

Ο υπεύθυνος ευσυνείδητος παίκτης θα μπορεί πλέον εύκολα κατά την διάρκεια της προπόνησης να αναγνωρίζει τα λάθη του και να τα διορθώνει ,θα μπορεί να οργανώνει τον χρόνο του και να ρυθμίζει και τις υπόλοιπες δραστηριότητές του πέραν της προπόνησης. Δημιουργώντας έναν συγκροτημένο ισορροπημένο παίκτη που θα μπορεί να τοποθετεί στόχους και να τους αναγνωρίζει ως προς τον βαθμό της επιτυχίας, έχοντας πλέον την εμπειρία που απέκτησε κατά την διάρκεια της συγκεκριμένης αρχής της προπόνησης.

*Πτυχιούχος: Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης

Τμήμα: Φυσικής Αγωγής και Αθλητισμού-ΤΕΦΑΑ

Ειδικότητα: ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΙΣΗ

Προπονητής: UEFA C' Αναπτυξιακών ηλικιών

Προπονητής: UEFA B' Nέας σχολής 2015

Του Παναγιώτη Φλωρίδη

Στο (τυπικό) ξεκίνημα της Κρίσης που σάρωσε την Ελλάδα, ξεκίνησαν να διατυπώνονται και αναλύσεις για τα αίτια και τη θεραπεία τους. Διαπιστώσεις που μέχρι σήμερα μένουν διαπιστώσεις: Πρωτογενής, Τομέας, Ναυτιλία, Τουρισμός, Κατασκευές. Κι ακόμη περιμένουμε την “τόνωση” έστω ενός απ’ αυτούς τους βασικούς τομείς της Ελληνικής Οικονομίας.

Στην αρχή της Κρίσης, ένα Αμερικανικό Ινστιτούτο είχε επισημάνει τις δραστηριότητες και τα επαγγέλματα που θα είχαν τύχη στο νέο οικονομικό τοπίο της Ελλάδας. Ανάμεσα στα ελπιδοφόρα επαγγέλματα ήταν και αυτό του... ντελίβερι. Μεγάλη η απορία εξ αρχής: τί θα μεταφέρουν οι “ντελιβεράδες;” Ποιός θα παράγει προϊόντα και ποιοί θα τα αγοράζουν, αφού δεν θα υπάρχει φράγκο; Λογικές απορίες για έναν κόσμο που είχε μάθει ως αντικείμενο ντελίβερι μόνο την πίτσα, άντε και τα σουβλάκια.

Οι Αμερικανοί και τα ινστιτούτα τους όμως δύσκολο να πέσουν έξω σε ζητήματα λειτουργίας της αγοράς-της κάθε αγοράς. Που να φαντασθούμε όλοι εμείς, ότι τα μόνα οχήματα που θα κυκλοφορούν στην πόλη μας θα είναι τα μηχανάκια των ντελιβεράδων. Οτι θα είναι τα μόνα οχήματα που συναντιούνται στις διασταυρώσεις και οι ντελιβεράδες, φιλαράκια μεταξύ τους, κορνάρουν, χαιρετιούνται, σταματούν και συζητούν για τη δουλειά τους. Πού να φαντασθούμε πριν μερικά χρόνια ότι τα ντελίβερι θα μεταφέρουν ακόμη και καφέδες σε κάθε γωνιά της πόλης; Πού να υπολογίσουμε πριν μερικά χρόνια ότι όλα τα καφέ θα παράγουν και πίτσες, σάντουιτς, κρέπες και άλλα εδέσματα; Κανονικά φαγάδικα δηλαδή, με όλα τα είδη σε πακέτο και σε ντελίβερι φυσικά. Ποιός περίμενε ότι για λίγα λεπτά διαφορά, οι περισσότεροι θα παραγγέλνουν καφέ στο σπίτι ή στο γραφείο, αντί να προτιμούν το καφενείο, την καφετέρια, την πλατεία; Οτι η ανέχεια θα οδηγήσει σε ακόμη μεγαλύτερη απομόνωση, σε ακόμη μεγαλύτερη αποξένωση;

