Του Γιώργου Πελίδη*

Μία από τις βασικές αρχές της προπόνησης είναι η αρχή της περιοδικότητας.

Ο συστηματικός προγραμματικός σχεδιασμός της προπόνησης  έχει σαν βάση την αρχή της περιοδικότητας, που έχει ως στόχο την μεγιστοποίηση της αθλητικής φόρμας αλλά και την διατήρησή της σε υψηλό επίπεδο.

Την δεκαετία του 1960 ο ρώσος φυσιολόγος και προπονητής Mateyew καθόρισε μια ακολουθία περιόδων, όπου δίνει την δυνατότητα στον προπονητή να κατευθύνει  το πρόγραμμα προπόνησης με συστηματικό τρόπο έτσι ώστε να υλοποιηθούν οι στόχοι του αρχικού σχεδιασμού. Τα χρονικά αυτά διαστήματα ονομάζονται κύκλοι ή στάδια ή περίοδοι.

Η θεωρία αυτή βασίζεται στην δυνατότητα προσαρμογής του οργανισμού κάθε φορά που δέχεται επιβάρυνση , με αποτέλεσμα την μύωση των αποθεμάτων του μυϊκού γλυκογόνου της φωσφορική κρεατίνη και άλλων σωματικών υλικών. Ο οργανισμός στην προσπάθειά του να ανάρρωση (υπεραναπλήρωση) απαιτεί χρόνο για να είναι προετοιμασμένος να ανταπεξέλθει για μία νέα επιβάρυνση .

Έτσι για την καλύτερη προετοιμασία και βελτίωση της αγωνιστικής απόδοσης των αθλητών είναι αναγκαίο να προγραμματίζονται κύκλοι προπόνησης με συγκεκριμένους  στόχους.

Όταν ολοκληρώνονται οι κύκλοι αυτοί τότε προγραμματίζονται άλλοι κύκλοι με διαφορετικούς στόχους.

Για την καλύτερη λειτουργία της προπονητικής διαδικασίας οι κύκλοι αυτοί παίρνουν μία ονομασία, για τον λόγο αυτό τους διακρίνουμε σε Μακρόκυκλους που έχουν διάρκεια από 1-2 χρόνια και αυτή η περίοδος διακρίνεται σε μικρότερους περιόδους που είναι η προαγωνιστική περίοδος –αγωνιστική περίοδος –και η μεταβατική περίοδος.

Οι μεσόκυκλοι που έχουν διάρκεια μερικές εβδομάδες ( συνήθως 4).Οι μικρόκυκλοι που έχουν διάρκεια μιας εβδομάδας και η προπονητική μονάδα, που υλοποιούνται οι πιο πάνω κύκλοι του ετήσιου σχεδιασμού .

Το κλειδί για την επιτυχία σε όλη αυτή προπονητική διαδικασία για είναι η τοποθέτηση στόχων σε κάθε περίοδο-κύκλο, στόχοι  που θα είναι εφικτοί-συγκεκριμένοι-μετρήσιμοι-σχετικοί και χρονικά καθορισμένοι.(s.m.a.r.t)

 

Πτυχιούχος: Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης

Τμήμα: Φυσικής Αγωγής και Αθλητισμού-ΤΕΦΑΑ

Ειδικότητα: ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΙΣΗ

Προπονητής: UEFA C' Αναπτυξιακών ηλικιών

Προπονητής: UEFA B' Νέας σχολής 2015

Προπονητής UEFA A' (σε εξέλιξη)

Του Παύλου-Σωκράτη Παυλίδη*

12 Ιανουαρίου 1945. Ημέρα αξέχαστη.

Από ημέρες διέρρευσε η πληροφορία μέσα εις τους κρατούμενους ότι θα μας εκτελέσουν όλους εις τα βουνά των Κρουσίων. Αλλοι πάλι έλεγαν θα μας αναλάβει ο Ο.Η.Ε. Από τα βαθιά μεσάνυχτα είχαν πιάσει Ελασίτες τα καίρια σημεία της Καπναποθήκης του Βογιατζή στο Κιλκίς, με πολυβόλα στο προαύλιο. Τα πολυβόλα φαίνονταν από τα παράθυρα. Οι κρατούμενοι έδειχναν την ανησυχία που μεταδίδονταν στον εσωτερικό χώρο από στόμα με στόμα. Πήρε να μας πνίγει η απελπισία. Ακούγονταν αποφάσεις μέσα από τους κρατούμενους. Αποφάσεις γενναίες.

Αργά και σταθερά, με χιόνι, πήρε να ξημερώνει. Χιόνιζε πάνω στο παχύ και παγωμένο χιόνι. Εξω ο βοριάς μούγκριζε. Οι στιγμές ήταν κρίσιμες. Μόνο εκείνος που πονά καταλαβαίνει. Οσο περνούσε η ώρα έφθασαν πρόσωπα υπεύθυνα, βήματα Χιτλερικά, νευρικά, πρόσωπα σκυθρωπά, συνεφιασμένα. Διασταυρώνονται μέσα στο προαύλιο της Καπναποθήκης προς τα μαγειρεία που είχαν. Φθάνουν ειδήσεις στην κύρια είσοδο της φυλακής και διοχετεύονται μέσα στους κρατούμενους. Ενας στρατοπεδάρχης ήταν όλον τον καιρό εκεί καπετάνιος... Ο ΠΟΖΟΣ (έτσι τον έλεγαν), με ένα βούρδουλα που είχαν οι ζωέμποροι (άντερο ζώου) και προχωρεί στο επάνω διαμέρισμα που είχε ανθρώπινες ψυχές, μέχρι τη σκάλα γεμάτο. Το αυτό συνέβη και στο μεσαίο διαμέρισμα που ήμουν κι εγώ, στην κύρια είσοδο της πόρτας που τα έβλεπα με τους συγχωριανούς μου. Ηταν το πνεύμα της οργής. Ακούμε να λέει με φωνή υψωμένη: Ολοι να πάτε πίσω και να δεθείτε ανά τετράδα. Κάτω από το δικό μας πάτωμα είχε το υπόγειο γεμάτο ανθρώπινες ψυχές, που ήταν τελείως θεοσκότεινο. Δεν υπήρχε ηλεκτρικό ρεύμα. Το επάνω, το τρίτο πάτωμα, όταν συγκεντρώθηκαν πίσω σε ένα μέρος δεν άντεξε το ξύλινο δοκάρι... σπάει, ακούσθηκε το ξερό σπάσιμο... φωνές φρίκης και βογγητά και ορμούν προς την πόρτα της εξόδου. Αμέσως έφθασε ένα μυδράλιο την είσοδο για να παρεμποδίσει τυχόν απόδραση και να χύνονται οι κρατούμενοι μέσα και έξω από το προαύλιο. Δεν έγινε αυτό. Μας έδεσαν με σχοινιά που δένανε οι παραγωγοί τα δέματα καπνού. Η ώρα περνά. Χιονίζει δαιμονισμένα, με αέρα και στροβιλίζει το χιόνι. Θεέ μου, βγαίνουμε από το χειρότερο και πάμε σε χειρότερο, σε άγνωστο μέρος.

Η πόλις Κιλκίς και ο κόσμος της, κλείσθηκε για μέρες ολάκερες στα σπίτια τους από την μεγάλη παγωνιά. Ο βοριάς λυσσομανούσε στα κλαδιά των δέντρων και στοίβαζε το χιόνι στους φράχτες τους πλεκτούς και στους τοίχους. Τα νερά στη βρύση πάγωσαν.

