Του Παναγιώτη Φλωρίδη

Για δεκαετίες μετά τον πόλεμο, υπήρχε ο “από Βορρά κίνδυνος”. Ενας “βολικός” κίνδυνος, αφού ο νομός ήταν κυριολεκτικά στρατοκρατούμενος. Με Μεραρχία στο Κιλκίς, με Ταξιαρχία στο Πολύκαστρο, με Σύνταγμα σε Αξιούπολη και Γουμένισσα και με πλήρως επανδρωμένα Τάγματα σε χωριά όπως το Δροσάτο, το Χέρσο, η Ν. Σάντα και αλλού. Μια κατάσταση πάνω στην οποία βασίσθηκε η έωλη οικονομική ευμάρεια, κυρίως των χωριών.

Ο κίνδυνος όμως μεταφέρθηκε Ανατολικά. Και ο νομός άρχισε να “φθίνει” στρατιωτικά. Ξεκίνησαν οι διαμαρτυρίες για την αποψίλωση, που κορυφώθηκαν με την κατάργηση του Κέντρου Εκπαίδευσης στο στρατόπεδο Καμπάνη. Ως γνήσιοι επαρχιώτες ζητούσαμε να παραμείνει ο Στρατός “μας” για να μην καταρρεύσει το αίσθημα ασφάλειας των πολιτών. Αγνοήθηκε φυσικά ότι η διάταξη των Ενόπλων Δυνάμεων δεν γίνεται για οικονομικούς και τουριστικούς λόγους, αλλά με βάση τις αμυντικές ανάγκες. (Το ότι υπάρχουν Κέντρα Εκπαίδευσης στην Κοζάνη, στην Καρδίτσα και άλλου, οφείλεται απλά στην γνωστή “καπατσοσύνη” κάποιων τοπικών παραγόντων, παλαιάς κοπής σίγουρα).

Κάποια στιγμή, το 1995 επιχειρήθηκε κι έγινε με επιτυχία η συγχώνευση Δημοτικών Σχολείων στο νομό. Στην πρώτη αιρετή Νομαρχία (νομάρχης Γ. Φλωρίδης), μια ομάδα φωτισμένων ανθρώπων, αιρετών και εκπαιδευτικών, εφάρμοσε μια μεταρρύθμιση που αποτέλεσε πρότυπο για όλη την Ελλάδα. Και τότε οι αντιδράσεις ήταν ισχυρές. Κάποιοι ήθελαν σχολεία με 10-12 μαθητές. Με κύριο επιχείρημα ότι ποθούσαν να βλέπουν κάθε πρωί να υψώνεται η Ελληνική σημαία στο προαύλιο του σχολείου. Δεν αντιλαμβανόντουσαν ότι το Σχολείο με 10-12 μαθητές, είναι πραγματική καταδίκη για τα παιδιά. Μέχρι και κανάλια ήλθαν τότε. Αλλά η αποφασιστική μεταρρύθμιση έγινε ανυποχώρητα. Γι’ αυτό και προκαλούν θλίψη οι πανηγυρισμοί της, εν έτει 2016, Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης για την επανασύσταση των δύο σχολείων της Παιονίας, όταν ακριβώς δίπλα λειτουργούν τα εύρωστα πολυθέσια Δημοτικά της Αξιούπολης και του Ευρωπού.

Το 1998 νομοθετήθηκε ο “Καποδίστριας” με τη συνένωση ισχνών κοινοτήτων σε στοιχειώδεις δήμους. Ο νομός μας και τότε πρωτοστάτησε στις κινητοποιήσεις ενάντια στις συνενώσεις, με συμμετοχή στις μαζώξεις των αντιδρώντων στην αλήστου μνήμης Καρδιτσομαγούλα.