Για χρόνια, κάθε που τελείωνε το καλοκαίρι, ακουγόταν η απαισιόδοξη φράση: αυτόν τον χειμώνα θα κλάψουν μανούλες (θα κλείσουν μαγαζιά δηλαδή). Οι χειμώνες όμως περνούσαν είτε με άνεση, είτε κουτσά στραβά. Πάντως περνούσαν, χωρίς “θύματα”. Το παραμύθι όμως φαίνεται πως τελειώνει. Το παραμύθι αυτήν τη φορά έχει δράκο. Η έκρηξη με τα καφέ και τα φάστ-φουντ (αφού οι νέοι δεν έχουν άλλες ιδέες, άλλες δεξιότητες), ξεθυμαίνει θεαματικά. Τους τελευταίους δύο μήνες ήδη τρία γνωστά καφέ-μπαρ της πόλης με την δική τους ιστορία, “κατέβασαν ρολά”. Και όλοι της πιάτσας ξέρουν ότι τον χειμώνα που έρχεται οι υποψήφιοι για αποχώρηση είναι πολλοί. Κι ας οδεύει επιτέλους προς μια θετική λύση το θέμα της ληστρικής ΑΕΠΙ που τυραννούσε χρόνια τα μαγαζιά σε πόλεις και χωριά. Η εφαρμογή των ευνοϊκών ρυθμίσεων δεν θα βρίσκει “γήπεδο” για να παίξει. Αφού οι ταλαίπωροι “παίκτες” θα έχουν γονατίσει. Θα έχουν αποσυρθεί απ’ το παιχνίδι και το μόνο που δεν θα τους ενδιαφέρει θα είναι το αν ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας θα εκλέγεται από τη Βουλή ή απ’ ευθείας απ’ το λαό...

Του Παύλου-Σωκράτη Παυλίδη*

“Καρδιά” της Κεντρικής Μακεδονίας θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ο δήμος Μουριών.

Βρίσκεται σε τόπο ευφορώτατο, σε γόνιμη πεδιάδα, με τα ριζοβούνια γύρω, το Μπέλλες, που συνορεύει με το κράτος των Σκοπίων και τη Βουλγαρία (στο νομό Σερρών). Τόπος που προσφέρει στον κάθε υποψήφιο επισκέπτη την θέα του τοπίου. Ενός τοπίου πραγματικά μοναδικού, που όμοιό του ειλικρινά δεν υπάρχει πουθενά.

Το ιστορικό τοπίο, που λέγεται δήμος Μουριών, αποτελεί φυσικά ένα με τα γύρω μικρά χωριά που άρχισαν να ερημώνονται. Ακουσα από φίλο μου να λέει: “ο Κολόμβος πέρασε από το λεκανοπέδιο Μουριών και είπε... να ο παράδεισος!”

Ο λαός των Μουριών όταν εγκαταστάθηκε, αποτελούνταν από πρόσφυγες εκ Τουρκίας: Θράκες, Πόντιους και Μικρασιάτες. Δούλεψε σκληρά πιάνοντας το αλέτρι, με τα βόδια στο ζυγό. Όργωσε όλες τις εποχές με τα πρωτόγονα μέσα. Δούλεψε, πρόκοψε, δεν έβαλε κάτω το κεφάλι. Είναι λαός περήφανος. Δεν ζητεί ελεημοσύνη. Η ζωή ήταν απλή. Οι κάτοικοι ήρεμοι και φιλικοί. Αγαπούσε ο ένας τον άλλον, το άρχος... άγνωστο. Η λέξη διακοπές, για παραθέριση ή ξεκούραση, δεν ήταν γραμμένη στο λεξιλόγιο του αγρότη. Οι μόνες αλλαγές ήταν να πηγαίνουν από το ένα χωράφι στο άλλο.

