• 22
  • Φεβ

Η πρώτη Κυριακή της Μ. Σαρακοστής είναι αφιερωμένη στην Ορθόδοξη Εκκλησία μας. Πανηγυρικά γιορτάζουμε το θρίαμβός της εναντίον των ποικιλώνυμων εχθρών της που την πολέμησαν σκληρά, από τα πρώτα βήματά της μέχρι τις μέρες μας. Και είναι τούτη η νίκη η επαλήθευση των λόγων του Κυρίου μας στο Ναθαναήλ “... Μείζων τούτων όψει...”. Είναι τούτος ο θρίαμβος το θαύμα των αιώνων. Ενα θαύμα καθημερινό και ατελείωτο, που συνεχίζεται εις τους αιώνες.

Το μέγιστο και αέναο αυτό θαύμα, είναι η ΙΔΡΥΣΗ και η πρόοδος της Εκκλησίας.

Ποιος είναι ο ιδρυτής: Είναι ένας φτωχός Ιουδαίος, γεννημένος μέσα σε μια φάτνη, ένας άσημος ξυλουργός. Ξεκίνησε από τη μικρή, κακόφημη Ναζαρέτ, χωρίς να έχει τίτλους και πτυχία, πλούτη και στρατούς, τίποτε από εκείνα που λάμπουν και υψώνουν και παρουσιάζουν τους ανθρώπους μεγάλους και επιφανείς στον Κόσμο. Θα μπορούσε να περιμένει κανείς τίποτε το σπουδαίο; Τίποτε απολύτως. Ετσι θα περνούσε απαρατήρητος.

Κι όμως, τον βλέπουμε ιδρυτή και αρχηγό της μεγαλύτερης δύναμη στον Κόσμο, της Εκκλησίας, που διευθύνει εκατομμύρια ψυχών. Αρχηγό της μεγαλύτερης Βασιλείας, που έχει αγκαλιάσει όλες τις ηπείρους, φυλές και γλώσσες. Τον αγαπούν αναρίθμητοι οπαδοί του, τον σέβονται, τον λατρεύουν. Υποφέρουν τα πάντα γι’ αυτόν. Θυσιάζουν κι αυτή τη ζωή τους. Πώς το κατόρθωσεν αυτό; Ανθρωπος ήταν αδύνατο να το πετύχει. Μόνον ο Θεός θα μπορούσε να το κατορθώσει. Και πράγματι, ο Χριστός δεν ήταν ένας απλός δάσκαλος, ένας επαναστάτης, όπως τον θέλουν οι άθεοι. Ηταν ο γιος του Θεού. Δεν είναι αυτό μέγα θαύμα; Δεν αξίζει να φωνάξουμε κι εμείς “Ραββί, συ ει ο Υιός του Θεού του ζώντος”;

Ποιό είναι το επιτελείο Του; Πόσοι και ποιοί το αποτελούν; Δώδεκα αδύναμοι άνθρωποι, αγράμματοι, φτωχοί και άσημοι ψαράδες. Αοπλοι, πρόβατα άκακα, τί θα μπορούσαν να κάνουν; Και όμως, ορμούν στο όνομα του Χριστού και κατακτούν όλη την Οικουμένη. Εξουδετερώνουν τις πάνοπλες στρατιές της Ρώμης. Ταπεινώνουν τους ισχυρούς, αποστομώνουν τους σοφούς και εξαπλώνουν σ’ όλη τη γη την Εκκλησία του Χριστού. Είναι ή δεν είναι θαύμα αυτό;