Αυτές τις μέρες επισημοποιήθηκε η προαναγγελθείσα από το Νοέμβριο ακόμη, συγχώνευση Αστυνομικών Δομών του νομού. Ακολούθησε καταιγισμός ανακοινώσεων ενάντια στην υλοποίηση της απόφασης, που ανακοινώθηκε το Νοέμβριο στη Θεσσαλονίκη. Στους 10 μήνες που μεσολάβησαν δεν κατορθώθηκε τίποτε, για την ανατροπή της ειλημμένης απόφσης. Αρα... οι ντουφεκιές κατόπιν εορτής, δεν έχουν αντίκρυσμα. (Αυτή τη φορά τουλάχιστον, έγινε μόνο συγχώνευση δυνάμεων και όχι μετακίνηση απ’ το νομό).

Οι ανακοινώσεις βέβαια και τα συνεχή άσφαιρα πυρά, διαρκούν εδώ και χρόνια. Χωρίς προληπτικές ενέργειες, χωρίς πρόβλεψη, χωρίς σχέδιο, χωρίς τεκμηριωμένες προτάσεις, είναι σίγουρο ότι η ίδια κατάσταση και ακόμη χειρότερη, θα συνεχισθεί: Το ΤΕΙ μας, απ’ ό,τι φαίνεται, θα αποτελέσει παρελθόν, αντί να αναβαθμιστεί. Το “Δικαστικό” μας Μέγαρο συνεχώς “κολλάει”. Ας ελπίσουμε ότι δεν κολλάει επειδή θα χάσουμε και το Πρωτοδικείο μας. Το Τελωνείο μας αντί να αναβαθμισθεί βοηθώντας τις εξαγωγικές επιχειρήσεις μας, διαρκώς υποβαθμίζεται. Και οι ανακοινώσεις, οι συζητήσεις, οι οργίλες επιστολές καλά κρατούν, βομβαρδίζοντας τις κυβερνήσεις. Σαν χαρτοπόλεμο με κομφετί τον εκλαμβάνει το περίφημο “Κέντρο”. “Μια ντουφεκιά ζαχαρωτή” λέει ο Χαρούλης...

Τί φταίει; Ποιός φταίει; Συζητιέται αλλά δεν μορφοποιείται.

Του Γιώργου Πελίδη*

Κατά την άσκηση στους μυς αναπτύσσεται αυξημένη θερμοκρασία. Η θερμοκρασία είναι αποτέλεσμα πολλών και διάφορων χημικών μηχανισμών που γίνονται για την απόκτηση ενέργειας.

Το σώμα μας με διάφορους τρόπους αποβάλλει την παραγομένη θερμοκρασία. Μια μεγάλη ποσότητα μεταφέρεται με το αίμα στο δέρμα όπου η αποβολή του μέσω του ρεύματος αέρα και της ακτινοβολίας αυξάνεται. Αλλά η σημαντικότερη αποβολή της θερμοκρασίας γίνεται μέσω της εξάτμισης ιδρώτα.

Η θερμοκρασία του σώματος αυξάνεται. Μπορούμε να πούμε ότι το άτομο έχει πυρετό όταν εργάζεται. Όσο πιο έντονη είναι η άσκηση τόσο η θερμοκρασία ανεβαίνει. Κατά την μέγιστη μυϊκή εργασία η θερμοκρασία του σώματος μπορεί να φτάσει 41οC, ενώ η θερμοκρασία των μυών μπορεί να αυξηθεί μέχρι τους 43οC.

Η υψηλή θερμοκρασία αυξάνει την ικανότητα απόδοσης των μυών αλλά για να μην υπάρξει υπερθέρμανση είναι απαραίτητο να αποβάλλουν εάν μέρος της παραγομένης θερμοκρασίας αποβολή της θερμοκρασίας βελτιώνεται με την προπόνηση. Όσο πιο προπονημένο είναι εάν άτομο τόσο περσότερη είναι η ικανότητα του γι να αποβάλλει τη θερμοκρασία μέσω της εξάτμισης του ιδρώτα.

Η θερμοκρασία σε ένα καλά προπονημένο άτομο στην ίδια επιβάρυνση είναι χαμηλότερη από εάν άτομο που είναι απροπόνητο. Βασικός κανόνας λέει ότι η θερμοκρασία του σώματος ανεβαίνει στους 38οC κατά την μυϊκή εργασία που η ένταση της αντιστοιχεί με το 50% της μέγιστης πρόσληψης οξυγόνου(vomax).