 Από νωρίς προμηθευτήκαμε, όλοι μας σχεδόν, ξυραφάκια, με αυτά που ξυρίζαμε το χλωμό πρόσωπο και το λεπτό τρίχωμα. Δέθηκα με το συγχωριανό μου Αλέκο Αλεξίου. Δεν είχαμε ρούχα κατάλληλα να θερμάνουμε το αδύνατο κορμί μας. Δεμένοι ανά τετράδες, βγαίνουμε έξω και προχωράμε. Πήραμε μια κατεύθυνση βόρεια του Κιλκίς. Αγνωστη κατεύθυνση για μένα. Δεξιά και αριστερά είχαμε οπλίτες του Ε.Λ.Α.Σ που μας φρουρούν. Πολλοί κρατούμενοι ήταν χωρίς παπούτσια. Οσοι είχαν, ήταν τρύπια και τα έσερναν πάνω στο χιόνι που έτριζε. Μέσα σε αυτή την θύελλα ήταν και μάνες ηλικιωμένες, από τα χωριά Ανατολή, Θεοδώριο και Παραπόταμος που γνωρίζω, Τσαλαίοι και Τσακούμηδες. Και σαν μην έφτανε αυτό, είχε ξεσπάσει βαρύς χειμώνας. Εζησα τον πιο κρύο χειμώνα της ζωής μου. Και πήραμε το δρόμο προς το... χαμό. Οσο η ημέρα προχωρούσε, τόσο η αγωνία μας μεγάλωνε. Δραματικές, αξέχαστες ώρες. Τα ρούχα σκούρα, μαύριζε η φάλαγγα στο λευκό χιόνι, μια ουρά που έσβηνε σε εμάς. Είχαν και οι κουμουνιστές πρόβλημα με το κρύο, αλλά ήταν ντυμένοι καλύτερα. Αργά, φτάσαμε στο χωριό Κεντρικό Κιλκίς, όπου μας σκόρπισαν σε διάφορα χωριά, Πετράδες, Αντιγόνια, Μαυροπλαγιά κ.ά. Μας έβαλαν σε αχυρώνες, στάβλους, σχολεία, εκκλησίες.

Την πρώτη μέρα της διαδρομής τα θύματα δεν ξεπερνούσαν τους 18 με 20 νεκρούς. Τα μάτια μας έβλεπαν πολλά. Τί μίσος ήταν Θεέ μου! Εφεραν έναν γέροντα παγωμένο με σαγιάκι ντυμένο, που άφριζε από το στόμα. Τον πέταξαν μέσα κατά γης, που πάλευε με τον παγωμένο θάνατο. Αργά το βράδυ κόπασε η χιονοθύελλα, σταμάτησε να πέφτει χιόνι από τον χαμηλωμένο ουρανό.

Την επόμενη, 13 Ιανουαρίου 1945, διετάχθη η συνέχεια της πορείας με βροχή. Σκαρφαλώσαμε το δημόσιο δρόμο που ενώνεται με τα χωριά Μαυροπλαγιά, Θεοδώριο, Ανατολή, Ροδόπολη. Η ελπίδα και η προσευχή δεν έλειπε από τα χείλη μας. Οποιος ξέρει την αλήθεια και την κρύβει, είναι εγκληματίας. Με θάρρος μπροστά στην αλήθεια. Σταμάτησε η χιονοθύελλα, έπαψε να μουγκρίζει ο βοριάς στα γυμνά στήθη μας. Βρέχει, όλο βρέχει και λιώνουν τα χιόνια και στις χαράδρες του βουνού έτρεχε με ορμή θολό νερό. Βρεγμένοι από την κορφή ως τα νύχια. Το άλογο που πιάνεται κάνει το αλώνι. Βάζαμε το κεφάλι κάτω και τραβάγαμε το δρόμο του Γολγοθά. Υστερα μας ήρθε το μεγάλο κακό Σκότωσαν ένα συγχωριανό μας, τον Συλιανό Ορφανίδη. Φθάνοντας επάνω στην κορφή ΠΕΑΖΛΙ, που σήμερα λέγεται Πανόραμα. Εκεί, κοντά στο μεγάλο πλατάνι, ο δρόμος αυτός βάφηκε με ανθρώπινο αίμα.

Την δεύτερη μέρα της πορείας μας, οι νεκροί έφθαναν τους 125 περίπου. Κρατούσαν χέρια-πόδια και άκουγες ένα Ε...ε, ε... όπ! και τον πετούσαν κάτω, δεξιά του δρόμου μέσα στο χιόνι. “Αϊλίντο είδαν τω μάτε μουν, και νο έξαντ’ οτία, εκείνα τα ημέρας σαν χιονισμένα, παγωμένα βουνά  ΤΙΠΕΑΖΛΙ-Μαυροπλαγιάς τα υψώματα, άμον αρνία έσπαζαν κι εσύρναν σα χαντάκια αήκα παλλήκαρε. Εκεί, ολόγερα του βουνού πουλία κεληδούνε με θλιβερόν λαλίαν. Εκεί Ελληνες έσφαξαν Ελληνες αήκα παλληκάρε”.

Ο δρόμος ήταν μακρύς. Δεν κατεβάσαμε μια μπουκιά ψωμί, νερό τις δυό μέρες. Τι κολασμένα χρόνια ήτανε. Φθάνοντας στο Θεοδώριο δεν μας αφήσανε να περάσουμε πάνω από την γέφυρα. Μας υποχρέωσαν να περάσουμε όλοι από το θολό, κρύο νερό. Ηταν το βάπτισμα του πυρός. Τί θέλουν να μας κάνουν και μας τραβολογούν; Κέρδισαν, ο λαός είναι μαζί τους.

Μετά από μια Οδύσσεια, ψυχικά κουρασμένοι, εξαντλημένοι, βρεγμένοι, παγωμένοι, πεινασμένοι, φθάσαμε στην Ροδόπολη.

 

Εύγε στο λαό Ροδόπολης και Κάτω Πορογίων

Μεγάλη η διαδρομή από Κιλκίς εις Ροδόπολη, 45 χιλμ. Ο κόσμος της Ροδόπολης μας κόντεψε, ήρθε κοντά μας. Τους ζητήσαμε ψωμί, ζητήσαμε την βοήθειά τους. Λίγο ψωμί. Η Ροδόπολη ήταν στο πόδι. Τρέξανε μέσα στο σούρουπο που πήρε ο ήλιος να δύσει. Εφεραν το στέρημά τους, την μπομπότα (αραβόσιτο) και άκουγες: “πάρε... δώσε και στον άλλον”. Εφεραν το στέρημά τους και την αγάπη τους με την μπομπότα. Ολοι με ένα στόμα, με μια φωνή, “πάρε... πάρε, δώσε και τον άλλον”. Εδιναν από το στέρημά τους λίγο ψωμί. Πεινούσαν και οι φύλακες του Ε.Λ.Α.Σ. Οι οπλίτες δεν τους άφηναν να κοντέψουν.

Η διαδρομή δεν ήταν μεγάλη από Ροδόπολη στα Κάτω Πορόγια. Δεν γνωρίζω αν από τους κρατούμενους έμειναν στην Ροδόπολη. Εμείς τραβήξαμε τον ανηφορικό δρόμο για τα Κάτω Πορόγια. Εκεί μας επεφυλάχθη μεγάλη πρόνοια από τους Πορογιώτες! Εύγε τους!! Ετυχε να μας βάλουν στο δημοτικό σχολείο, στο επάνω πάτωμα. Σπάνανε θρανία οι κρατούμενοι και άναβαν φωτιά πάνω στο πάτωμα. Με προσοχή μετακόμιζαν την φωτιά, πριν πάρει φωτιά το πάτωμα. Μέχρι αργά το βράδυ οι κάτοικοι μας έδιναν τροφή, ζεστό λάχανο με ζουμί. Εφερναν και στους φρουρούς τροφή. Εύγε στην Ροδόπολη και στα Κάτω Πορόγια. Θυμάμαι τη σκηνή και συγκινούμε. Τα σκεύη έμειναν σε εμάς, δεν πρόλαβαν να έρθουν να τα πάρουν. Τα πήραμε μαζί μας, σε άγνωση κατεύθυνση.

Ενωρίς, πολύ πρωί, πριν λαλήσει ο πετεινός, φεύγουμε δεμένοι για την Ροδόπολη-πίσω. Χιόνια πολλά, που έλιωναν. Στο σταθμό Ροδόπολης μας περίμενε ατμομηχανή με Βούλγαρους οδηγούς και βαγόνια επίκουρα. Ανοιξαν τα βαγόνια και μας φόρτωσαν όλους. Ημασταν δώδεκα συγχωριανοί Ροδωνίτες κρατούμενοι. Ο Κοσμάς Γραμματικόπουλος, το επάγγελμα μηχανικός από την Ροδόπολη, έπαιρνε ψωμί και μας έδινε. Λαφρύ το χώμα που τον σκεπάζει. Μας γνώριζε, τον είχαμε πρόσφυγα στο χωριό, όταν η Ροδόπολη ήταν υπό κατοχή Βουλγάρων.

