Του Παναγιώτη Φλωρίδη

Πριν κάποια χρόνια στη Θεσσαλονίκη παρακολουθούσαμε μια μουσικοθεατρική παράσταση με θέμα την Αλωση. Κάποια στιγμή, στην κορύφωση του δράματος, η βασική χορωδία απέδιδε τον θρήνο για τον χαμό της Πόλης. Κι ενώ ακουγόταν το “Πάρθεν η Ρωμανία...” η χορωδία άρχισε να κραυγάζει εντελώς θριαμβευτικά (!) το “Εάλω η Πόλις!”. Και ξανά, και πιο θριαμβευτικά “Εάλω η Πόλις!”. Και είχαν μια τρελλή χαρά που “Εάλω η Πόλις”. Ο πάντα σκωπτικός κι ετοιμόλογος φίλος (Κ. Φαλκώνης) μου ψιθύρισε:

-Να δεις που την παράσταση την χρηματοδότησε το Τουρκικό Προξενείο!

Το ιλαροτραγικό περιστατικό μας ήλθε στο νου την παραμονή του Δεκαπενταύγουστου. Ο Ι. Ναός της Παναγίας του Κιλκίς είχε την τιμητική του. Πλήθος πιστών παρακολούθησε τη λειτουργία και την Περιφορά της Εικόνας της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Μέχρις εδώ όλα καλά και τιμημένα. Με το πέρας της Περιφοράς όμως, οι παρόντες πιστοί αλλά και όλη η πόλη, έζησαν το σοκ. Ακόμη εντονότερο απ’ το “Εάλω η Πόλις”. Ο ουρανός γέμισε πυροτεχνήματα, φωταψίες, βαρελότα. Χαμός και ορυμαγδός! Τί γιόρταζαν οι αθεόφοβοι εμπνευστές του πανηγυριού; Την Κοίμηση της Θεομήτορος; Δεν γνωρίζουν ότι Κοίμησις σημαίνει Μετάσταση, θάνατος εν τέλει; Είμαστε μες στην καλή χαρά και πανηγυρίζουμε επειδή εκοιμήθη η Παναγία;

Και μη βγουν τίποτε αυτοσχέδιοι θεολόγοι και θεολογούντες για να μας πουν ότι “ο θάνατος, θανάτω πατείται κλπ” και πρέπει να πανηγυρίζουμε, γιατί τότε τα μεγαλύτερα πανηγύρια και οι ουρανομήκεις ιαχές θα έπρεπε να συμβαίνουν την Μεγάλη Πέμπτη. Την ώρα που ο Ιησούς σταυρώνεται και παραδίδει το πνεύμα Του επί του Σταυρού. Την ώρα δηλαδή που ακούγεται το “Σήμερον κρεμάται επί ξύλου...” και ειδικά με το “Τετέλεσται”, τότε ν’ αρχίζουν τα βαρελότα και οι ζητωκραυγές. Οχι το αναστάσιμο Μ. Σάββατο προς Κυριακή.

Κάτι παρόμοιο, ευτυχώς σε αποκλιμακούμενη ένταση, συμβαίνει και με την Επέτειο της Γενοκτονίας του Ελληνισμού του Πόντου. Ιδίως στην αρχή της καθιέρωσης της 19ης Μαΐου ως επετείου, πολλά ποντιακά σωματεία οργάνωναν γιορτές (!) για τη Γενοκτονία. Οχι βέβαια ότι το εννοούσαν οι άνθρωποι, αλλά η “ανορθογραφία” στις ανακοινώσεις έμενε. Στη συνέχεια βέβαια, και μετά απ’ το “την πατρίδα μ’ έχασα, έκλαψα και πόνεσα...” και τους λοιπούς θρήνους, η ρετσίνα και το τικ μετέτρεπαν τη Μνήμη σε κανονικό γλέντι. Η Μνήμη της Γενοκτονίας μετατρεπόταν σε Γενοκτονία της Μνήμης.

Λεπτομέρειες όλα τα παραπάνω, θα πει κανείς. Εκεί όμως, ως γνωστόν, κρύβεται ο διάβολος. Στις λεπτομέρειες. Εκεί και η αισθητική, εκεί και η έλλειψή της. Εκεί καιροφυλακτεί η ακαλαισθησία, ο επαρχιωτισμός. Εκεί αμαυρώνεται κάθε απόπειρα, ή, επιθυμία έστω, για κάποια αναβάθμιση. Για ένα βήμα πιο μακρυά απ’ τον Μεσαίωνα...

Καλό χειμώνα!

(Η ευχή φέτος δεν έχει καμμία πιθανότητα επαλήθευσης. Αυτόν το χειμώνα θα τον θυμόμαστε για χρόνια. Η επόμενη Ανοιξη είναι αισθητά μακριά).