Και να σήμερα, η Εκκλησία συνεχώς επεκτείνεται καταπληκτικά. Αυξάνει και αριθμητικώς. Αυξάνει και ποιοτικώς. Αυξάνει και αποβαίνει εμπνευστής και ενισχυτής σε κάθε προσπάθεια επιστημονική, κοινωνική, καλλιτεχνική. Παντού θα τη βρεις μπροστά. Αυτή φτιάχνει ιδρύματα για να προστατεύει αδύνατους, απόκληρους της ζωής και η επίδρασή της φτάνει και στο πιο απομακρυσμένο χωριό. Αυτή οργανώνει αδελφές, αγγέλους παρηγοριάς, που παραστέκουν και βοηθούν και απαλύνουν τον πόνο κάθε εγκαταλειμμένου ανθρώπου. Αυτή εξαποστέλλει κατά χιλιάδες τους Ιεραπόστολους στους άγριους και τους ημερώνει. Στο ένα χέρι κρατούν οι Ιεραπόστολοι το Ευαγγέλιο και στο άλλο το σφυρί. Παντού η Εκκλησία χτίζει φιλανθρωπικά ιδρύματα, νοσοκομεία, ορφανοτροφεία, σχολεία, γηροκομεία, λεπροκομεία και άσυλα κάθε είδους. Μοναδική και θαυμαστή κατάκτηση. Οταν πανίσχυρες αυτοκρατορίες και θεσμοί αιωνόβιοι και ένδοξα βασίλεια καταρρέουν και διαλύονται παταγωδώς, μόνον η Εκκλησία του Χριστού μένει, επεκτείνεται και διαρκώς προοδεύει. Το θαύμα αυτό δεν αποδεικνύει τη θεότητα του ιδρυτή της και δεν μας αναγκάζει να φωνάξουμε κι εμείς “Ραββί, συ ει ο Υιός του Θεού...”

Για να φτάσει όμως η Εκκλησία του Χριστού ως εδώ, πέρασε από δυσκολίες αφάνταστες. Οι δυσκολίες ήταν ανυπέρβλητες, γιατί είχε ν’αντιμετωπίσει εχθρούς ποικίλους και λυσσώδεις και ο εξοντωτικός αυτός πόλεμος διήρκησε 2.000 χρόνια και συνεχίζεται.

α) Επιτέθηκαν οι άρχοντες του κόσμου εναντίον της. Βασιλιάδες και δικτάτορες τρομεροί, που διέθεταν δύναμη, οι οποίοι ενώ σ’ όλα τα άλλα ζητήματα ποτέ δεν συμφωνούσαν, σ’ ένα μόνο συμφώνησαν και συμμάχησαν: Στην εξόντωση της Εκκλησίας του Χριστού. Τη χτύπησαν μ’ όσα μέσα διέθεταν την παλιά εποχή: λόγχες, σταυρούς και τροχούς, με αυτόματα και όπλα παντός είδους. Κατόπιν με μαρτύρια εξοντωτικά και βασανιστήρια σατανικά, με φυλακίσεις, κρεμάλες, εξορίες, με στρατόπεδα συγκέντρωσης, με καθημερινές εκτελέσεις. Εσφαξαν, ξεκοίλιασαν, έγδαραν, σταύρωσαν, έκαψαν ζωντανούς. Και αυτό δεν έγινε μόνον στους τρεις πρώτους αιώνες, οπότε η Εκκλησία έδωσεν απειράριθμους μάρτυρες-11.000.000 έιναι μόνον οι γνωστοί-αλλά συνεχίστηκε και στους κατοπινούς χρόνους και επαναλήφθηκε και στην εποχή μας, με άνευ προηγουμένου λύσσα και μανία. Πώς ήταν δυνατόν ύστερα από όλ’ αυτά να ζει η Εκκλησία του Χριστού και να βγαίνει πιο δυνατή και ακμαία; Μία μόνο εξήγηση του θαύματος υπάρχει: Τη σκέπαζε, την προφύλαγε, τη δυνάμωνε και την έσωζε η πανίσχυρη δύναμη του Χριστού.

β) Εναντίον της επιτέθηκαν με όχι λιγότερη μανία και οι σοφοί, οι γραμματισμένοι. Αυτοί ήταν πιο επικίνδυνοι γιατί κρατούσα στο χέρι την πέννα και στο στόμα το ψέμμα και τη συκοφαντία. Εγραψαν βιβλία ογκώδη και πολύτομα. Παρεξήγησαν και διέστρεψαν το Ευαγγέλιο. Ειρωνεύτηκαν και ενέπαιξαν τα Θεία και Ιερά. Εξαπέλυσαν συνθήματα και προπαγάδες, για να κλονίσουν τους πιστούς και να διαλύσουν την Εκκλησία του Χριστού. Και σήμερα με τι κοσμητικά επίθετα δεν την στολίζουν: Αναχρονιστική, σκοταδιστική, φασιστική...