Αμπαρώνουν τα βαγόνια. Κάποια στιγμή σφυρίζει το τρένο. Μας μπήκαν ψύλλοι στ’ αυτιά... που μας πάνε άραγε; Ορθιοι όλοι στο βαγόνι, ο καθένας έλεγε το δικό του. Θα μας κάνουν σαπούνι στη Βουλγαρία. Αλλος έλεγε, θα μας πάνε στην Ρωσία. Πολλά ελέγοντο σε όλην την διαδρομή. Διασταυρώνονταν μικρές και μεγάλες γνώμες.

Κάποια στιγμή το τρένο φρέναρε στην γέφυρα του Στρυμόνα. Από τις χαραμάδες του βαγονιού βλέπουμε πως είμαστε πάνω στον ποταμό Στρυμόνα. Το νερό του Στρυμόνα ήταν θολό και ορμητικό. Εκεί, αριστερά από την γέφυρα, είναι λιβάδι αρκετά μεγάλο. Εκεί ήταν ένα τραπέζι πτυσσόμενο και 5-6 άτομα με χακί, διαπραγματεύονταν την τύχη μας. Χειρονομούσαν νευρικά. Εκεί εκρίνετο η ζωή όλων μας. Ο ήλιος περνά από πάνω μας και θλίβεται. Είδαμε, και τι δεν είδαμε. Με φαντάζεστε εμένα τότε, δέκα οχτώ χρονών παιδί; Ο θάνατος εκεί πάνω στον Στρυμόνα ήταν αληθινός. Ο λαός τότε έχασε τον Θεό του. Μανία να σκοτώνουν ανθρώπους. Ορθιοι στηρίζονταν ο ένας πάνω στον άλλον. Την τρίτη ημέρα ο καιρός άλλαξε, χειροτέρεψε στη περιοχή του Στρυμόνα. Ο αέρας ήταν παγωμένος, έμπαινε ως το κόκαλο. Βγήκε ένα διαφορετικός αέρας, έβγαινε μέσα από την φούρκα, το στενό του Στρυμόνα, ψυχρός και ανελέητος. Μείναμε στην γέφυρα απάνω, περισσότερο από δυο ώρες. Ο χάρος μ’ έκανε χειραψία στον Στρυμόνα.

 

Αχ! Αυτός ο πόλεμος κατά των ανθρώπων

Εβλεπα σαν έφηβος τους συγκρατούμενους, κοκαλιασμένους από το κρύο και τα μάτια θολά, όπως και τα δικά μου. Τον ουρανό δεν τον βλέπαμε, πρέπει να ήταν γκρίζος, με το μουγκρητό του βοριά που έβγαινε ανάμεσα από δύο ψηλά βουνά, στη μέση το ορμητικό και θολό νερό του Στρυμόνα που πηγάζει από τα βουνά της Βουλγαρίας. Πεινούσαμε πολύ. Δεν γνωρίζω αν σε άλλα βαγόνια ήταν νεκροί από την πείνα και το πολύ κρύο. Η θερμοκρασία ήταν ίδια, το αίμα δεν κυλούσε στις φλέβες όλων. Μπορεί να είχε τελειώσει ο πόλεμος, αλλά με τους μισοπεθαμένους αιχμαλώτους άοπλους, δεν τελείωσε. Μας τραβολογούν από το κέντρο της Μακεδονίας στα σύνορα της Βουλγαρίας. Κατάλαβα πως θα πεθάνουμε. Ω Θεέ μου, σε παρακαλώ, σε παρακαλώ Θεέ μου, μην αφήσεις να πεθάνουμε έτσι. Ημασταν χλωμοί σαν το απαλό λουλούδι. Ηταν το μόνο πράγμα που μπορούσα, να προσευχηθώ, με σώμα και χείλη παγωμένα, σχεδόν νεκρά. Ηρθε στιγμή που δεν μιλούσαμε, κοιταζόμασταν στα μάτια χωρίς μιλιά. Από το πολύ κρύο, έτρεμε όλο το κορμί. Εκεί πάνω στη γέφυρα (του Στρυμώνα) περιμέναμε το τέλος όλων μας, από στιγμή σε στιγμή. Προς τί το μίσος και ο αλληλοσπαραγμός;

Κάποια στιγμή, χάθηκαν από το λιβάδι οι αποφασίζοντες. Δε μας πολυβόλησαν μέσα στα βαγόνια και μετά να μας ρίξουν στο ορμητικό θολό νερό. Το τρένο, χωρίς να δώσει κανένα σήμα εκκίνησης, φεύγει και φθάνουμε στο σταθμό Σιδηρόκαστρο, στην πόλη. Ξεκλειδώνουν τα βαγόνια. Κατεβαίνουμε με πολύ δυσκολία, είμαστε δεμένοι. Ο σταθμός δεν έχει ράμπα να κατεβαίνουμε ελεύθερα. Ηταν πολύ ψηλά η σκάλα (θυμάμαι), το βαγόνι με το έδαφος κατηφορικό και τρίτο, είχαμε κοκαλώσει από το πολύ το κρύο. Τα χέρια μας σαν μαγνήτης, κολλούσαν πάνω στο σίδερο που κρατούσαμε την ώρα που κατεβαίναμε από το βαγόνι.

Κατηγορώ τα χρόνια εκείνα. Θεέ μου, συγχώρεσε  την ψυχή τους.

Μπαίνουμε σε ζώνη φρουράς, σε δύο ζώνες ανάμεσα, δεξιά και αριστερά. Ο κόσμος του Σιδηροκάστρου αψήφησε το κρύο, χύθηκε στους δρόμους. (Ρωτούσαν τι άνθρωποι είμαστε). Απαντούσαν πως είμαστε Βούλγαροι πολίτες. Αυτό λέγανε επειδή είδαν πως η Ροδόπολη και τα Κάτω Πορόγια μας φέρθηκαν ανθρωπινά. Και ακόμη, οι Βούλγαροι το Σιδηρόκαστρο το είχαν κατοχή και υπόφερε ο κόσμος του. Για να μας μισούν. Ο δρόμος είχε σκουραίνει από την φάλαγγα, δεμένοι περίπου 1800 ανθρώπινες ψυχές και να μας κατευθύνουν, πού; Μας πήγαν σε ένα σίγουρο θάνατο.

Κάποια στιγμή φθάσαμε σε πύλη στρατοπέδου. Μπαίνοντας από την πύλη του στρατοπέδου, δεξιά και αριστερά, αν θυμούμαι καλά, είχε δέντρα κυπαρίσσια στην αράδα, λαμπάδα. Το οδόστρωμα μαρμαρόπλακα ως το κτίριο. Δίπλα από το οδόστρωμα στημένοι συμμορίτες ελασίτες αντάρτες, παρακολουθούσαν το πέρασμά μας κρατώντας ρόπαλα του στρατοπέδου (από φτυάρια και κασμάδες) και απειλητικά κτυπούσαν, βρίζοντας τα θεία.

Εμαθα πως ο πατέρας είναι λίγο πίσω από μένα. Μπαίνοντας μέσα στο κτίριο, απελευθερώθηκα από τον συγχωριανό μου Αλέκο Αλεξίου. Περιμένω να βρω τον πατέρα μου που είχα να τον δω από τις 5 Νοεμβρίου 1944, έξω από τη Θεσσαλονίκη. Ολοι προχωρούσαν σιωπηλοί και ο καθένας ήταν βυθισμένος στις σκέψεις του. Τι συγκίνηση εκείνη αισθάνομαι και τώρα που αραδιάζω αυτές τις γραμμές. Πέρασαν τόσα χρόνια και θα την αισθάνομαι κάθε φορά που θα φέρνω μπροστά μου εκείνη την εικόνα, δεμένος 18 χρονών παιδί. Μόλις ανταμωθήκαμε, ο πατέρας μου με αγκάλιασε και μου είπε “εγώ σε είχα χαμένο”. Τα πρόσωπά μας αντάμωσαν, μάτια με μάτια, με κοίταξε βαθιά και σιωπηλά, τον κοίταξα, στεκόταν μπροστά μου. Με πήγε μέσα, στα δυό του χέρια με έσφιξε... με φιλούσε... δάκρυζε... έκλαιγε· 42 χρόνων ήταν.