Του Βλάση Αγτζίδη*

H ριζική αντιμετώπιση από τον Ερντογάν των πραξικοπηματιών, των δικτύων τους αλλά και πολλών αντιπολιτευόμενων σ’ αυτόν, είναι απλώς η κορυφή του παγόβουνου. Το ιστορικό διακύβευμα είναι εντυπωσιακό.

Ο Ερντογάν παρεμβαίνει στη βασική δομή της τουρκικής δημοκρατίας. Καταστρέφει τους μηχανισμούς του κεμαλισμού -δηλαδή το σκληρό και πραγματικό Βαθύ Κράτος- που τη δημιούργησαν, την συντήρησαν, τη διαμόρφωσαν και έθεσαν εαυτόν ως τον απόλυτο εγγυητή.

Παράλληλα επιχειρεί να απογαλακτιστεί από την δυτική κηδεμονία και να εδραιωθεί ως περιφερειακή δύναμη. Η βαθύτατη ιδεολογική ρήξη, αυτό το μεγάλο διακύβευμα, περιγράφεται στη συνέχεια.

 

Κοράνι εναντίον εκκοσμίκευσης

Η προσπάθεια αποτίμησης των πρόσφατων δραματικών γεγονότων στην Τουρκία οδηγεί αναπόφευκτα στη μελέτη της περιόδου κατά την οποία η ισλαμική, αλλά και πολυεθνική, Οθωμανική Αυτοκρατορία μετεξελίχθηκε σε έθνος-κράτος και έλαβε το όνομα Τουρκική Δημοκρατία (Türkiye Cumhuriyeti). Η απαρχή της θανάσιμης σχέσης μεταξύ ισλαμιστών και εθνικιστών, οπαδών της εκκοσμίκευσης, εντοπίζεται σ’ αυτό ακριβώς το ιστορικό μεταίχμιο. Τμήμα αυτής της αντιπαράθεσης μπορεί να θεωρηθεί και η σύγκρουση του Ερντογάν με τον Γκιουλέν. Εφόσον ο δεύτερος εκφράζει τη σχετικά ανεκτική παράδοση του σουφισμού και υπήρξε η τελευταία προσπάθεια σύνθεσης της εκκοσμίκευσης με το Ισλάμ, ενάντια στο ορθόδοξο σουνιτικό Ισλάμ.

Η ήττα των Νεότουρκων –που είχαν διαμορφώσει μια πρώιμη εθνικοσοσιαλιστική ιδεολογία– στον Α΄ Παγκόσμιο δημιούργησε νέα δεδομένα. Οι μεταπολεμικές ρυθμίσεις ευνοούσαν μια ομαλή μετάβαση στην εποχή των εθνών-κρατών λαμβάνοντας υπόψη και τα δικαιώματα και των άλλων εθνικών ομάδων. Η αυτονόμηση του Μουσταφά Κεμάλ, παλαιού Νεότουρκου, οδήγησε σε μια πρώτη σκληρή ρήξη με την οθωμανική κυβέρνηση. Η έδρα των εθνικιστών θα είναι πλέον η Αγκυρα ενώ η Κωνσταντινούπολη θα παραμένει το οχυρό του Χαλιφάτου. Οι σουλτανικοί θα τον χαρακτηρίσουν αρνησίθρησκο και αιρετικό και θα τον θέσουν εκτός νόμου. Η νίκη του Κεμάλ στον πόλεμο κατά των Ελλήνων και των Αρμενίων (1919-1922) άλλαξε τα δεδομένα. Η σουλτανική ηγεσία περιθωριοποιήθηκε και οι νεοτουρκικές αντιλήψεις για τη συγκρότηση του τουρκικού κράτους-έθνους υλοποιήθηκαν.

 

Οι Οθωμανοί εχθροί

Την ιδεολογική ανασυγκρότηση της εθνικιστικής Τουρκίας ανέλαβε ο Ziyia Giokalp. Στο βιβλίο του «Βασικές αρχές του τουρκισμού», που αποτέλεσε το ευαγγέλιο-οδηγό του νέου κράτους, οι Οθωμανοί περιγράφονται αρνητικά και αντιδιαστέλλονται με τους Τούρκους. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία περιγράφεται ως επηρεασμένη από τη Βυζαντινή και θεωρείται περισσότερο ρωμαίικη παρά τουρκική.