Ομως δεν πέρασαν πολλά χρόνια μετά την προσφυγιά του 1923 και το λεκανοέδιο Μουριών γέμισε από πρόσφυγες του ελλαδικού χώρου, από το 1941 έως το 1949. Φύγανε σε μικρές και μεγάλες πόλεις για να σώσουν τη ζωή τους, αφήνοντας πίσω ό,τι δημιούργησαν. Μας έκαναν φτωχούς, θεόφτωχους, δηλαδή τα χάσαμε όλα. Τα σπίτια εγκατελειμένα, καμένα. Πέτρες, κεραμίδια σκορπισμένα και αποκαΐδια. Αγριεψε το ΤΟΠΙΟ. Αγνώριστα τα πάντα, οι αυλές, οι πλατείες, όλα χορταριασμένα ως το γόνατο. Ομως, πίστευυαν στο Θεό τους. “Αν συντριμένα να θεωρείς όσα σου έχουν ρουφήξει τη ζωή σου και πάλι να ξαναρχινάς να χτίζει με εργαλεία που’ναι φθαρμένα”.

Εδώ στην Κεντρική Μακεδονία, στο λεκανοπέδιο Μουριών, στα σύνορά μας είχαμε μόνο πατριώτες: Αυτά τ’ άρματα τ’ άρματα δεν “χάλασαν” απλά κάποιους. Κατέστρεψαν το παν ΚΑΙ ΣΤΟΥΣ ΜΕΝ ΚΑΙΣ ΤΟΥΣ ΔΕ. 1941-1949: “Ποτέ τα αδέρφια μεταξύ, ποτέ να μην μαλώνουν”. Είναι αυτό που μπορεί να σκεφθεί κανείς στην οδυνηρή ανάμνηση εκείνης της εποχής.

Η περιοχή ήταν στρατοκρατούμενη από το 1946 έως το 1949. Ακίντζαλη, Κρητικά, Μικρόβρυση, ΣΣ Μουριών. Το ηθικό δεν ήταν πεσμένο. Ο στρατός ενέπνεε ασφάλεια, αφού είχε μεγάλα πυροβόλα και θωρακισμένα οχήματα. Ηταν άθλιες ημέρες στην περιοχή των Μουριών. Ο πόλεμος τελείωσε το 1949 και νικήτρια βγαίνει η Ελλάδα.

Οι “ανταρτόπληκτοι” γύρισαν πίσω στα ειρηνικά τους έργα, στα κατεστραμένα, καμμένα χωριά. Οχι όμως όλοι!

Το 1946 ο πρωτοσύγκελος, έπειτα σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Πολυανής και Κιλκισίου κ.κ. Χαρίτων, ο “πάτερ-Χαρίτων”, δημιούργησε με πρωτοβουλία του τέσσερα κτίσματα κατάλληλα να στεγάσουν τα δημιουργηθέντα κατηχητικά σχολεία, τον προσκοπισμό, τα παιδιά φτωχών, τα ορφανά.

Περισσότερα από 600 παιδιά με συσσίτιο καθημερινό, με όλες τις ανέσεις, με πισίνα, χάρη στη γεώτρηση με άφθονο νερό. Να συγκεντρώσει παιδιά από όλα τα διαμερίσματα του νομού Κιλκίς που ήθελαν περίθαλψη, στη φύση. Και σήμερα τους καλοκαιρινούς μήνες, λειτουργεί με υπεύθυνο τον ιερέα π. Πιλιτσόπουλο στο Μπέλλες Κάτω Σουρμένων (Κουρπάτς).

Σήμερα ο τόπος έχει αναπτυχθεί με κέντρα αναψυχής, καφενεία, καφετέρειες, ρεστωράν, τα γνωστά “Χίλια Δένδρα” (ψάρι, γριβάδι, πρικί, χέλι και γουλιανό, να γλείφεις τα δάχτυλα). Τα χωριά Καβαλλάρης, Λιθωτό και Κάτω Σούρμενα (Κουρπάτς), ενώνονται πλαγιομετωπικά με το Μπέλλες. Χωματόδρομος καλός, πλούσια σε οσμές και χρώματα, βελανιδιές, έλατα, οξιές, σφενδάμι, κρανιές, τα πελώρια πλατάνια, φλαμουριές. Ανάμεσα από τα φυλλώματα των δένδρων ακούγονται φωνές πουλιών, κοράκια να κράζουν... την ελευθερία τους.