Σ’ αυτή λοιπόν τη λυσσώδη και πολύχρονη πολεμική, πώς θα μπορούσε να σωθεί το οικοδόμημα των αγράμματων και μωρών και εξουθενωμένων οπαδών του ξυλουργού της Ναζαρέτ, εάν εκείνος δεν τους είχε οπλίσει με το πνεύμα του Θεού;

γ) Και σαν να μην έφταναν αυτά, στράφηκαν εναντίον της με το φοβερό όπλο της διαστροφής και του ψεύδους πολλοί, που ξεπήδησαν από τα σπλάχνα της, οι αιρετικοί, με επικεφαλής τον Αρειο και όλους τους άλλους που φτάνουν μέχρι τις μέρες μας, με τους σημερινούς Ιεχωβάδες. Τί πόλεμος ήταν αυτός! Ανοιξαν οι πύλες του Αδη και ξεχύθηκαν οι σατανικές δυνάμεις να την καταπιούν. Και όμως, δεν κατόρθωσαν τίποτε. Η Εκκλησία μοιάζει με πλοιάριο που ανεμοδέρνεται στη θάλασσα, της οποίας τ’ αγριεμένα κύματα σηκώνονται να το καταπιούν. Πειρατές τρομεροί και εξασκημένοι επιτίθενται με λύσσα. Βάλλεται από παντού. Απ’ τις ακτές πυροβόλα ξερνούν φωτιά και σίδερο κατ’ απάνω του. Από τον ουρανό αεροπλάνα ρίχνουν βροχή βόμβες. Κάτω από το βυθό, υποβρύχια ύπουλα τορπιλίζουν συνεχώς, για να το ανατινάξουν. Ανοιξε ο βυθός το στόμα του σαν Αδης, να το καταπιεί. Και κοντά σ’ αυτά, μαίνεται μέσα του εμφύλιος σπαραγμός μεταξύ του πληρώματος. Ποιός θα μπορούσε να φανταστεί ότι θα γλίτωνε; Κι όμως, όχι μόνον αύτανδρο δεν καταποντίστηκε, αλλά νίκησε όλους τους εχθρούς της και ουριοδρομεί: “Η Εκκλησία, αναφωνεί ο Ι. Χρυσόστομος, κλυδωνίζεται, αλλ’ ου καταποντίζεται, χειμάζεται, αλλά ναυάγιον ουχ υπομένει, παλαίει αλλ’ ουχ ηττάται. Μαινέσθω η θάλασσα, εγειρέσθω τα κύματα, Του Ιησού το πλοιάριο καταποντίσαι ου δύναται. Η Εκκλησία πολεμουμένη νικά και λαμπροτέρα καθίσταται”.

Βλέπουμε την Εκκλησία σήμερα νικήτρια και θριαμβεύουσα. “Πού είναι οι διώξαντες την Εκκλησία;” Ρωτάει πάλι ο Ι. Χρυσόστομος. “Πάντες ώχοντο και απώλοντο και ώσει καπνός εξέλιπον”. Οι αιρετικοί λούφαξαν, οι επιστήμονες αιχμάλωτοι κοσμούν το θρίαμβό της και τέθηκαν στην υπηρεσία της, πιστεύοντες σήμερα στη θεότητα του Ιησού, έπειτα από το θαύμα αυτό της ιδρύσεως και συντηρήσεως της Εκκλησίας, λέγοντας: “Ραββί, συ ει ο Υιός του Θεού”.

Καλή Σαρακοστή

Με ευχές και τιμή

Πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Αλεβιζάκης

Του Παύλου-Σωκράτη Παυλίδη*

Οταν αναλογίζομαι τη ζωή που γράφω, μου φαίνεται σαν παραμύθι. Οσο μεγαλώνει ο άνθρωπος, ο παιδικές αναμνήσεις έρχονται πιο συχνά στο μυαλό του...