Στο πλαίσιο της απόλυτης κυριαρχίας, ο Μουσταφά Κεμάλ προκάλεσε την πλήρη ρήξη με το Ισλάμ. Εκθρόνισε τον σουλτάνο και επέβαλε ένα μονοκομματικό ολοκληρωτικό σύστημα, που επιφανειακά θύμιζε δυτική δημοκρατία. Κατάργησε τον θεσμό του χαλίφη, δηλαδή του ανώτατου θρησκευτικού ηγέτη, που είχε θεσμοθετηθεί αμέσως μετά τον θάνατο του Προφήτη Μωάμεθ (632 μ.Χ.). Για πρώτη φορά ο ισλαμικός κόσμος έμεινε ακέφαλος. Και φυσικά, με την κατάργηση αυτή έλαβε τέλος και η εξουσία του οίκου του Οσμάν, που επτά εκατονταετίες πριν είχε δημιουργήσει το οθωμανικό κράτος.

Με τις μεταρρυθμίσεις του Κεμάλ καταργήθηκαν τα ισλαμικά τάγματα, οι μεντρεσέδες, οι τεκέδες, τα θρησκευτικά σχολεία, η παραδοσιακή εκπαίδευση. Καταργήθηκαν τα θρησκευτικά δικαστήρια που εφάρμοζαν τον ισλαμικό νόμο και εισήχθη ένα νέο νομικό σύστημα που βασιζόταν στον ελβετικό αστικό κώδικα. Αντικαταστάθηκε η ισλαμική χρονολόγηση με το γρηγοριανό ημερολόγιο και αφαιρέθηκε από το Ισλάμ ο χαρακτήρας της επίσημης κρατικής θρησκείας. Απαγορεύτηκε το ισλαμικό ένδυμα. Επιχειρήθηκε η δημιουργία μιας νέας ιστοριογραφίας στη βάση του υπερτονισμού του ρόλου των Τούρκων στην ανθρώπινη ιστορία.

Καταργήθηκε το ιερό αλφάβητο του Ισλάμ, το αραβικό, και αντικαταστάθηκε με το λατινικό. Ετσι, οι νεότερες γενιές αποκόπηκαν από κάθε πρόσβαση στην πλούσια οθωμανική γραμματεία.

Οπως γράφει ο Paul Dumont, βιογράφος του Κεμάλ: «Ακόμα και το όνομα του Θεού άλλαξε επειδή το θέλησε ο Kεμάλ. Ο Αλλάχ υποχρεώθηκε να παραχωρήσει τη θέση του στον Τανρί, παλιά τουρκική λέξη της Κεντρικής Ασίας».

Οι μεταρρυθμίσεις αυτές, που για τους δυτικούς φαντάζουν προοδευτικές, στην πραγματικότητα αμφισβητούν τη βασική πολιτισμική βάση του κόσμου στον οποίο απευθύνονται και θέλουν να ανακατασκευάσουν.

Ο Νίκος Ψυρρούκης έγραψε: «Ο φιλοναζισμός και άλλες αντιδραστικές δοξασίες είναι νομοτελειακή εξέλιξη του κεμαλισμού... Ακόμα και οι κεμαλικές μεταρρυθμίσεις γίνονται με διοικητικές αποφάσεις από πάνω. Περιφρονούν τις πολιτιστικές παραδόσεις του τουρκικού λαού, εκφράζουν το σύμπλεγμα κατωτερότητας των Τούρκων αστών».

 

Οι Οθωμανοί ξανάρχονται

Οι πρόσφατες εξελίξεις αναδεικνύουν για άλλη μια φορά αυτή τη βαθύτατη ρήξη που προκλήθηκε στον παλιό οθωμανικό κόσμο. Η επιστροφή του Ισλάμ, που ξεκίνησε δειλά από την εποχή του Οζάλ, σήμερα φαίνεται να ολοκληρώνεται, με την απόρριψη τόσο των τελευταίων υπολειμμάτων του παλιού κεμαλισμού όσο και του κινήματος Γκιουλέν, που προσπάθησε να γεφυρώσει το Κοράνι με τη δυτική Δημοκρατία.

Με την αποτυχία του πραξικοπήματος και το ξήλωμα από τον Ερντογάν κάθε μορφής κοσμικής έκφρασης, φαίνεται να κλείνει ο ιστορικός κύκλος εκατό και πλέον ετών. Ενας κύκλος που άνοιξε το 1908 με την άνοδο των Νεότουρκων εθνικιστών στην εξουσία, που πολιτεύτηκαν κατά των Οθωμανών, των φιλελεύθερων Τούρκων και εξόντωσαν τις χριστιανικές κοινότητες. Μια πορεία που κορυφώθηκε με την πλήρη επικράτηση του Μουσταφά Κεμάλ μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και με τον βίαιο εξοβελισμό του Ισλάμ από την κοινωνική ζωή της σύγχρονης Τουρκίας. Στο τέλος αυτού του κύκλου, σήμερα, οι μεταμοντέρνοι απόγονοι των παλιών Οθωμανών, που έχουν ενσωματώσει στη φιλοσοφία τους ένα μεγάλο μέρος του τουρκικού εθνικισμού, επιχειρούν να πάρουν –και την παίρνουν όπως φαίνεται– τη ρεβάνς.