Η χαρά μας τώρα ήταν απερίγραπτη, επιτέλους φθάσαμε στο στρατόπεδο Σιδηροκάστρου, η μικρή χαρά ήταν ζωγραφισμένη στα πρόσωπα όλων μας. Τους νεκρούς τους αφήσαμε στα χιόνια, ασκέπαστους. Να πως τραγουδούσε η μούσα το θλιβερό αυτό θανατικό την εποχή εκείνη: “Τριύλ-τριύλ ορμία-δεβάτε και τερεστ’ατα, απές κοίνταν δέκα οκτάχρονα παιδία”. Πάντα είχαμε τον θάνατο δίπλα μας. Καταραμένη εποχή. Ετυχε να είμαστε εμείς, αν δε ήμασταν εμείς θα ήταν κάποιοι άλλοι. Η γραφή μου είναι μια ζωντανή περιπέτεια, στα μικρά παιδικά μου χρόνια. Είδαμε τρομερούς ανθρώπους.

Αγκαλιά, χέρι με χέρι, πήραμε σκάλες, ανεβήκαμε τέρμα επάνω. Χώριζε ένα στενό χωλ δύο δωμάτια, μια κολόνα από καδρόνι στη μέση του χωλ, που κρατούσε την σκεπή. Μπήκαμε σε ένα δωμάτιο (ας γινόταν Θεέ μου δωμάτιο) τσιμέντο κάτω, με ένα παράθυρο φεγγίτη από την πόρτα, που άνοιγε επάνω μας. Δεν είχαμε τίποτα εκτός από αυτά που φορούσαμε, ένα σαγανάκι που το είχε πάρει ο πατέρα από τα Κάτω Πορόγια, που του έμεινε όταν φύγαμε πολύ πρωί.

Παναγιά μου Δέσποινα, θα πεθάνουμε από ασφυξία. Είμαστε ο ένας πάνω στον άλλον. Κοιμόμαστε όλοι πάνω στην τσιμεντένια πλάκα. Μετά την παραμονή μας, δέκα ημέρες, όλοι οι κρατούμενοι, άλλος λίγο, άλλος πολύ, βρισκόμασταν στο χείλος του θανάτου. Είχαμε πάθει φούσκωμα, τυμπανισμό κοιλίας και αποπατούσαμε αίμα. Μας άφησαν να βγούμε έξω για λίγο στο πάρκο του στρατοπέδου, πρωί και απόγευμα. Τα γόνατά μας και γενικά οι κλειδώσεις δεν ανοιγόκλειναν, ήταν πιασμένα από την ακινησία. Χλωμοί στο σώμα και τα μάγουλα φουσκωμένα. Κατεβαίναμε τις εσωτερικές σκάλες, σερνόμασταν στο κώλο από σκάλα σε σκάλα, κρατώντας το κάγκελο. Δεν είχαν την δύναμη τα γόνατα να κρατήσουν το σώμα και λύγιζε προς τα κάτω. Τις πρώτες ημέρες μας έδιναν μια γροθιά  ψωμί την ημέρα από αραβόσιτο (μπομπότα), που είχε μέσα στη ζύμη καλαμπόκι ολόκληρο, κριθάρι, άχυρο, για να μην σκάσει η ζύμη. Στο διάστημα αυτό έρχονταν αεροπλάνα, πότε ένα και πότε δύο, γύριζαν πάνω από το στρατόπεδο και την πόλη και έφευγαν. Εντόπισαν που βρισκόμασταν. Οι Αγγλοι από Θεσσαλονίκη έστελναν αεροπλάνα μονοκινητήρια, πότε μονοπλάνο και πότε διπλάνο. Παίρναμε θάρρος και κουράγιο. Είχαμε ψείρα πολύ. Η νύχτα ήταν ανυπόφορη. Οι μεγάλοι κάπνιζαν το στριφτό και μιλούσαν πολύ, Βαβυλωνία. Το σπίρτο δεν άναβε στο θάλαμο (δεν είχε οξυγόνο). Τελευταία μας έδιναν φακή με μαμούδια πεθαμένα.

Μετά από όλα αυτά τα τραγικά γεγονότα που γράφω, την υγεία μας πήραν να την προσέχουν. Είδαν πως σε λίγες ημέρας θα ήμασταν ζωντανοί-νεκροί. Βράζουν κόκκαλα μεγάλου ζώου, σούπα με πριούλι, να μαλακώσει το στομάχι και να κυκλοφορεί κάτι στο έντερο.

Ολο το διάστημα που ήμασταν στο Σιδηρόκαστρο, είχαμε χιόνια που δεν έλιωναν. Φυσούσε άλλος αέρας δαιμονισμένος και κοκάλωνε το χιόνι. Το σαγανάκι που είχαμε με τον πατέρα το βράδυ το είχαμε ουροδοχείο και την ημέρα για όλες τις χρήσεις. Βάζαμε χιόνι στο σαγανάκι, έλιωνε και πεινάμε νερό.

 

Ενα περιστατικό στη φυλακή Σιδηροκάστρου το 1945

Ηταν μεσημέρι. Το καζάνι με τα βρασμένα κόκαλα μεγάλου ζώου και με πριούλι ζουμερό (σούπα), έφθασε στο στενό χολ. Μας είπαν και μπήκαμε στη γραμμή, κρατούσαμε διάφορα κονσερβοκούτια που έδωσαν στον καθένα.

Πολλοί είχαν πάρει από τα Κάτω Πορόγια, όταν οι Πορογιώτες μας έφεραν σούπα μαύρο λάχανο. Εμειναν τα διάφορα σκεύη σε μας, γιατί φύγαμε την επόμενη μέρα πολύ πρωί στη Ροδόπολη για άγνωστη κατεύθυνση με τρένο. Μας μαγείρεψαν ζουμί από κόκαλο και πριούλι, γιατί είδαν τη σοβαρή κατάσταση που βρισκόμασταν με τυμπανισμό της κοιλιάς και αποπατούσαμε αίμα. Οταν πηρα το φαγητό πεινούσα και πριν πάω στον πατέρα μου το έφαγα και ξαναμπήκα στη γραμμή για να πάρω φαγητό.

Ηταν μια νεαρή κοπέλα ανταρτίνα που μοίραζε το φαγητό, ντυμένη στο χακί με άρβυλα, μπουφάν, παντελόνι και δίκωχο. Πήρα για δεύτερη φορά, το έφαγα αμέσως γιατί δεν είχε ούτε κρέας, ούτε κόκαλο, σκέτο ζουμί. Με προσοχή μπαίνω για τρίτη φορά να πάρω, αυτή τη φορά για τον πατέρα μου, που δεν είχε τη δύναμη να είναι στο πόδι και με περίμενε να του πάω φαγητό. Η κοπέλα όμως γνώρισε το σαγανάκι που ήταν λερωμένο από το λίπος που πάγωσε γύρω. Οπως ήταν γυρτή και έδινε φαγητό, σηκώνεται και με χτυπά, όχι δυνατά, στο μέτωπο με την κουτάλα και μου γέμισε το πρόσωπο με πριούλι και ζουμί με λίπος. Δεν κουνήθηκα από τη θέση μου, την κοιτούσα παραπονιάρικα, δεν έχασα το θάρρος μου, με πρόσεχε, με τα χέρια μου προσπαθούσα να καθαρίσω το πρόσωπό μου και έγλειφα τα δάχτυπα. Ολα αυτά έγιναν σε δευτερόλεπτα. Οι συγκρατούμε με πρόσεχαν χωρίς να απαντήσουν ή να λένε κάτι. Ολη αυτή την εικόνα την πρόσεχε η κοπέλα χωρίς να πει λέξη. Φεύγω από το καζάνι χωρίς φαγητό για τον πατέρα, με άδειο σαγανάκι έφθασα πίσω από την πόρτα στον πατέρα. Κατάλαβε που ήμουν ταραγμένος.