Ηταν απόγευμα Φθινοπώρου του 1938. Στο σχολείο ήμουν σαλπιγκτής, αλλά και στη Φάλαγγα της Ε.Ο.Ν. του χωριού μου Ροδώνα. Πήρα εντολή να σαλπίσω προσκλητήριο. Μαζεύτηκε όλη τη νεολαία του χωριού. Εκεί ο φαλαγγάρχης Ζαχαρίας Βαρυδήμος μας ανακοινώνει ότι αύριο το πρωί οφείλουμε όλοι να βρισκόμαστε στην αυλή του Σχολείου, για να αναχωρήσουμε στον Σιδηροδρομικό Σταθμό των Μουριών κι από κει με τρένο στην πόλη του Κιλκίς, για να παραβρεθούμε στα εγκαίνια του Νοσοκομείου.

Συγκεντρωθήκαμε την επόμενη ημέρα όλοι με τις μπλε σκούρες στολές μας, με γραβάτα λευκή και με σημαιοφόρο τον Δημήτρη Αργυρόπουλο, φτάσαμε στο Σταθμό των Μουριών. Εκεί ήσαν συγκεντρωμένοι όλοι οι φαλαγγίτες από το λεκανοπέδιο των Μουριών. Επιβιβαστήκαμε στο τρένο και φτάσαμε στον Σιδηροδρομικό Σταθμό της Κρηστώνης. Παραταγμένοι, ξεκινήσαμε πεζοί και με τραγούδια έντονα και ζωηρά, φτάσαμε στη μικρή τότε πόλη του Κιλκίς. Πήρε να σουρουπώνει και τα φώτα της ήσαν λιγοστά.

Εκεί, έξω από την πόλη, στο Φόρο σα να θυμάμαι ότι είδα φανούς που καίγανε ασετιλίνη, για να φωτίζονται τα πεζοδρόμια.

Σε κάποιο σημείο μας περίμενε ο συντοπίτης Ιωάννης Γωνιάδης, που μας οδήγησε στο χώρο των εγκαινίων, όπου ήρθαν από όλα τα χωριά φαλαγγίτες με τις σημαίες τους. Δεν ήσαν όμως μόνο νέοι, ήθραν και χωρικοί απ’ όλα τα χωριά του νομού, πραγματική λαοθάλασσα. Παραταχθήκαμε, αναμένοντας τον πρωθυπουργό Ιωάννη Μεταξά. Μας καθυστέρησε, έφθασε στο χώρο των εγκαινίων κι ο κόσμος τον υποδέχθηκε με χειροκροτήματα.

Μίλησαν ο διευθυντής της Νομαρχίας Σταύρος Πέτροβας, ο δήμαρχος Τζιερόπουλος, ο καθηγητής Αθανάσιος Τσούντας. Ηταν εκεί και ο υπομοίραρχος της χωροφυλακής Αίας Τζαμαλούκας. Στο τέλος, ο πρωθυπουργός Ιωάννης Μεταξάς ευχαρίστησε όλους, όσοι πρόσφεραν για να κτισθεί το έργο κι αυτούς που δούλεψαν με την προσωπική τους εργασία και είπε στους αγρότες: “Από σας τους αγρότες θέλω να σπείρετε σιτάρι, ακόμη και στις γλάστρες σας”. Τότε σηκώθηκε φωνή λαού από τους αγρότες να ονομάσουν το Νοσοκομείο “ΣΑΝΤΑΛΙ”-απ’ τα σαντάλια του καπνού που πρόσφεραν. Ημουν πίσω και δεν άκουγα καθαρά.

Μετά το πέρας των εγκαινίων, διανυκτερεύσαμε στο 3ο Δημοτικό Σχολείο του Κιλκίς και γυρίσαμε την άλλη μέρα με το τρένο.