* Ο Βλάσης Αγτζίδης (https://kars1918.wordpress.com/) είναι διδάκτωρ σύγχρονης Ιστορίας, μαθηματικός. Πρόσφατα εξέδωσε το βιβλίο «Μικρά Ασία. Ενας οδυνηρός μετασχηματισμός (1908-1923)».

Του Βλάση Αγτζίδη*

Μπορεί ο Όμηρος τον χαρακτηρισμό «Ανεμόεσσα» (νεμόεσσα)* να τον έδωσε στην Κάρπαθο, όμως όταν βρίσκεσαι στη Χώρα της Αμοργού νοιώθεις ότι ταιριάζει απολύτως και στο όμορφο αυτό νησί των Κυκλάδων.

Στη Χώρα βρέθηκα στις 10 Ιουλίου 2016, προσκαλεσμένος από τον  Σύλλογο Πολιτισμού και Τέχνης «Σημωνίδης». Στην εκδήλωση παρουσίασα το θέμα: «Οι γενοκτονίες στην Ανατολή και οι πολιτικές ευθύνες για τη Μικρασιατική Καταστροφή». Στην αρχή μου φάνηκε παράδοξο να διοργανώνεται μια τέτοια εκδήλωση σε μια εποχή που οι περισσότεροι κάτοικοι απασχολούνται πλήρως με τις υπηρεσίες τουρισμού, οι οποίες αποτελούν και έναν από τους βασικούς πόρους του νησιού. Όμως η μεγάλη συμμετοχή στην εκδήλωση, το αμείωτο ενδιαφέρον, όπως και οι εύστοχες παρατηρήσεις και ερωτήσεις που ακολούθησαν, απέδειξαν ότι υπάρχει ένα κοινό ενημερωμένο -ψαγμένο όπως θα λέγαμε σήμερα- βαθύτατα προβληματισμένο, που αναζητά κάθε πηγή γνώσης.

 

Αμοργός και Μικρά Ασία

Εκτός από το μεγάλης σημασίας φαινόμενο της ύπαρξης ενός ενημερωμένου κοινού, η Αμοργός συνδέεται με τη Μικρά Ασία και τα γεγονότα που συνέβησαν εκεί και με πιο άμεσους τρόπους. Κατ’ αρχάς η καταγωγή των Αμοργιανών είναι ιωνική και το νησί από την αρχαιότητα υπήρξε μια γέφυρα μεταξύ της Μικράς Ασίας και της ηπειρωτικής Ελλάδας. Επίσης, υπήρξε και τόπος καταφυγής αριστοκρατικών βυζαντινών οικογενειών μετά από τις ήττες και τις συρρικνώσεις που υπήρξαν απότοκο της ογουζικής τουρκομανικής εισβολής στη Μικρά Ασία, από την οποία προέρχονταν και οι Σελτζούκοι και αργότερα οι Οθωμανοί. Απόδειξη αυτής της κίνησης είναι η εγκατάσταση στην Αμοργό ενός κλάδου μιας μεγάλης βυζαντινής οικογένειας εκ Πόντου, των Γαβράδων, οι απόγονοι των οποίων εξακολουθούν να κατοικούν στο νησί. Ενδιαφέρον έχει το γεγονός ότι οι Γαβράδες είναι η μοναδική ελληνική μεσαιωνική οικογένεια που επιβιώνει έως και σήμερα. Οι απόγονοι έχουν δημιουργήσει επίσης και το Σύλλογο των απανταχού Γαβράδων «Ο Άγιος Θεόδωρος Γαβράς».

Η Αμοργός, από τη ρωμαϊκή εποχή θα αποτελέσει τόπο εξορίας των πολιτικών αντιπάλων της εκάστοτε εξουσίας. Τον ίδιο ρόλο θα συνεχίσει να έχει και στην δεκαετία του ’30, όταν ο Μεταξάς θα εξορίσει στα νησιά του Αιγαίου τους κομμουνιστές -και όχι μόνο- αντιπάλους του.

Με τη Μικρασιατική Καταστροφή κάποιοι πρόσφυγες που θα βρουν καταφύγιο στο νησί, το οποίο πλήρωσε και μεγάλο φόρο αίματος στη Μικρασιατική Εκστρατεία (1919-1922). Μόνο από τη Χώρα έχασαν τη ζωή τους 16 στρατιώτες κατά την εκστρατεία αυτή.