 

ΑΣΚΗΣΗ ΣΕ ΘΕΡΜΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ

Όταν η άσκηση γίνεται σε θερμό περιβάλλον η αποβολή θερμότητας από το σώμα μας μέσω του ρεύματος αέρα και της ακτινοβολίας είναι πολύ μικρή. Οι απαιτήσεις της αποβολής θερμότητας μέσω της εξάτμισης του ιδρώτα μεγαλώνουν. Η αυξημένη θερμοκρασία του σώματος αποτελεί περιοριστικό παράγοντα απόδοσης. Όταν ο αέρας είναι πολύ υγρός η αποβολή θερμότητας δυσχεραίνεται αποβολή θερμότητας μέσω της εξάτμισης του αέρα μειώνεται.

 

ΝΕΡΟ

Οι ανάγκες των αθλητών σε νερό είναι πολύ μεγάλες ,ανάλογα πάντοτε με την ένταση και την διάρκεια της άσκησης. Οι απώλειες μπορεί να φτάσουν και τα 6 λίτρα. Από το χρώμα των ούρων μπορούμε να διαπιστώσουμε την ανάγκη για ενυδάτωση.

 

*Πτυχιούχος: Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης

Τμήμα: Φυσικής Αγωγής και Αθλητισμού-ΤΕΦΑΑ

Ειδικότητα: ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΙΣΗ

Προπονητής: UEFA C' Αναπτυξιακών ηλικιών

Προπονητής: UEFA B'  Nέας σχολής 2015

Του Γρηγορίου Κεσίδη

Η ‘’μετάσταση’’ εγκεφάλου είναι ο συχνότερος όγκος εγκεφάλου. Το 50% των περιστατικών είναι από τον καρκίνο του πνεύμονα. Εκδηλώνεται με κεφαλαλγία, αδυναμία στα χέρια ή στα πόδια και επιληπτικές κρίσεις.

Μια μετάσταση εγκεφάλου δύναται να εμφανιστεί με αιφνίδια νευρολογική επιδείνωση είτε λόγω αιμορραγίας εντός του όγκου είτε λόγω της επιληπτικής κρίσης.

Η διάγνωση γίνεται με την αξονική και τη μαγνητική τομογραφία, με τη χρήση ενδοφλέβιου σκιαστικού.

Για το διαχωρισμό της μετάστασης από πρωτοπαθή όγκο εγκεφάλου, διενεργούνται ct θώρακος και κοιλίας, σπινθηρογράφημα οστών, μαστογραφία στις γυναίκες.

Η μετάσταση εγκεφάλου περιβάλλεται από μεγάλης έκτασης οίδημα, έχει τη τάση να μεγαλώνει με τη πάροδο του χρόνου γρήγορα.

Η αντιμετώπιση εξαρτάται από την ηλικία του ασθενούς και αν η μετάσταση είναι μία περιλαμβάνει χειρουργική αφαίρεση, εάν είναι περισσότερες-στερεοτακτική βιοψία-, ακτινοθεραπεία, χημειοθεραπεία και αντιμετώπιση της πρωτοπαθούς εστίας εάν είναι εφικτό (πχ αφαίρεση καρκίνου πνεύμονα).

 

ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΚΕΣΙΔΗΣ-ΝΕΥΡΟΧΕΙΡΟΥΡΓΟΣ

Πόντου 7, Κιλκίς, Τηλ: 23410 26208

Του Παύλου-Σωκράτη Παυλίδη*

“Οταν υπάρχει πηγή, το νερό τρέχει”

Η ιστορία που θα διηγηθώ είναι ζω­ντανή, την έζησα στα δεκαοκτώ μου χρόνια. Είναι μια παλιά, πολύ παλιά ιστορία, πάνε εξήντα τόσα χρόνια από τότε. Δεν ξέρω γιατί, μα ποτέ τα τωρινά μας, όσο σπουδαία κι αν είναι, δεν περνούνε μέσα μας σε τόσο ξακάθαρη μορφή σαν τα περασμένα. Οσο μικραίνει μια θύμηση στο χρόνο, αντί να ξεθωριάσει γίνεται πιο ζωηρή και πάντα, όταν μιας πιάνει το μεράκι να γράψουμε, βρίσκουμε πιο έτοιμα και πιο ξετελειωμένα τα όσα ζήσαμε πριν από χρόνια, σε σύγκριση μ’ εκείνα που ζούμε τώρα. Κορυφαίες ώρες της ζωής μας, σαν αυτές που περάσαμε τον τελευταίο καιρό, θέλουν και κορυφαίους μαστόρους για να ιστορηθούν αντάξια. Ομως έτσι που άρχισα δεν θα τελειώσω εύκολα.