Στα 1936 ρίχτηκε η ιδέα να χτιστεί στο Κιλκίς ένα σύγχρονο Νοσκομείο, κατάλληλο για τις ανάγκες του λαού. Κι αυτός που υλοποίησε την ιδέα ήταν ο νομάρχης Κιλκίς Χρήστος Δρέλλιας. Ζήτησε τη συνδρομή της Κυβέρνησης. Ο πρωθουπουργός του είπε ότι κονδύλια μεγάλα δεν μπορεί να διαθέσει το κράτος. Ο Δρέλλιας ήθελε μόνο την έγκριση και την πήρε. Εκανε γνωστή την απόφαση για την ανέγερση του Νοσοκομείου στους προέδρους των κοινοτήτων του νομού Κιλκίς, έργο που μελετήθηκε με προσοχή και που θα αναλάμβαναν όλοι μαζί να το χτίσουν.

Ο καθένας πρόσφερε την προσωπική του εργασία. Αν δεν ήθελε ή δεν μπορούσε, θα πρόσφερε χρήματα ή αγροτικά αγαθά, κυρίως οι καπνοπαραγωγοί καπνά ή σαντάλια. Τα κο­ντινά στο Κιλκίς χωριά ανέλαβαν με βοϊδάμαξες ή αλογάμαξες να κουβαλούν άμμο και πέτρα. Αλλοι δούλευαν ως εργάτες στο έργο· και πολλοί πρόσφεραν τα ΣΑΝΤΑΛΙΑ των καπνών. Και το Νοσοκομείο χτίστηκε και εγκαινιάσθηκε σε δύο χρόνια, στις αρχές του 1939.

Ως τότε τί υπήρχε στο Κιλκίς για την περίθαλψη των ασθενών της πόλης και της ευρύτερης περιοχής;

Η ελονοσία και η φυματίωση θέριζαν τον προσφυγικό κόσμο, που ήρθε και εγκαταστάθηκε στον τόπο, ταλαιπωρημένος, πεινασμένος, άστεγος. Πολλά παιδιά πέθαιναν πριν προφτάσουν να συμπληρώσουν τα πέντε τους χρόνια. Απ’ τα 1921 έως το 1923 λειτουργούσε στο Κιλκίς το “Προσφυγικό Παράπηγμα”, μία μονάδα υγείας της Αμερικανικής Επιτροπής Περίθαλψης. Μετά περιέρχεται η μονάδα αυτή στο κράτος, ως τα 1928. Τότε αναλαμβάνει ο “Σύνδεσμος Δήμων και Κοινοτήτων της περιοχής Κιλκίς” και δημιουργεί Νοσοκομείο για την περίθαλψη απόρων ασθενών της περιοχής Κιλκίς και στεγάζεται πρώτα σε προσφυγικό παράπηγμα, ύστερα στα κτήρια των τουρικών στρατώνων στο κέντρο του Κιλκίς κι απ’ τα 1936 στο Κτήριο των Λαζαριστών, όπου σήμερα στεγάζεται το “Πολυάνειο Ωδείο” της Μητρόπολης. Και τα 1939 εγκαινιάζεται το σύγχρονο Νοσοκομείο, με 120 κλίνες που φτάνει στα 1954 μετά την ανέγερση της β’ πτέρυγάς, της ορθοπεδικής, να αριθμεί 320 κλίνες με δύο ορθοπεδικές κλινικές, παθολογική, χειρουργική, μαιευτική, οφθαλμολογική, ωτορινολαρυγγολογική, παιδιατρική και με εργαστήρια μικροβιολογικό, ακτινολογικό και παθολογοανατομικό, καθώς και με τμήματα αναισθησιολογικό και σταθμό αιμοδοσίας. Και οι προοπτικές του για περαιτέρω εξέλιξη είναι πολύ μεγάλες, άφου ήδη θεμελιώνεται και η γ’ πτέρυγα. (Εχει ήδη τελειώσει και λειτουργεί).

Σήμερα υπάγεται στο Υπουργείο Υγείας, στο Εθνικό Σύστημα Υγείας (Ε.Σ.Υ), αλλά οι ανάγκες του είναι αυξημένες, αφού οι σύγχρονοι ασθενείς είναι πολυπληθέστεροι και πολύ περισσότερο απαιτητικοί από τους πρώτους πρόσφυγες ασθενείς.

*Από το βιβλίο του “Το λεκανοπέδιο των Μουριών”

Τα τρία βιβλία του Παύλου-Σωκράτη Παυλίδη υπάρχουν τη Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Κιλκίς.