 

Η εισήγηση

Στο πλαίσιο της εισήγησης παρουσιάστηκε τόσο το ιστορικό πλαίσιο όσο και οι αιτίες της ήττας. Το πρώτο μέρος περιλάμβανε την παρουσίαση του ιστορικού πλαισίου μέσα στο οποίο διεκδικήθηκε η επίλυση του εθνικού ζητήματος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας μετά το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου στο πλαίσιο των μεταπολεμικών διευθετήσεων. Η περίοδος που ακολούθησε την ήττα των Κεντρικών Δυνάμεων ήταν η πλέον αποφασιστική ιστορική στιγμή για τη διαμόρφωση του μεταοθωμανικού γεωπολιτικού κόσμου. Παρουσιάστηκαν τα Συνέδρια Ειρήνης των νικητών του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Η εμπλοκή της Ελλάδας με την Μικρασιατική Εκστρατεία θα διαμορφώσει ένα νέο πλαίσιο. Με τη Συνθήκη των Σεβρών στους Έλληνες -που το 1914 το ποσοστό τους με τις διάφορες εκτιμήσεις κυμαινόταν από το 13% έως 25% – θα αποδοθεί το 6% περίπου του πάλαι ποτέ κοινού οθωμανικού εδάφους. Σημαντικά εδάφη της Ανατολίας θα αποδοθούν στους Αρμένιους, ενώ θα υπάρξει και κουρδική αυτονομία. Οι Τούρκοι διατηρούσαν την κυριαρχία τους στο μεγαλύτερο μέρος του παλιού οθωμανικού εδάφους, καθώς και στην έδρα του ισλαμικού Χαλιφάτου, την Κωσταντινούπολη. Με τον τρόπο αυτό διαμορφωνόταν ο γεωπολιτικός χάρης της επόμενης μέρας και στη θέση της πολυεθνικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που πλέον διαλυόταν οριστικά, δημιουργούνταν εθνικά κράτη με τη γνωστή επώδυνη διαδικασία που είχε γνωρίσει η Ανατολή από το 1821 και εντεύθεν.

Οι εξελίξεις αυτές θα επισφραγιστούν με δύο συνθήκες: των Βερσαλλιών και των Σεβρών. Στις ηττημένες χώρες θα εμφανιστούν, σχεδόν άμεσα, ακροδεξιά κινήματα αναθεώρησης. Στην Γερμανία, οι ναζιστές θα εκφράσουν τελικά το κίνημα δυσαρέσκειας που επεδίωκε την ανατροπή των όρων της Συνθήκης των Βερσαλλιών. Στην υπό διάλυση Οθωμανική Αυτοκρατορία, το αντίστοιχο κίνημα θα εκφραστεί από τους εθνικιστές του Μουσταφά Κεμάλ Πασά. Στο πλαίσιο των προσπαθειών αναθεώρησης θα εμφανιστούν ακραίες ρατσιστικές ιδεολογίες: οι Τούρκοι εθνικιστές θα εξοντώσουν ολοκληρωτικά τις χριστιανικές κοινότητες, ενώ οι Ναζί τους Εβραίους και τις άλλες ‘ανεπιθύμητες’ εθνικές ή φυλετικές ομάδες. Ο ίδιος ο Μουσταφά Κεμάλ πασά θα κηρύξει τον Ιερό Πόλεμο κατά των «απίστων» (jihad) και ο ίδιος θα αυτοανακηρυχθεί Gazi, δηλαδή «Ιερός Πολεμιστής για τη διάδοση του ισλάμ».

Στο δεύτερο μέρος της εισήγησης παρουσιάστηκαν οι ενδογενείς αδυναμίες του ελληνικού παράγοντα (διχασμός, απουσία ενιαίας στρατηγικής αντίληψης, απόρριψη των Ελλήνων της Ανατολής από τις ελλαδικές ελίτ) και τον σε μεγάλο βαθμό καθορισμό της εξέλιξης απ΄τις αδυναμίες αυτές. Αναφέρθηκε ότι το τελευταίο στάδιο του μεγάλου γεωπολιτικού μετασχηματισμού της Ανατολής θα ταυτιστεί με τον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1919-1922. Και στο στάδιο αυτό ο ελληνισμός θα συμμετέχει διχασμένος και ελλειματικός. Το στάδιο αυτό θα χαρακτηριστεί από τη ραγδαία αλλαγή του διεθνούς περιβάλλοντος, την επικράτηση των απομονωτιστικών απόψεων στο μπολσεβικικό κίνημα[50], τα αποκλίνοντα συμφέροντα των Ιταλών και των Γάλλων, την αποστασιοποίηση των ΗΠΑ και την ουδετεροποίηση της Μεγάλης Βρετανίας. Αυτά, συνδυασμένα με τον ελληνικό Διχασμό (δηλαδή τον πρώτο εμφύλιο πόλεμο), την αντίδραση και το αντιμικρασιατικό πνεύμα που κυριαρχούσαν στο Λαϊκό Κόμμα και τη φιλομοναρχική παράταξη, μαζί με την ασυνέπεια του βενιζελισμού, που προκήρυξε εκλογές εν μέσω του μικρασιατικού πολέμου και τη διαμόρφωση μιας μικρής παλαιοελλαδικής ντεφετιστικής Αριστεράς (ΣΕΚΕ), που συνεργάστηκε με τους μοναρχικούς σε μια αντιπολεμική, αντιμικρασιατική πλατφόρμα στις παραμονές των μοιραίων εκλογών του 1920, οδήγησε στη Μικρασιατική Καταστροφή και την κυριαρχία του τουρκικού εθνικισμού στο σύνολο των παλιών οθωμανικών πολυεθνικών εδαφών.