Είναι το ιδανικό μέρος για περηπατητές και ορειβάτες στον καταράκτη του Μπέλλες ή ανθρώπους που αγαπούν τα βουνά. Ο απίστευτα μεγάλος πλάτανος δεσπόζει στην απεραντοσύνη του λεκανοπεδίου. Στη λίμνη Δοϊράνη, η εκκλησία του Καβαλλάρη με τη σκιά του γέρο πλάτανου στην αυλή της, ν’ αγκαλιάζει μικρούς και μεγάλους κάτω από τ’ απλωμένα κλαδιά. Πέρα από το πανέμορφο τοπίο είχαμε την ευχή να βρούμε αρκετούς από τους κατοίκους του Καβαλλάρη, οι οποίοι είχαν επιδοθεί σε... “μεθυστικές” εργασίες. Ετσι, μεθύσαμε κι εμείς. Από τον Καβαλλάρη, η κορφή του Μπέλλες δεν φαίνεται.

 

Τα πανηγύρια

Πανηγύρι στο Καβαλάρι (του Αγίου Παντελεήμονος στις 27 Ιουλίου), στο Λιθωτό (20 Ιουλίου του Προφήτη Ηλία), στα Κάτω Σούρμενα (παλιά), στην Αγία Παρασκευή (26 Ιουλίου της Αγίας Παρασκευής).

Στην παλιά Αγία Παρασκευή, στους πρόποδες του Μπέλλες, κάτω από τα πελώρια πλατάνια, το περήφανο βουνό δέχεται τον κάθε επισκέπτη. Από εκεί ψηλά, από τις πλαγιές του Μπέλλες, η Αγία Παρασκευή δεσπόζει εμπρός στα μικρότερα υψώμαμα του Μαυροβουνίου. Οροσειρές για περπάτημα, για ορειβάτες, σε υψόμετρο 1.300 μέτρων, όπου και τα Σαράντα Καλύβια στα οποία κατοικούσαν σαράντα οικογένειες Σαρακατσάνων το 1925-1940 (Χρήστος Καρανάσιος, Ανδρέας Κ. Σπιρονάσιος και άλλοι). Φύγανε από τα ψηλά και κατέβηκαν στα χαμηλά όταν άρχισε ο εμφύλιος πόλεμος.

Κουραστικό να το ανεβαίνεις, υπέροχη όμως και ανεπανάληπτη η θέα της ανατολικής πλευράς όπου απλώνονται τα βουνά των Κρουσίων. Οσο ανεβαίνεις κορφές-κορφές, ανταμώνεις τα χωριά του Μαυροβουνίου (Εντζεκλή, Ρεσελή, παλιά χωριά που δεν κατοικούνται πια από το 1928).

Τα χωριά στους πρόποδες του Μαυροβουνίου, ο παλιός Ροδώνας, Καλλιρόη και νέο Μυριόφυτο (Συκίες), δύο μικρά χωριά ζούνε με αγάπη.

Το Μυριόφυτο (θα έλεγα η “πρωτεύουσα” του δήμου Μουριών) σκαρφαλωμένο και απλωμένο στις πλαγιές του βουνού, τώρα με τα σύγχρονα ωραία σπίτια-βίλλες, όπου κατοικούν 900 περίπου ανθρώπινες ψυχές. Πανηγύρι μετά ατο Πάσχα (Αναλήψεως) το παλιό εξωκκλήσι πάνω στο βουνό. Απλός και λιτός χώρος, προσευκτήριος οίκος προς τιμήν της Αναλήψεως που “μεσολαβεί” πάντα για τις πνευματικές “συνομιλίες” μας με τους συγγενείς του άλλου κόσμου.

Το παλιό έθιμο αναβιώνει με πίστη και ευλάβεια, πίστη προς το Θεό, με νταούλια, κλαρίνα, ζουρνάδες και βιολιά, που τριβελίζουν στ’ αυτιά των πιστών.