“Τί έκανες πάλι παιδί μου;” είπε. Η ανταρτίνα με πρόσεχε, που πάω. Αφησε τη διανομή και έφθασε πίσω από τον άτακτο νέο, κοντά στην πόρτα με τον πατέρα του. Ρωτά “ο πατέρας σου είναι”. Της λέω “ναι!” “Ελα να σου δώσω φαγητό για τον πατέρα σου” είπε και έφυγε και συνέχισε τη διανομή.

Οταν ήρθε η σειρά μου, μου έδωσε το φαγητό. “Πήγαινε το φαγητό στον πατέρα μου και έλα εδώ”, είπε. Το είπα στον πατέρα μου και στενοχωρέθηκε. Μετά το τέλος της διανομής του συσσιτίου την πλησίασα. Κρυφοέτρεμα σαν την επιφάνεια του νερού στη ριπή του ανέμου. “Μην ανησυχείς” μου λέει.

Με ρώτησε αν καπνίζω. Της είπα πως καπνίζω λίγο. Αρχισε να μου λέει πολλά και διάφορα, πως όλοι θα βγούμε σε λίγες μέρες και θα πάμε στα σπίτια μας.

Δεν απάντησα σε ό,τι μου είπε. Πήγα στον πατέρα μου και είπα όσα άκουσα. Ο πατέρας ήταν ανήσυχος. Μετά μια ώρα περίπου, η κοπέλα φωνάζει το όνομά μου. “Εσένα φωνάζουν” λέει ο πατέρας μου στεναχωρημένος. Πήγα στο χολ όπου συνάντησα την ανταρτίνα. Είχε ένα ελαφρό χαμόγελο, μου έδωσε ένα ψωμί, τσιγάρα (περίπου εικοσιπέντε) με τυπωμένα πάνω τους κόκκινα γράμματα ΚΚΕ και κάτω το σφυροδρέπανο. Πήγα στον πατέρα, έδωσα ό,τι πήρα από την ανταρτίνα. Ο πατέρας συνήλθε, γέλασε το πρόσωπό του. Ολο εκείνο το διάστημα που ήμασταν στο στρατόπεδο του Σιδηροκάστρου, δεν την ξαναείδα την κοπέλα.

Τις ημέρες εκείνες έρχονταν αεροπλάνα, μονοπλάνα και διπλάνα, πότε ένα και πότε δύο και πετούσαν πάνω από το στρατιωτικό κτίριο που ήμασταν κρατούμενοι. Μετά από όλα αυτά που συνέβησαν, ο πατέρας μου βλέπει όνειρο και μου το εξηγεί: “Παιδί μου, λέει, το όνειρο που είδα απόψε σημαίνει πως γρήγορα θα φύγουμε από εδώ μέσα”.

Καλή της ώρας της ανταρτίνας, όπου κι αν βρίσκεται.

 

Επιστροφή από τις φυλακές του Σιδηρόκαστρου στο χωριό Ροδώνα

Κοντά στο δεκαήμερο του Φεβρουαρίου 1945, μέσα στο στρατιωτικό κτίριο που ήμασταν φυλακισμένοι, υπήρχε κάτω από εμάς, ένα μικρό γραφείο. Εκεί φέρανε τα δύο αδέλφια Μετεντζίδη, από το χωριό Κορωνούδα (Αρπουρ) Ν. Κιλκίς.

Ακούγαμε άγριες φωνές, του σκοτωμού, από το ξύλο. Η φωνή ακουγόταν άγρια στον αέρα. Οσο περνούσε η ώρα, η φωνή έσβηνε. Ηταν μεσάνυχτα και κάτι... Ηταν πια νεκροί.

Στις 12 Φεβρουαρίου 1945 έγινε η συμφωνία της Βάρκιζας.

Στις 13 Φεβουαρίου 1945 η νηστεία έφτασε στο τέλος.

Εδωσαν άδεια στις ηρωίδες μάνες, να μας φέρουν τροφή. Ενα βοϊδόκαρο ξεκίνησε από το χωριό Ροδώνα, φορτωμένο με διάφορα σπιτικά αγαθά. Εφτασαν όπου ήμασταν κρατούμενοι, στο στρατιωτικό κτίριο Σιδηροκάστρου (είχαν γίνει φυλακές). Ονομαστικώς μας καλούσαν και παίρναμε το δέμα. Στις 13 Φεβρουαρίου 1945 άρχισαν να μας αποφυλακίζουν. Πολλούς από μας, τους οδήγησαν σε άλλο θάλαμο. Από το βράδυ μας έδωσαν το ατομικό φύλλον πορείας. Ηρθε ένας στο θάλαμο που μέναμε εκείνο το βράδυ, έκανε μια σύντομη ομιλία. Απ΄ ότι θυμάμαι τα τελευταία του λόγια ήταν: να μας συγχωρείτε σε ότι φταίξαμε.

Στις 14 Φεβρουαρίου 1945, από νωρίς, χαράματα, φεύγουμε πεζοί. Φτάνουμε στο ποτάμι του Στρυμώνα. Βαδίζουμε πάνω από τις ράγες του τραίνου. Και τι δεν είπαμε, και τι δεν λάβαμε την ώρα εκείνη.

“Ηταν το μαύρο μαρτύριο 1800 περίπου, αμπαρωμένοι οι μελλοθάνατοι σε βαγόνια επίκουρα των Βουλγάρων και με οδηγούς” (αναφέρω σε άλλες σελίδες). Το βράδυ φτάσαμε στο χωριό Μανδράκι Ν. Σερρών, όπου μείναμε σε γνωστό μας, τον Κώστα Παπαδόπουλο.

Ας αναφέρω τα ονόματα των αποφυλακισθέντων. Ηταν: 1. Παύλος-Σωκράτης Παυλίδης, 2. Νικόλαος Π. Παυλίδης, 3. Γεώργιος Χ. Παπαδόπουλος, 4. Αθανάσιος Γ. Παπαδόπουλος, 5. Παντελής Γ. Παπαδόπουλος, 6. Θεμιστοκλής Ν. Κυριακίδης, 7. Σάββας Σ. Ορφανίδης, 8. Αλέκος Οχ. Μουκουρτιτζιάν (Αλεξίου), 9. Γεώργιος Στ. Παπαδόπουλος, 10. Θεοχάρης Ευθυμιάδης, 11. Χαράλαμπος Θ. Ευθυμιάδης, 12. Γεώργιος Στυλ. Ορφανίδης.

Στο Πανόραμα (ΠΕΑΖΛΙ), χωριό Μαυροπλαγιά Ν. Κιλκίς, νεκρός Στυλιανός Ορφανίδης, μεγάλης ηλικίας. Η επόμενη μέρα ήταν Πέμπτη 15 Φεβρουαρίου 1945.

Φεύγουμε από το χωριό Μανδράκι. Εκανε κρύο, αλλά ο ήλιος έλαμπε εκτυφλωτικά από το πρωί. Είχαμε αρκετά χιλιόμετρα για να φτάσουμε στον προορισμό μας. Βάλαμε τα δυνατά μας, ήμασταν χλωμοί από την κλεισούρα, το καθισιό και το κακό φαγητό.

Η περιοχή που βαδίζαμε ήταν γνωστή σε όλους μας. Βαδίζαμε εξαντλημένοι με ήλιο και κρύο. Ηταν ακόμη χειμώνας, έκανε έξω κρύο, δεν είχαμε κατάλληλα ρούχα να ζεστάνουν το αδύνατο κορμί. Παπούτσια δεν θυμάμαι να φορούσαμε. Οσοι φορούσαν ήταν τρύπια και τα έσερναν σαν παντόφλες.

Ο ήλιος σκαρφάλωνε στον καθαρό ουρανό, στέλνοντας τις ζεστές αχτίδες του να χαϊδεύουν τα γύρω βουνά μας.

Αργά το βράδυ φτάσαμε στο βουνό Γουλέ-τεπέ (γυμνή κορυφή), όπως το λέγαμε. Από εκεί πήραμε το δρόμο που διασχίζει το βουνό και φτάσαμε όλοι, και οι δώδεκα άνδρες από την πλευρά τα Θρακιώτικα.