 

Στο τέλος

Μετά την εισήγηση παρουσιάστηκε ένα σχετικό φωτογραφικό υλικό με τον αντίστοιχο σχολιασμό. Σημαντικές ήταν οι παρεμβάσεις του μητροπολίτη και του δήμαρχου της Αμοργού Νικόλαο Φωστιέρης, με τον οποίο μας συνέδεε μια παλιότερη γνωριμία από το μακρυνό 1993, όταν ως ναύαρχος τότε υπήρξε ο οργανωτής της επιχείρησης απεγκλωβισμού των Ελλήνων της Αμπχαζίας από τον σκληρό εκείνο πόλεμο του Καυκάσου μεταξύ Γεωργαινών και Αμπχαζίων που χαρακτήρισε τη σοβιετική κατάρρευση μαζί με τον πόλεμο στο Ναγκόρνο Καραμπάχ και στη Τσετσενία.

*Ο Βλάσης Αγτζίδης είναι διδάκτωρ σύγχρονης Ιστορίας-μαθηματικός. Βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών για τη συγγραφή της ιστορίας της Παρευξεινίου Διασποράς

Του Παύλου-Σωκράτη Παυλίδη*

Με πληροφόρησαν πως μια πολύ ηλικιωμένη γυναίκα προσφυγοπούλα, μένει στην Κομοτηνή κι είναι πρόθυμη να διηγηθεί αναμνήσεις. Την συνάντησα και μου αφηγήθηκε τα παρακάτω.

Αφήγηση της Καλλιόπης Σαββοπούλου-Αμαξοπούλου:

“Ας αρχίσω από το 1915, τότε που τα γεγονότα ήσαν έντονα και γράφτηκαν ζωηρά στη μνήμη μου.

Δεν θυμάμαι ακριβώς ημερομηνία-πιθανότητα Σεπτέμβριος μήνας που έγινε η πρώτη προσφυγιά και η αιτία για να μας σηκώσουν από τα χωριά μας ήταν ο φόνος του γιού του Τούρκου νομάρχη της Αδριανουπόλεως, σύμφωνα με πληροφορίες που διαδίδονταν εκείνο τον καιρό.

Βγήκε ο γιός του νομάρχη για περιοδεία στα χωριά της περιοχής μας και τον σκότωσαν.

Αγνωστος ο φονιάς, δεν υπάρχουν πληροφορίες αν ήταν Τούρκος ή Ελληνας. Αυτό ήταν η αφορμή για την αρχή της τραγωδίας επτά χωριών: Σοφάδων, Σκεπαστού, Σαμακόβου, Τουρλιάς, Αγίου Στεφάνου και άλλων δύο που δυστυχώς δεν θυμάμαι.

Ξεκινήσαμε για μια άγνωση σε μιας πόλη που ονομαζόταν Ηράκλεια, παίρνοντας μόνο πολύ λίγα από τα υπάρχοντά μας. Φτάσαμε όλα τα χωριά μας στο ίδιο μέρος.

Εκεί καθήσαμε σχεδόν δύο μήνες σε σπίτια που είχαν αφήσει Ελληνες, οι οποίοι εξαιτίας των γεγονότων είχαν φύγει για την Ελλάδα. Τρεις-τέσσερις οικογένειες σ’ ένα σπίτι. Σιγά-σιγά, με παρακινήσεις των Τούρκων άρχισαν να μας σκορπίζουν σε διάφορα μέρη και την δικιά μου οικογένεια, τέσσερα ορφανά παιδιά χωρίς μητέρα και πατέρα, μαζί με άλλους συμπατριώτες μας, μας έστειλαν στην Μ. Ασία. Μας βάλανε στο καΐκι, πράγμα που για πρώτη φορά βλέπαμε και μας πήγανε στη Νικομήδεια. Στην διάρκεια του ταξιδιού, που κράτησε τρεις μέρες, μια περιπέτεια μας αναστάτωσε όλους. Τη δεύτερη βραδιά ακούσαμε κανονιές, εμείς όμως δεν φοβηθήκαμε τόσο, όσο ο καπετάνιος μας που ήταν Τούρκος.