Το απόγευμα μόλις πέσει ο ήλιος, όλοι οι πιστοί ανεβαίνουν, με τα όργανα εμπρός, στη παλιά εκκλησία που πλημμυρίζει από κόσμο. Τα όργανα καλούν τους παλαιστές με ζουρνάδες στον τόπο της παλαίστρας. Γίνεται μεγάλος κύκλος από τους θεατές και οι ζουρνάδες παίζουν με ψηλόν τόνο και το νταούλι χτυπά  ο Στάμκος.

Κάποτε σταματούσαν τα όργανα και τότε θυμάμαι που οι δύο παλαιστές Γεώργιος Ποιμενίδης από τ’ Αμάραντα (1935) και ο Αρμένης (δεν έχω περισσότερα στοιχεία) που είχε ένα μπρούτζινο μάτι πάνω στον αφαλό, “ερεθισμένοι” με τα ρωμαλαία τους κορμιά που γυάλιζαν κάτω από τον καυτό ήλιο του Ιουνίου, κινούνταν με “νεύρο” και δύναμη μέσα στον κύκλο.

Εδιναν τα χέρια χτυπώντας τις παλάμες, έτσι σύμφωνα με τους κανόνες του εθίμου. Οι θεατές κρατούσαν την ανάσα. Σαν δύο βουλάλια, όταν χτυπούν τα κεφάλια τους και κροταλίζουν τα κέρατά τους, συγκρούονται στήθος με στήθος τα “θεριά”.

Αυτό ήταν το χωριό Μυριόφυτο του 1935 και τώρα εξακολουθεί να ανεβάζει τον εαυτό του. Την εποχή της ανθοφορίας του πολύτιμου βολβού, ολόκληρη η περιοχή πλημμυρίζει από χρώματα και αρώματα, γι’ αυτό και λέγεται Μυριάφυτα=Μυριόφυτο. Ανοιξη, καλοκαίρι, φθινόπωρο, χειμώνα, σύννεφα στα μακρινά βουνά μας και πνοή ανέμου, θρόισμα των φύλλων. Υγρά τα χωράφια από τις εποχιακές βροχές.

Και οι βουνοκορφές του Μπέλλες, το Μαυροβούνιο (καραντάγ) μια “κρύβονται” και μια ξεπροβάλλουν. “Κρυφτούλι” παίζουν μέσα στα σύννεφα. Ατελείωτο πράσινο στις κορφές των λόφων, στο λιβάδι. Και “βουνά” από σύννεφα που μας κρύβουν την άνοιξη. Ο ήλιος χρυσώνει την Ανατολή και την Δύση. Από μακριά η κραυγή του γκιώνη μέσα στα ψηλά βουνά μας να “σκίζει” την αυγή, σαν μαχαίρι. Ταξίδι προγραμμάτισαν οι χήνες μακρινό. Από την λίμνη Κερκίνη έρχονται σε σχηματισμό “βέλους”, γαξ-γαξ, με παγωμένη μύτη για τη λίμνη Δοϊράνη, ψηλά στον ουρανό.

Μην λυπάστε τις ημέρες με βροχή στις αρχές του χειμώνα.

Αν θέλετε τον ήλιο το καλοκαίρι να πάτε αλλού, δικαίωμά σας. Τη βροχή όμως, την ομίχλη και την συννεφιά, όχι αυτήν που είναι ψηλά, πολύ ψηλά, αλλά αυτήν την ανθρώπινη, που είναι σχεδόν πάνω από τα κεφάλια μας, να τις αναζητήσετε εδώ στα βουνά μας. Στο Μαυροβούνιο (Καραντάγ) στο Μπέλλες, με πεζοπορία.

*Από το βιβλίο του “ΜΑΡΤΥΣ ΜΟΥ ΤΟ ΜΠΕΛΛΕΣ”

(Φωνή από τον Ροδώνα)

Σελίδα 85 από 103
We use cookies to improve our website. Cookies used for the essential operation of this site have already been set. For more information visit our Cookie policy. I accept cookies from this site. Agree