Πάνε τώρα από τότε, όπως είπα, εξήντα χρόνια. Δεν έχει σημασία πόσα. Σημασία έχει ότι εκείνο τον καιρό στην περιοχή μας, στα βουνά μας, στον κάμπο, σε άλλους ορίζοντες πιο μακριά από εμάς, μάζευαν ανθρώπους και τους έκλειναν μέσα στην καπναποθήκη του Βογιατζή στο Κιλκίς, γιατί δεν ήσαν αρεστοί στο κόμμα. Μέσα σ’ αυτούς βρέθηκα κι εγώ. Χειμώνας, Δεκέμβριος 1944. Κατέβαζαν απ’ τα χωριά πεζούς. Δεκέμβριος μήνας, βαρύς χειμώνας, τους ερέθιζαν με διάφορα συνθήματα, ύψωναν αυτοί την γροθιά με ανοιχτό το στόμα, τεντωμένη την γροθιά προς τον ουρανό. Η ατμόσφαιρα πύκνωνε από ώρα σε ώρα. Οι μορφές των αρχηγών του στρατοπέδου ήταν κλειστές και άκουγες λιγότερες φωνές με συνεχή εκνευρισμό. Ο όχλος φωνάζει στον παγωμένο Δεκέμβριο:

-Κρεμάλα!!! Κρεμάλα!!! Κρεμάλα!!! Φωτιά!!! Τσεκούρι στους προδότες!!!

Πόσο βάσταξε η συγκέντρωση της φωτιάς δεν θυμούμαι πια.

Εμείς οι κρατούμενοι, ιδίως εμείς τα παιδιά, κάθε ημέρα ξυρίζαμε το λεπτό, ξανθό τρίχωμα που είχε το παιδικό μάγουλο, για να φαινόμαστε πιο μικροί απ’ ό,τι ήμασταν, για να μας αφήσουν ελεύθερους.

Ελεγα μέσα μου “τώρα έφυγαν οι κατακτητές, γιατί μας συγκέ­ντρωσαν όλους εδώ, τί μας θέλουν;”. Τόσο έκοβε το παιδικό μυαλό μου. Ερχονταν μια επιτροή κάθε τόσο και ελευθέρωνε μικρούς. Ελεγαν: “Τα ρούχα σου και έξω”.

Μας κρατούσαν με το έτσι θέλω και δεν το έβαζαν κάτω, δεν έλεγαν “τί τους κρατάμε τους ανθρώπους, νικήσαμε, ο λαός είναι μαζί μας”. Εμείς τα παιδιά, ανεβοκατεβαίναμε τις εσωτερικές ξύλινες σκάλες, για να βλέπουμε από τα γύρω παράθυρα. Βγάζαμε το κεφάλι να δούμε, από την μία το θέαμα και από την άλλη κανένα γνωστό άτομο. Τα πλήθη ξεχείλιζαν έξω στον παγωμένο, χιονισμένο δρόμο, με φωνές εναντίον μας. “Φωτιά! Τσεκούρι!”, βούιζε ο τόπος.

Η μάνα μου Καλλιόπη έτυχε να βρεθεί σε κάποιο συλλαλητήριο. Ηρθε με συγχωριανούς της, πεζή, σαράντα χιλιόμετρα, νέα τότε, να δει τον άντρα της Νικόλα, που τον είχαν φέρει από του “Παύλου Μελά”, το στρατόπεδο στην Θεσσαλονίκη, στην καπναποθήκη του Σιδηρόπουλου στο Κιλκίς και τον γιό της Παύλο στην καπναποθήκη του Βογιατζή. Δεν είχε μέσα συγκοινωνίας τότε όπως τώρα. Τις γραμμές του τρένου τις ανατίναξαν οι Γερμανοί κατά την υποχώρηση. Φύγανε ανενόχλητοι προς βορρά για την πατρίδα τους την Γερμανία.