Στην αρχή είδαμε κάποιον προβολέα να πέφτει πάνω μας, ο οποίος καθώς λεγόταν ήταν από κάποιο υποβρύχιο, μάλλον Εγλλέζικο. Ο καπετάνιος φώναξε να ανεβούμε όλοι πάνω στο κατάστρωμα και μας είπε να κάνουμε το σημείο του σταυρού και να λέμε πως είμαστε χριστιανοί. Τότε αντιληφθήκαμε τον κίνδυνο και αρχίσαμε τα κλάμματα. Εκείνη τη στιγμή ακούσαμε μια φωνή να μας ρωτάει σε τούρκικη γλώσσα: “Ποίοι είστε; Πού πάτε; Γιατί; Από πού ακούγονται οι κανονιές;”

Εμείς απαντήσαμε με δάκρυα στα μάτια: Ματζίρδες (πρόσφυγες) είμαστε, χριστιανοί είμαστε, και κάναμε το σταυρό μας, οι κανονιές ήταν από την Πάντερμο. Μετά από αυτό, το υποβρύχιο το οποίο είχε ανέβει στην επιφάνεια του νερού και το βλέπαμε,έκανε δύο γύρους από το καΐκι μας και πάλι βυθίστηκε στο νερό, αλλά ο καπετάνιος φοβόταν μήπως κάποια τορπίλη μας χτυπήσει.

Ευτυχώς φτάσαμε καλά στον προορισμό μας και αφού καθήσαμε μια βδομάδα, μας ξεσήκωσαν πάλι και μας πήγαν στο Αδάπαζαρ με τρένο.

Εκεί μείναμε τα υπόλοιπα τέσσερα χρόνια. Μεγάλη πόλη, εύφορη, δεν δυστυχήσαμε πολύ. Εγκατασταθήκαμε σ’ ένα αρμένικο συνοικισμό ο οποίος ήταν εγκατελειμμένος από τους κατοίκους του, εξαιτίας των διωγμών που είχαν προηγηθεί.

Σ’ αυτόν τον συνοικισμό καθήσαμε πέντε-έξι μήνες και μετά μετακινηθήκαμε σε δύο μεγάλους Ελληνικούς συνοικισμούς με δύο ελληνικές εκκλησίες, της Παναγίας και του Προφήτη Ηλία. Εκεί στα μέσα περίπου του 1916, αρχίσαμε να προσαρμοζόμαστε και, όσο για μας τα προσφυγόπουλα, αρχίσαμε να πηγαίνουμε σχολείο.

Βέβαια η εκπαίδευση ήταν αξιόλογη, αλλά και εμείς τα προσφυγόπουλα δεν υστερούσαμε. Οι δάσκαλοι μας δέχτηκαν με αγάπη.

Τα χρόνια περνούσαν όχι πολύ ευχάριστα, αλλά είχαμε συνηθίσει πια. Πέρασε το 1917 και φτάνουμε στο 1918, οπότε έγινε η ανακωχή. Τότε, αν και μακριά από την Ελλάδα, οι γιορτασμοί στα σχολεία ήσαν πανηγυρικοί, όπως κι εκεί. Ηρωικά ποιήματα, τραγούδια, μαντολίνα έπαιζαν “απ’ τα κόκαλα βγαλμένη”, τα σχολεία στολισμένα με θαλασσιές και άσπρες κορδέλες.

Ολοι οι Ελληνες έπλεαν σε πελάγη ενθουσιασμού και ευτυχίας και βέβαια πιο πολύ εμείς οι πρόσφυγες, γιατί μας άφησαν να γυρίσουμε ελεύθερους στην πατρίδα μας. Αποχαιρετήσαμε τους δασκάλους μας και τα προσφιλή μας πρόσωπα και πήραμε το δρόμο του γυρισμού. Αυτή τη φορά όμως με το τρένο φτάσαμε στην Κωνσταντινούπολη που την βλέπαμε για πρώτη φορά, την περίφημη Πόλη, γεμάτη από συμμαχικά στρατεύματα (Αγγλους, Γάλλους, Ιταλούς). Στο λιμάνι ήταν αιχμάλωτα γερμανικά πλοία.

Καθήσαμε στην Πόλη δέκα μέρες. Στη διάρκεια της παραμονής μας γυρίσαμε όσο ήταν δυνατό για να γνωρίσουμε την κοσμοπολίτικη πρωτεύουσα, όπου σε κάθε γωνιά ακουγόταν μια λατέρνα που έπαιζε το πολύ γνωστό τραγούδι “Λυγερό και κοπτερό σπαθί μου”. Ξεκινήσαμε με τρένο πάλι για τις ιδιαίτερες πατρίδες μας. Στην αρχή φτάσαμε στην Τσόρλου-η επίσημη ονομασία της Τυρολόη. Κατεβήκαμε στο σταθμό και εκεί συναντήσαμε τον ελληνικό στρατό. Εμείς ήμασταν κατενθουσιασμένοι από την παρουσία του και εκεί για πρώτη φορά ακούσαμε ελληνικά τραγούδια που παιζόνταν με αρμόνικα, ενώ οι φαντάφοι τραγουδούσανε μαζί με τον οπόλοιπο λαό:

“Βενιζέλε, Βενιζέλε, τώρα το έκαμες καλά...”