Του Γιώργου Πελίδη*

Για να υπάρχει ποιοτικότερη εκπαίδευση και προπόνηση ο σύγχρονος προπονητής θα πρέπει να γνωρίζει τις απαιτήσεις του μελλοντικού παιχνιδιού.

Θα πρέπει να προβλέπει τα στοιχεία που διαθέτει ο αυριανός ποδοσφαιριστής και να τοποθετεί τους στόχους της προπόνησης και της εκπαίδευσης στις αναπτυξιακές ηλικίες.

Θα πρέπει ακόμη ο προπονητής να γνωρίζει τις μεθόδους διδασκαλίας και της προπόνησης όπως και την αναγνώριση

των λαθών και την διόρθωσή τους.

Ποιες είναι όμως οι κυριότερες τάσεις στο σύγχρονο ποδόσφαιρο;

Ππως αυτές καταγράφηκαν στην σύγχρονη αθλητική προπονητική βιβλιογραφία είναι:

- η επιθετική φιλοσοφία του παιχνιδιού

-ο ελκυστικός και αποτελεσματικός τρόπος παιχνιδιού

- η συμπεριφορά-fair play

- ο υψηλός αγωνιστικός ρυθμός παιχνιδιού, ταχύτατες ενέργειες κατά την διάρκεια του αγώνα.

- υψηλή τεχνικοτακτική ευελιξία της ομάδος και των παικτών και γρήγορες προσαρμογές ανάλογα με τις απαιτήσεις της κάθε φάσεις του παιχνιδιού.

 

Για να μπορέσει ο ποδοσφαιριστής να ανταποκριθεί στις μεταβαλλόμενες καταστάσεις του παιχνιδιού, θα πρέπει να διαθέτει τα παρακάτω χαρακτηριστικά:

-προσωπικότητα

-κύρος

-σωστοί τρόποι συμπεριφοράς

-κοινωνικότητα.

Ακόμη θα πρέπει να γίνεται πρόωρη και σωστή ανίχνευση

και επιλογή των παιδιών που διαθέτουν ταλέντο γιατί η υψηλή αθλητική απόδοση επιτυγχάνεται με την μακροχρόνια και συστηματική προετοιμασία του.

Με τον συνδυασμό της επιστημονικής γνώσης και της πρακτικής εμπειρίας μπορεί να γίνει η σωστή αξιοποίηση των ταλέντων ποδοσφαίρου.

 

*ΑΠΘ- ΕΙΔΙΚΟΤΗΤΑ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΙΣΗ

ΠΡΟΠΟΝΗΤΗΣ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟΥ UEFA C΄ B΄ A΄

PERFOMANCE ANALYSIS -ΑΝΑΛΥΤΗΣ ΑΠΟΔΟΣΗΣ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟΥ

Του Παύλου-Σωκράτη Παυλίδη*

Μέχρι τη δεκαετία του 1970, σχεδόν όλες οι δουλειές των γεωργών στο λεκανοπέδιο των Μουριών, μετακινήσεις, μεταφορές προϊόντων, γεωργικές εργασίες, γίνονταν αποκλειστικά με τη βοήθεια των ζώων, με βόδια, άλογα, βουβάλια, μουλάρια και γαϊδούρια.

Ο πεταλωτής από το Σαράι της Θράκης Νικόλαος και ο γιος του Δημήτριος Αλμπάνης, κάτοικοι του χωριού Ακακίες των Μουριών, έκτισαν δίπλα στο σπίτι ένα υπόστεγο και δέχονταν τους πελάτες για το καλίγωμα των ζώων τους. Ο πεταλωτής αγόραζε φύλλο χοντρής λαμαρίνας, σημάδευε πάνω της το ανάλογο μέγεθος με την πατούσα του ζώου και με ειδικό ψαλίδι έκοβε τα σημαδεμένα πέταλα, χτυπώντας με βαριοπούλα πάνω στο ψαλίδι.