Νύχτωσε για τα καλά όταν μπήκαμε στο χωριό Ροδώνα. Μεγάλη ησυχία, ούτε κοκόρου λαλιά. Θαρρείς δεν υπήρχαν ανθρώπινες ψυχές Ενα χωριό από ζωντανό, έγινε βουνό καταποντισμένο. Χωρίσαμε και ο καθένας πήρε το δικό του δρόμο για το σπίτι του. Μαζί με τον πατέρα μου πηγαίνουμε στο σπίτι μας.

Φτάνοντας στην αυλή μας, συναντήσαμε τη γιαγιά μου Μάρθα Κ. Αναστασιάδου. Με αγκάλιασε, με φιλούσε κλαίγοντας... έλεγε “που είναι το παιδί μου, ο Χαράλαμπος!” Δεν ήξερα τίποτα για τον θείο μου, από την ώρα που χωρίσαμε στην άνιση μάχη του Μπέλλες. Χωρίσαμε 9 Νοεμβρίου 1944· δεν το είδα ξανά. Η μάνα μου και τα τέσσερα μικρά αδέλφια  μου, ακούγοντας τις φωνές, έτρεξαν να μας συναντήσουν. Το σκυλί της αυλής μας μυρίζει και όλο γύρω-γύρω από εμάς πηδά χαρούμενα, με συχνά γαυγίσματα. Ανεβαίνοντας τις σκάλες, είπα στην Μάνα μου (λαφρύ το χώμα που την σκεπάζει). “Μάνα! Μην προχωράμε μέσα στο σπίτι. Βάλε το καζάνι να ζεστάνεις νερό, έχουμε πολύ ψείρα”.

Μετά το λούσιμο, καθίσαμε όλοι γύρω από το τζάκι να ζεσταθούμε, όπως και πρώτα. Η φωτιά λαμπάδιαζε. Ζεσταίνοντάς μας, φωτιζόταν το σκοτεινό καθισιό μας. Η φωνή της Μάνας μου έτρεμε και με δυσκολία συγκρατούσε τα δάκρυά της, καθώς μα έλεγε την ομηρία. “Οχτώ γυναίκες και ένα άνδρα 68 χρονών, μας έβαλαν όλους στο σχολείο να μας κάψουν. Βράδιασε, πήραν άλλη απόφαση, μας έβαλαν επάνω στο κάρο δεμένους και νύχτα μας πηγαίνουν από χωριό σε χωριό. Φτάσαμε στο χωριό Αμάραντα μεσάνυχτα, χειμώνας.

Οι μελλοθάνατοι, χειμώνας Δεκέμβριος 1944

Γειτόνισσες ήταν: 1. Καλλιόπη Ν. Παυλίδου, 2. Ταμάρα Γ. Παπαδοπούλου, 3. Ελένη Ι. Παπαδοπούλου, 4. Σοφία Θ. Παπαδοπούλου, 5. Παρθένα Ι. Παπαδοπούλου, 6. Περιστέρα Γερ. Παπαδοπούλου, 7. Ελπίδα Ι. Παπαδοπούλου (του Μουχτάρ), 8. Κυριακή Χ. Αναστασιάδου με το εξάμηνο παιδί της, τον Ιωάννη, αγκαλιά, 9. ένας άνδρας 68 χρονών.

Εφτασε στ’ αυτιά του παπά-Στέφανου, ιερέα Αμαράντων, ότι έφεραν οι αντάρτες του Ε.Λ.Α.Σ. οχτώ γυναίκες και έναν άνδρα. Ετρεξε να δει από κοντά αν είναι γεγονός.

Συνάντησε το κάρο, δεμένες οι μάνες, ανήμπορες να αντιδράσουν, ακούγονταν φωνές, κλάματα, μέσα στο μαύρο σκοτάδι του χειμώνα. Ο παπά-Στέφανος, όταν είδε τις γυναίκες δεμένες πάνω στο κάρο, ύψωσε τα χέρια στον ουρανό και είπε: “Σκοτώστε εμένα, αφήστε τις γυναίκες”.

Ο άνδρας 68 χρονών, Τριαντάφυλλος Παπαδόπουλος, από το χωριό Πλατανάκια Ν. Σερρών, που ήταν πρόσφυγας στο χωριό Ροδώνα λόγω κατοχής από τους Βούλγαρους το 1942, εκεί, στο σφαγείο των Αμαράντων με τις πολλές χαράδρες, άφησε την τελευταία του πνοή.

Εκείνο το βράδυ η μάνα μου έλεγε: “σκότωσαν τα παιδιά της Ροδώνας εκεί στα χωριά Καβαλάρης, Λιθωτό, στους πρόποδες του Μπέλλες”.

Ελεγε ακόμη: “πήραν όλη την τροφή, άδειασαν το αμπάρι και μας άφησαν πέντε τενεκέδες σιτάρι. Πήραν από το μαντρί δεκατρία πρόβατα, μια αγελάδα, την αραπίνα και το γουρούνι το έσφαξαν μέσα στην αυλή”.

Ελεγε για ομαδικές εκτελέσεις των γύρω χωριών, που  μαθεύτηκαν.

Μετά τη συμφωνία της Βάρκιζας, που έγινε 12 Φεβρουαρίου 1945, τα πράγματα πήραν τα πάνω-κάτω (φορολογούσαν). Επαιρναν από τα χωριά σιτάρι, καλαμπόκι, δημητριακά, ότι σε φαγώσιμο, από τους μπακάληδες του Λεκανοπεδίου των Μουριών, άφηναν κάτι λιγοστά, τα φόρτωναν σε κάρα και τα προωθούσαν από το χωριό Καβαλάρης, που συνορεύει με το Νικολίτς της Σερβίας, Λίμνη Δοϊράνη στα Σκόπια, για να έχουν να τρώνε και να πολεμούν τον Ελληνικό λαό. Φορολογούσαν από τα όλα τα χωριά και την πόλη του Κιλκίς, δεν άφησαν καταστήματα, τα γύμνωσαν όλα, τα προωθούσαν στους συμμάχους τους, τους Σλαβομακεδόνες του Τίτο.

Η γιαγιά μου ήταν απαρηγόρητη, σκότωσαν το παιδί της 28 χρονών (είχε τρία παιδιά). Είχαν καταθέσει εις βάρος του για να γίνουν αρεστοί στο κόμμα. Η μάνα μου έκλαιγε, έλεγε τις δικές της περιπέτειες. Είχαμε συγχωριανούς, όπως ο παπα-Γιάννης Ηλιάδης, που έδειξαν τον καλό τους εαυτό. Πολλοί λίγα είχαν φτάσει στα άκρα. Αλλά και αυτοί πολύ γρήγορα μετάνιωσαν. Είπα την μάνα μου “ΜΑΝΑ, φέρε να φάμε ό,τι έχεις, ό,τι υπάρχει...”. “Βοήθησέ με παιδί μου, να στρώσω το τραπέζι”. Ανοίξαμε μαζί τα φύλλα του παλιού τραπεζίου κι έστρωσε ένα σκούρο γαλάζιο λινό τραπεζομάντιλο, έφερε τα κουτάλια και στρωθήκαμε όλοι, οκτώ άτομα, και τρώγαμε από ένα σκεύος. Τα κουτάλια αδελφώνονταν, φιλιόνταν μέσα στο σκεύος παίρνοντας το φαγητό. Ο πατέρας, με δάκρυα στα μάτια, έδωσε κουράγιο στη γιαγιά, στην μάνα μου, στα παιδιά του. Ομως ο χαμός τόσων αθώων ανθρώπων δεν γιατρεύεται.