Είδα τη μάνα μου με τεντωμένο το βλέμμα, τα μάτια της καρφωμένα στα παράθυρα, να ψάχνει επίμονα, ερευνητικά να με δει. Ηθελε να με δει η μάνα μου, λίγο ψωμί να μου δώσει. “Εδώ είμαι μάνα!!!”, φώναξα δυνατά. Οταν την είδα με το κεφάλι ψηλά, προς το παράθυρο της καπναποθήκης να βλέπει, έκλαιγε, έψαχνε να με δει. Εκλαιγε η μάνα μου, όταν με είδε σε κάποιο παράθυρο. Μετά σταμάτησε να κλαίει. Δεν μπορούσε να κλάψει άλλο. Ισως είχαν στερέψει τα δάκρυα. Η μάνα μου έτρεμε από το πολύ κρύο και την συγκίνηση. Την βλέπω. Νομίζω πως θα λυγίσει. Εβλεπα τον πόνο της μάνας μου να ξεπετάγεται από τα σπλάχνα της, ανήμπορη να φέρει το σπλάχνο της κοντά της.

Εφερε ένα κομμάτι ψωμί από το σπίτι, το κρατούσε σφιχτά στον κόρφο της για το παιδί της. Της είπα: “Γιατί ήρθες τόσο μακρινό δρόμο;” Κι εκείνη μου απάντησε: “Δεν μπορούσα να μην έρθω, κι ας πονάει η καρδιά μου διπλά αυτή τη στιγμή. Δεν με χωρούσε ο τόπος, παιδί μου!”. Ετρεμε από συγκίνηση. Ημασταν σαν μουχλιασμένα φθινοπωρινά φύλλα που κυλιούνται μέσα στον βούρκο. Μας έτρωγε η ψείρα και η λέρα. Δίπλα στη μάνα μου ήταν μια κοπέλα του συλλαλητηρίου και έβλεπε να κλαίει κι έβλεπε κι εμένα, φωναχτά να μιλούμε. “Τί όμορφο παιδί που έχεις θεία”, λέει στη μάνα μου. Είδα να συνομιλεί η κοπέλα μαζί της, χωρίς να ξέρω τί ακριβώς έλεγαν. Η μάνα μου πρόθυμη, της είπε: “Εβγαλ’ τον ας σην φυλακήν και έπαρ’ τον”. Η κοπέλα απάντησε στη μάνα μου: “Θεία, εγώ παοτζή κι παίρω!”

Καθώς έβλεπα τη μάνα, ψηλά από το παράθυρο, να στέκεται μες στο αγριεμένο πλήθος, με κυρίεψε δίψα και παράπονο. Δεν μπορούσα να νιώσω ζωντανή τη στοργή της, να με χαϊδέψει με το χέρι της.

Στην πόρτα του θαλάμου που μας είχαν στριμωγμένους, ο δεσμοφύλακας συναγωνιστής στέκει ορθός και καλεί τ’ όνομά μου. Μου δίνει το ψωμί της μάνας τεμαχισμένο. Φαίνεται καλός άνθρωπος, ταραγμένος. Στέκει χλωμός μέσα στο κρύο. Ηταν 27 Δεκεμβρίου, άγιες ημέρες του 1944!

Αυτά που συνέβησαν με την κοπέλα, μου τα έλεγε η μάνα  αστειευόμενη, όταν αποφυλακίσθηκα από το Σιδηρόκαστρο στις 14 Φεβρουαρίου 1945, μαζί με συγχωριανούς και τον πατέρα μου.

 

*Από το βιβλίο του “Το λεκανοπέδιο των Μουριών”

Σελίδα 83 από 103
We use cookies to improve our website. Cookies used for the essential operation of this site have already been set. For more information visit our Cookie policy. I accept cookies from this site. Agree