Ετοίμαζε όσα πέταλα είχε κόψει και μετά τα περνούσε ένα-ένα πάνω στο σιδερένιο αμόνι και με ζουμπά άνοιγε τρύπες. Υστερα από αυτή την δουλειά, με το σφυρί χτυπούσε πάνω στις τρύπες για να μην έχουν προεξοχές, λίμαρε γύρω και τα πέταλα ήταν έτοιμα.

Ο σιδεράς Μιχάλης Εμμανουηλίδης, κι αυτός απ’ τις Ακακίες, Θρακιώτης από το Σαράι, έκοβε πέταλα και τα πουλούσε στους πεταλάδες. Εκοβε πέταλα για όλα τα ζώα. Για άλογα και μουλάρια που κουβαλούσαν φορτίο από το βουνό, τα πέταλα ήταν διαφορετικά από των άλλων ζώων. Το πίσω μέρος είχε τακούνι για τον κατήγορο, ενώ στα άλογα και μουλάρια του κάμπου ήταν ίσια τα πέταλα, σε σχήμα μισοφέγγαρου. Πέταλο μεγάλο με τακούνια κρεμούσαν στην είσοδο του εργαστηρίου, αλλά και σε μαγαζιά και σπίτια και συμβόλιζε ευτυχία. Τα ζώα τα πεταλώνουν για να περπατούν άνετα στις δουλειές που τα οδηγούν οι άνθρωποι.

Δεν προϋπήρχαν στο λεκανοπέδιο τέχνες για να πάει κανείς να μάθει την τέχνη του πεταλωτή. Οι πεταλωτήδες ήσαν αυτοδίδακτοι.

Τα εργαλεία του πεταλωτή ήταν ψαλίδι, σφυρί, τανάλια για να βγάζει τα φθαρμένα καρφιά και πέταλα, λίμα για να λιμάρει τα πέταλα, ράσπα για να καθαρίζει τα ξερά νύχια, μαχαίρι για τα νύχια, σανδάκι (πάλι για τα νύχια), ζουμπάς για να ανοίγει τρύπες στο πέταλο, αμόνι και άλλα.

Με τα εργαλεία αυτά φορούσαν πέταλα στις οπλές των ζώων, μ’ άλλα λόγια, όπλιζαν τα νύχια τους.

Την ώρα του πεταλώματος καμιά φορά γινόταν λάθος, απροσεξία και ο πεταλωτής αντί να καρφώσει το καρφί στη σκληρή μεριά της οπλής, το κάρφωνε στη μαλακή με αποτέλεσμα να μολύνεται το πόδι του ζώου και αυτό να κουτσαίνει. Τότε αφαιρούσαν το πέταλο και έβαζαν κατράμι στην πληγή.

Ο πεταλωτής είναι ένα επάγγελμα αιώνων.

Τα ζώα που δουλεύουν κοντά στον άνθρωπο θέλουν φροντίδα, πρέπει να είναι πεταλωμένα για να μπορούν να αποδώσουν στη δουλειά. Την ώρα του πεταλώματος σηκώνουν το πόδι του ζώου, αυτό που θα καλιγώσουν. Αν το ζώο είναι ζωηρό και υπάρχει το ενδεχόμενο να κλωτσήσει, τότε δένουν τη μουσούδα του, αν είναι ανήσυχο, τότε τη σφίγγουν σιγά-σιγά, μέχρι να πονέσει και να ηρεμήσει.

Ο πεταλωτής, από την πολύ δουλειά, πολλές φορές δεν προλάβαινε. Ελεγε στον πελάτη “έλα αύριο”, όπως συνήθως γίνεται σήμερα με τα συνεργεία αυτοκινήτων. Με τη διαφορά ότι ο καλιγάς περνούσε τότε στα ζώα πέταλα, ενώ ο γκαραζιέρης στα αυτοκίνητα λάστιχα.

*Από το βιβλίο του “Το λεκανοπέδιο των Μουριών”

Τα τρία βιβλία του Παύλου-Σωκράτη Παυλίδη υπάρχουν τη Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Κιλκίς.

Σελίδα 6 από 100
We use cookies to improve our website. Cookies used for the essential operation of this site have already been set. For more information visit our Cookie policy. I accept cookies from this site. Agree