Η ζωή αλλάζει από εδώ και πέρα, φίλε άγνωστε αναγνώστη. Καινούργια χαρά, καινούργια φτερά, καινούργιο ξεκίνημα. Ο πόλεμος τελείωσε, οι κατακτητές Γερμανοί, Βούλγαροι και Ιταλοί, νικημένοι από τις Μεγάλες Δυνάμεις, έφυγαν από την πατρίδα μας. “Τώρα που τελείωσε ο πόλεμος θα χορτάσουμε ύπνο”, έλεγε ο πατέρας. Σε κάποια ανάπαυλα, κάτω από τον ίσκιο του δέντρου, λέγαμε αυτά που περάσαμε με τον πατέρα στα χρόνια της Κατοχής, της πείνας του 1941, την ομηρία μας από τους αντάρτες κομουνιστές. Ο πατέρας ήταν ομιλητικός. “...ναι παιδί μου, ο πόλεμος τελείωσε, μα οι πληγές που άφησε πίσω θα είναι για πολλά χρόνια αγιάτρευτες. Βλέπεις παιδί μου, αρκετοί Ροδωνίτες έχασαν ανθρώπους στο πέρασμα του πολέμου, τα πιο αγαπημένα τους πρόσωπα, άλλοι τον πατέρα, την μάνα, τον αδελφό, άλλοι το παιδί τους. Μέσα τους ήταν φυσικό να φωλιάσει το μίσος των ΜΕΝ κατά των ΔΕ και μια φλόγα εκδίκησης να καίει τα σωθικά τους. Ημασταν αδέλφια και μας έκαναν εχθρούς, Τί είχαμε να μοιράσουμε οι δύστυχοι; Απολύτως τίποτα. Βλέπεις παιδί μου σιγά-σιγά, με το πέρασμα του χρόνου κατάλαβαν, έσκυψαν το κεφάλι, ξανάπιασαν το αλέτρι, πήραν το τσαπί και πήγαν πίσω, εκεί που σταμάτησαν πριν. Παιδί μου, ψωμί να τρως και να έχεις ελευθερία. Αν με την εργασία μας όλα πάνε καλά, θα γίνουν αυτά που χάσαμε”.

Τον Μάρτιο του 1945 όλη η οικογένεια, όλο το χωριό, βάλθηκε να εργαστεί με νέες δυνάμεις για καινούργιο ξεκίνημα. Ο κάμπος του Ροδώνα είναι ένα κομμάτι γη του Καναδά.

Εν τω μεταξύ πήρε εξέλιξη η αμερικανική πολιτική. Από τις αρχές του 1947, η Βρετανία έκανε γνωστόν στην αμερικανική κυβέρνηση ότι λόγω οικονομικών δυσχερειών, δεν μπορούσε να συνεχίσει την οικονομική βοήθεια στην Ελλάδα. Τότε ο πρόεδρος Τρούμαν έδωσε μεγάλη βοήθεια προς την Ελλάδα, με το σχέδιο “Τρούμαν”-με το σχέδιο “Μάρσαλ” είναι γνωστή η ΟΥΝΤΡΑ, όπως την έλεγαν.

Κάθε ένας λέει τα γεγονότα από την δική του άποψη. Ο αγώνας αυτός στοίχισε στην Ελλάδα και από τις δύο πλευρές, μεγάλες θυσίες και από τους ΜΕΝ και από τους ΔΕ. Η χώρα, η Ελλάδα, έγινε νεκροταφείο. Τα χωριά ερημώθηκαν, οι μάνες έκλαιγαν για να παιδιά τους. Η Αλλάδα όλη ήταν πρόσφυγες. Παντού έβραζε ο τόπος. Ο πτωχός λαός πλήρωσε με το αίμα του, με τις κακουχίες του, τη θηριωδία. Τί αμαρτίες είχε το έθνος μας και έπρεπε να πληρώσει; Ολο το φταίξιμο το είχε το κομμουνιστικό κόμμα Ελλάδος. Τί μυαλό είχαν αυτοί οι άνθρωποι; Αυτοί που ήθελαν να κυβερνήσουν την Ελλάδα. Οι Ελληνες κομμουνιστές είχαν συνδέσει το μέλλον τους με τις γειτονικές χώρες, πάντοτε εχθρικές προς την πατρίδα μας. Ο διάολος έκανε καλά τη δουλειά του.

Η τότε Ελληνική κυβέρνηση πήρε την αμερικάνικη βοήθεια σε γεωργικά μηχανήματα, τρακτέρ, μουλάρια, άροτρα, δρεπάνια, τσάπες, σβάρνες και πολλά άλλα γεωργικά εργαλεία, καθώς και ξυλεία για τα σπίτια που κάψανε οι αντάρτες, ο Ε.Λ.Α.Σ. Ανοικοδομήθηκαν τα χωριά, βρήκαν το ρυθμό τους. Οι γονείς μας πήγαν πίσω, εκεί που σταμάτησαν πριν.

Τέλος του 1945 θέλω να φύγω από το χωριό, δεν με χωρά το τόπος. Οπλίζονται στα βουνά ξανά με αντάρτες, κτυπούν χωριά και πόλεις, σκοτώνουν αντιφρονούντες αγροφύλακες, παπάδες, δασκάλους, καίνε σπίτια πτωχών ανθρώπων, ανατινάζουν γέφυρες, τραίνα, γραμμές, σταθμαρχεία, τα πάντα, ακόμα και τηλεγραφόξυλα του Σ.Ε.Κ. ανατίναζαν. Η Ελλάδα έγινε ένα καζάνι που φλέγεται μαζί με τον λαό της. Οι Ελληνες αντιστέκονται. Οταν έγινε η συμφωνία της Βάρκιζας 12 Φεβρουαρίου 1945, έλεγε ότι όλες οι αντάρτικες ομάδες διατάχθηκαν να παραδώσουν τον οπλισμό τους. Ο Ε.Λ.Α.Σ. παρέδωσε παλαιό οπλισμό.

Ο Γεώργιος Παπανδρέου τότε είπε εις τους καπεταναίους κομμουνιστές “φέρατε ολίγη εθνικήν δράση και μεγάλην εθνικήν καταστροφή”. Τότε οργισμένοι οι κομμουνιστές ξεσηκώνουν τη μερίδα τους με τραγούδια κατά του Γεωργίου Παπανδρέου: “Παπανδρέου που θα πας, το κεφάλι στου θα σας”. Το ματωμένο δεύτερο αντάρτικο. Τον Οκτώβριο του 1949 είχε πέσει η αυλαία του συμμοριτοπόλεμου. Οι Ελληνες αναπνέουν ελεύθερον αέρα. Θυμάμαι, τον ανέλαβε ο Στρατάρχης Αλέξανδρος Παπάγος, είπε στους συμμάχους Αμερικάνους: “Θα με δίνετε βενζίνη να πάω, αλλά και να γυρίσω, όχι μόνο να πάω”. Ετσι ανέλαβε τις ένοπλες δυνάμεις. Νικημένος ο Ε.Λ.Α.Σ. από τον Ελληνικό λαό, πέρασε τα σύνορα. Πήγε σε αυτούς που συνεργάστηκε και οπλιζόταν. Αλβανία, Σερβία και Βουλγαρία. Εφυγε εις τον δικό του παράδεισο. Τα γράφει η ιστορία.

Τη χρονιά του 1945, επιδημία της ψώρας. Το σώμα του ανθρώπου έβγαζε πληγές, σε μαλακά μέρη. Ετριβαν θειάφι, το κίτρινο, το κάνανε σκόνη, σε κρέμα και το άλειφαν στο σώμα. Ηταν το γιατρικό. Κάθε βράδυ μπάνιο και πάλι θειάφι. Αυτά ήταν να υπολείμματα του πολέμου και της Κατοχής. Είχαμε συγχωριανούς που έδειξαν τον καλό τους εαυτό. Λαφρύ το χώμα που τους σκεπάζει. Ο πόλεμος τελείωσε και νικήτρια βγαίνει η ΕΛΛΑΔΑ.

*Από το βιβλίο του “Και διηγώντας τα να κλαις”

Του Παναγιώτη Φλωρίδη

“Στη Δημοκρατία και στη δημοκρατική διαδικασία κάθε φορά που δυσκολευόμαστε, κάθε φορά που στριμωχνόμαστε, πρέπει να ανεβάζουμε την ένταση των επιχειρημάτων μας, όχι την ένταση της φωνής μας”.

