Η ζωή στο Ακίντζαλι

17 Μαΐου 2018
K2_ITEM_AUTHOR 

Του Παύλου-Σωκράτη Παυλίδη*

Αφηγείται ο ιερέας Γεώργιος Τερζιτάνος:

“Είμαι ο γιος του Μανόλη Τερζιτάνου, καπετάνιου των α­νταρτικών ομάδων του 1913 για την απελευθέρωση της Μακεδονίας από τους Βουλγάρους. Η οικογένειά μου ήταν γηγενής, είμαστε ντόπιοι στο Ακίντζαλι, στις Μουριές.

Ο Β’ Βαλκανικός πόλεμος το 1913 ελευθέρωσε την περιοχή του λεκανοπεδίου των Μουριών. Ο ελληνικός στρατός ελευθέρωσε μετά την Στρούμνιτσα, όπου πήγε ο Βενιζέλος να ενθαρρύνει το στρατό από τη λίμνη Δοϊράνη. Οι εδώ Μουριώτες τον υποδέχθηκαν και ο Προκόπης Τερζιτάνος, που ήταν ψαράς, δώρισε τον Βενιζέλο ένα γριβάδι δεκαπέντε οκάδες που τον ευχαρίστησε, γι’ αυτό και στις Σέρρες το φάγανε με τους επισήμους.

Εδώ οι Μουριώτες ήσαν άνθρωποι της γεωργίας. Δουλεύαμε το χώμα με αρχέγονα μέσα, με το ξύλινο αλέτρι, που μόνο στη μύτη που χάραζε τη γη είχε σίδερο  και αργότερα με άροτρο σιδερένιο.

Είχαμε και κτηνοτροφία: πρόβατα, γίδια και μεγάλα ζώα, βουβάλια. Θερίζαμε με το δρεπάνι και στο χέρι φορούσαμε την παλαμαριά, ξύλινο γάντι, για να προφυλάξουμε το χέρι. Αλωνίζαμε με την τουκάνα μέχρι το 1950.

Αποθηκεύαμε για τον χειμώνα τη χειμερινή τροφή, σαν τα μυρμήγκια, τους γιουφκάδες, τον τραχανά, το κουσκούς, τα απίδια, που τα ξεραίναμε στον ήλιο και μετά στο φούρνο· κατόπιν τα βράζαμε κι έβγαζαν έναν αρωματικό χυμό που τον πίναμε ζεστό ή κρύο.

Οσο για το χοιρινό κρέας, βάζαμε το λαρδί σε καλούπια με μπόλικο άλας και κάναμε και τον καβουρμά.

Φύγανε πολλές οικογένειες στην Βουλγαρία με τον πόλεμο του 1922, αλλά και το 1941 έφυγαν από δω ντόπιοι για τη Βουλγαρία.

Η αξία των εθίμων και των παραδόσεων που μας άφησαν οι γονείς μας, ήταν σημαντική. Τα έθιμα ωφελούν την ψυχή του ανθρώπου.

Την τελευταία Κυριακή των Απόκρεω στρώναμε το τραπέζι με ανάλογα φαγητά. Το τραπέζι ήταν ένας χαμηλός σουφράς. Γύρω-γύρω καθόμασταν και ο νοικοκύρης, ο αρχηγός της φαμίλιας, έριχνε κάτω στο χώμα λίγο κρασί, για να μην ξεχνάμε τους ανθρώπους μας τους πεθαμένους και μετά αρχίζαμε το φαγοπότι.

Πριν αρχίσουμε να τρώμε, πρώτα κάναμε το σταυρό μας, λέγαμε κάποια ευχή και μετά έπαιρνε ο καθένας το κουτάλι και τρώγαμε από μια γαβάθα.

Είχαμε και βρασμένα αυγά, όχι βαμμένα· το ένα το ξεφλουδίζαμε, το δέναμε με κλωστή που κρεμιόταν από το ταβάνι και το ωθούσαμε· όπως ήμασταν όλοι γύρω από το τραπέζι, αυτό πήγαινε πάνω απ’ τα κεφάλια μας κυκλικά και σ’ όποιον κατόρθωνε να το πιάσει με το στόμα, του έταζαν κάτι που δεν το έπαιρνε ποτέ!

Οι παραδόσεις αποτελούν πηγή ενότητας ανάμεσα στις γενιές. Δεν είναι απαραίτητο να ακολουθεί κανείς κατά γράμμα τον παραδοσιακό τρόπο ζωής. Αρκεί να βρεθεί κανείς στο πνεύμα των πατροπαράδοτων συνηθειών, για να αντλήσει δύναμη.

Και οι μεγάλες γιορτές είναι μια καλή αρχή για την ενίσχυση της οικογενειακής αγάπης και ενότητας. Ιδιάιτερα σε δύσκολες εποχές, η αγάπη ενώνει την οικογένεια. Ολα αυτά όμως φεύγουν σιγά-σιγά και μένουν μόνοι.

Η πίστη αποτελεί τον θεμέλιο λίθο των οικογενειακών παραδόσεων. Με την πίστη κρατάμε αναλλοίωτες τις παραδόσεις μας, πρώτα μέσα στην οικογένεια και μετά στην κοινωνική μας ζωή”.

*Από το βιβλίο του “Το λεκανοπέδιο των Μουριών”

We use cookies to improve our website. Cookies used for the essential operation of this site have already been set. For more information visit our Cookie policy. I accept cookies from this site. Agree