“Βενιζέλε μας, πατέρα της πατρίδας,

Βενιζέλε μας, πατέρα της φυλής

σαν το βουνό του Ψηλορείτη σε θωρώ

που ανάβεις και φλογίζει όλων την καρδιά·

Βενιζέλαρος, πατέρας της Ελλάδος,

Βενιζέλαρος, πατέρας της φυλής”.

 

Ο στρατός είχε καταλάβει μόνο τη σιδηροδρομική γραμμή Λουλέ Μπουργάζ-Τσόρλου και βέβαια τις πόλεις που βρίσκονταν πάνω στην γραμμή.

Στην Τσόρλου καθίσαμε δέκα ημέρες όπου χαρήκαμε τον ελληνικό στρατό με γλέντια, χορούς, τραγούδια. “Λέγαμε: Ζήτω παιδιά, φωνάξτε όλοι με χαρά, ζήτω τα φανταράκια, που’χουν λεβεντιά”.

Μετά από αυτό το σταθμό ξεκινήσαμε για τα χωριά μας με αμάξια, που τα κατείχαν όμως ακόμα οι Τούρκοι και αφού φτάσαμε στη Βίζα, πήγαμε σ’ ένα δικό μας σπίτι (η οικογένεια μου), όπου καθόταν ένας Αρμένιος εδώ και είκοσι χρόνια. Τον βρήκαμε εκεί, μας υποδέχθηκε πάρα πολύ καλά και μείναμε τέσσερις-πέντε ημέρες και από’κει γυρίσαμε στις Σοφάδες. Το σπίτι μας το βρήκαμε ερειπωμένο όπως κα όλα τα άλλα σπίτια, σε άθλια κατάσταση, ενώ ο Τούρκος ήταν εγκατεστημένος μέσα. Αργότερα βγήκε. Οι περισσότεροι συμπατριώτες μας γύρισαν πίσω και η ζωή ακολούθησε τον κανονικό της ρυθμό. Στην Κωνσταντινούπολη οι εφημερίδες γράφανε πως η Θράκη είναι ο ομορφότερος κήπος του κόσμου. Τα τραγούδια ελευθερίας συνεχίσθηκαν, τα γλέντια, οι χοροί, ενώ ο στρατός το 1920 είχε καταλάβει όλη την Θράκη, πόλεις και χωριά.

Σ’ ένα χρόνο περίπου, δεν θυμάμαι καλά, μετά από ένα διάταγμα, όλοι οι Θρακιώτες πήγαν στρατιώτες αλλά και πολλοί εθελοντές. Κατατάχθηκαν στις Σαραντακκλησιές και μετά από λίγο χρονικό διάστημα, τους έστειλαν στο μέτωπο στη Μ. Ασία.

Μεταξύ αυτών ο αδελφός μου Δημήτριος Σ. Σαββόπουλος και ο μετέπειτα σύζυγός μου Νικόλαος Χ. Αμαξόπουλος, που ήταν ετών γύρω στα δεκαεννιά με είκοσι.

Εμείς οι υπόλοιποι μη έχοντας τίποτα άλλο να κάνουμε ή καλύτερα μη μπορώντας να κάνουμε τίποτε άλλο, παρακαλούσαμε για τη νίκη και τραγουδούσαμε.

Βγαίναμε έξω από το χωριό, είχαμε μια κρύα βρύση ονόματι Λούστρο, που κάποτε είχαν περάσει κάποιοι περιηγητές και ήπιαν νερό και η οποία είχε αποσπάσει από αυτούς τα καλύτερα σχόλια και είπαν:

“Οι Σοφάδες είν’ καλό χωριό, έχει στην άκρη βρύση,

όποιος περάσει από’κει, δεν ΄θελει να γυρίσει”.

Εμείς κάναμε βόλτα και τραγουδούσαμε:

“Τώρα βροντάει Ελληνικό κανόνι,

παντού θα λάμψει τώρα ο στρατός,

η νίκη μας καθένα στεφανώνει

και ας χύσουμε το αίμα μας· εμπρός”.

 

*Από το βιβλίο του “Το λεκανοπέδιο των Μουριών”

Σελίδα 76 από 95
We use cookies to improve our website. Cookies used for the essential operation of this site have already been set. For more information visit our Cookie policy. I accept cookies from this site. Agree