  • Γλυκιά κουβέντα. Με ήρεμη, καταλυτική δύναμη. Την είπε με ίσης “έντασης” νηφαλιότητα ο κ. Δημ. Σακατζής, Περιφερειακός υπεύθυνος Θεσσαλίας του “Ποταμιού” (Κιλκισιώτης) την περασμένη Κυριακή, στην κατάμεστη αίθουσα του “Χατζηγιάννειου” της Λάρισας, στην πολιτική εκδήλωση της “κίνησης των τριών” (Α. Διαμαντοπούλου, Γ. Ραγκούσης, Γ. Φλωρίδης). Η παρέμβαση ήταν καίρια και συνάμα ακαριαία. Υστερα από τις καθηλωτικές ομιλίες των τριών, η αδρεναλίνη των παρισταμένων “χτύπησε κόκκινο”. Και όλοι ήθελαν κάτι να πουν. Πιθανόν με οργή και ένταση φωνής για τα όσα συνέβησαν με μετοχή τους ή όχι-άσχετο, όλα αυτά τα χρόνια σ’ αυτή την ταλαίπωρη, αδικημένη χώρα. Κι όμως, η κουβέντα του κ. Σακατζή οδήγησε τη συζήτηση στο σωστό δρόμο. Ενταση σε όλα. Οχι όμως στη φωνή. Ο πολιτισμός στην πολιτική επικράτησε, συνοδευόμενος από την πραγματική ουσία.
  • Στις βουλευτικές εκλογές του 2015, ο δήμαρχος Πάτρας αρνήθηκε να παραχωρήσει δημοτικό χώρο προβολής στη “Χρυσή Αυγή”. Και αυτές τις μέρες (σήμερα Πέμπτη), διεξάγεται η δίκη του στο Εφετείο Πάτρας, έπειτα από μήνυση στελέχους της “Χρυσής Αυγής”. Χωρίς φωνές, χωρίς ένταση, ο Κώστας Πελετίδης έκανε πράξη τα “πιστεύω” του. Αρνήθηκε να δώσει δημοκρατικό χώρο και δημοκρατικό μανδύα σ’ αυτούς που δεν πιστεύουν στη Δημοκρατία. Εδωσε σάρκα και οστά στα δημοκρατικά “πιστεύω” του Πατρινού λαού. Δεν κάλεσε το λαό σε φωνασκίες και επαναστατικές πράξεις εκ του ασφαλούς. Δεν χρειάζονται εξ άλλου πυρπολήσεις φραστικές, για μια πράξη που επικυρώθηκε από ΟΜΟΦΩΝΗ απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου Πατρέων. Το οποίο βεβαίως δεν είναι το Πολιτικό Γραφείο ούτε η Κεντρική Επιτροπή του Περισσού! Ο Πελετίδης ανέβασε την ένταση των επιχειρημάτων του με μετουσίωση σε πράξη της θέλησης των συμπολιτών του. Οχι με φωνές και διαδηλώσεις. Δέχθηκε το δημόσιο έπαινο του Δικτύου Μαρτυρικών Πόλεων και Χωριών. Ανάμεσα σ’ αυτά φυσικά και τα δικά μας Μούρσαλη, Μούσγαλη και Κοτσαλάρ των Κρουσσίων. Τα πρώτα που έκαψαν οι ναζί στην Ελλάδα. Το ποτάμι των συμπολιτών του έξω από το Εφετείο Πατρών, δεν προοιωνίζεται έφοδο στην αίθουσα. Απλά, οι Πατρινοί ενισχύουν το επιχείρημα του Πελετίδη. Οχι τις φωνές του.
  • Ολοι οι κανόνες όμως-ακόμη και οι πυλώνες της Δημοκρατίας-έχουν τις εξαιρέσεις τους. Ενίοτε χρειάζεται και η ένταση της φωνής. Χωρίς βία και βανδαλισμούς. Οπως προχθές, όταν 300.000 πολίτες της Βαρκελώνης ξεχύθηκαν στους δρόμους για να φωνάξουν “casa nosta-casa vostra”. Το σπίτι μας, σπίτι σας: Για τους 15.000 πρόσφυγες που έχει υποχρέωση να δεχθεί η Ισπανία, αποφορτίζοντας κατ’ ελάχιστο την Ιταλία και κυρίως, την Ελλάδα. Εδώ πράγματι χρειάζεται η φωνή. Είναι θέμα Δημοκρατίας, όταν κάποιοι κωφεύουν, τότε “να τ’ ακούν” κανονικά.

Από δυνατές φωνές. Αλλά πάντα γλυκιές.

Του Γιώργου Πελίδη*

Στην προπονητική διαδικασία πρέπει να υπάρχει μια αρμονική σχέση ανάμεσα στην επιβάρυνση και στην ανάληψη για να υπάρξει πρόκληση προσαρμογών. Όταν διαταράσσεται αυτή η σχέση έχουμε το φαινόμενο της υπερπροπόνησης , υπάρχει δηλ κόπωση του αθλητή με επακόλουθο δυσάρεστες καταστάσεις .

Μεγάλη σημασία πρέπει να δίνεται στις επιβαρύνσεις  που θα πρέπει να ακολουθούνται , με χρόνο ανάληψης  του οργανισμού, αυτή η αρχή βασίζεται στην λειτουργία της υπεραναπλήρωσης ή του υπερσυμψηφισμού.

Οι προπονητικές επιβαρύνσεις προκαλούν κόπωση στον οργανισμό ,τα ενεργειακά αποθέματα μειώνονται σταδιακά με αποτέλεσμα την μείωση της αποδόσεις του αθλητή(παίκτη) που την αντιλαμβάνεται ως κόπωση.

Για να υπάρχει ξεκούραση θα πρέπει να υπάρχει ανάληψη του οργανισμού δηλ την αναπλήρωση των ενεργειακών αποθεμάτων κατά την διάρκεια της αποκατάστασης.

Ο σοβιετικός ερευνητής  jakovlief  παρατήρησε ότι η ενέργεια η οποία καταναλώθηκε κατά την διάρκεια της προπόνησης δεν αναπληρώνεται μόνο αλλά υπεραναπλήρωνεταιι κατά την αποκατάσταση του οργανισμού και αυξάνεται η ικανότητα του αθλητή ,το φαινόμενο αυτό ονομάστηκε υπεραναπλήρωση ή υπερσυμψηφισμός.

Το συμπέρασμα από τα παραπάνω, βάση της αρχής της υπεραναπλήρωσης ,είναι ότι θα πρέπει να δίνουμε χρόνο στον οργανισμό μας για αποκατάσταση, δηλ εάν κάνουμε 3 προπονήσεις την εβδομάδα το προτιμότερο θα ήταν για καλύτερες προσαρμογές και ανάληψη του οργανισμού   να γίνονται κάθε δεύτερη  ημέρα   Δευτέρα-Τετάρτη-Παρασκευή.

Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δίνεται στους ποδοσφαιριστές που παρουσιάζεται το φαινόμενο ο παίκτης να «πετάει» την Τετάρτη στην προπόνηση και την ημέρα του αγώνα να παραπονιέται γιατί νιώθει βαριά τα πόδια του.

Οι ενεργειακές απαιτήσεις για κάθε άθλημα είναι διαφορετικές ,στο ποδόσφαιρο χρησιμοποιούνται και οι τρείς μηχανισμοί (καύση λιπών ,υδατανθράκων ,γλυκογόνου) για αυτό  στον σχεδιασμός της προπονητικής μονάδας θα να λαμβάνεται υπόψη, μετά από προπόνηση υψηλής έντασης ( καύση μυϊκού γλυκογόνου )  η επόμενη προπονητική μονάδα να σχεδιάζεται με χαμηλή επιβάρυνση, δίνοντας έτσι χρόνο στον οργανισμό για προσαρμογές και ανάληψη.

 

Πτυχιούχος: Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης

Τμήμα: Φυσικής Αγωγής και Αθλητισμού-ΤΕΦΑΑ

Ειδικότητα: ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΙΣΗ

Προπονητής: UEFA C' Αναπτυξιακών ηλικιών

Προπονητής: UEFA B' Νέας σχολής 2015

Προπονητής UEFA A' (σε εξέλιξη)

Σελίδα 9 από 59
We use cookies to improve our website. Cookies used for the essential operation of this site have already been set. For more information visit our Cookie policy. I accept cookies from this site. Agree