To μέγιστον αέναο θαύμα

22 Φεβρουαρίου 2018
K2_ITEM_AUTHOR 

Η πρώτη Κυριακή της Μ. Σαρακοστής είναι αφιερωμένη στην Ορθόδοξη Εκκλησία μας. Πανηγυρικά γιορτάζουμε το θρίαμβός της εναντίον των ποικιλώνυμων εχθρών της που την πολέμησαν σκληρά, από τα πρώτα βήματά της μέχρι τις μέρες μας. Και είναι τούτη η νίκη η επαλήθευση των λόγων του Κυρίου μας στο Ναθαναήλ “... Μείζων τούτων όψει...”. Είναι τούτος ο θρίαμβος το θαύμα των αιώνων. Ενα θαύμα καθημερινό και ατελείωτο, που συνεχίζεται εις τους αιώνες.

Το μέγιστο και αέναο αυτό θαύμα, είναι η ΙΔΡΥΣΗ και η πρόοδος της Εκκλησίας.

Ποιος είναι ο ιδρυτής: Είναι ένας φτωχός Ιουδαίος, γεννημένος μέσα σε μια φάτνη, ένας άσημος ξυλουργός. Ξεκίνησε από τη μικρή, κακόφημη Ναζαρέτ, χωρίς να έχει τίτλους και πτυχία, πλούτη και στρατούς, τίποτε από εκείνα που λάμπουν και υψώνουν και παρουσιάζουν τους ανθρώπους μεγάλους και επιφανείς στον Κόσμο. Θα μπορούσε να περιμένει κανείς τίποτε το σπουδαίο; Τίποτε απολύτως. Ετσι θα περνούσε απαρατήρητος.

Κι όμως, τον βλέπουμε ιδρυτή και αρχηγό της μεγαλύτερης δύναμη στον Κόσμο, της Εκκλησίας, που διευθύνει εκατομμύρια ψυχών. Αρχηγό της μεγαλύτερης Βασιλείας, που έχει αγκαλιάσει όλες τις ηπείρους, φυλές και γλώσσες. Τον αγαπούν αναρίθμητοι οπαδοί του, τον σέβονται, τον λατρεύουν. Υποφέρουν τα πάντα γι’ αυτόν. Θυσιάζουν κι αυτή τη ζωή τους. Πώς το κατόρθωσεν αυτό; Ανθρωπος ήταν αδύνατο να το πετύχει. Μόνον ο Θεός θα μπορούσε να το κατορθώσει. Και πράγματι, ο Χριστός δεν ήταν ένας απλός δάσκαλος, ένας επαναστάτης, όπως τον θέλουν οι άθεοι. Ηταν ο γιος του Θεού. Δεν είναι αυτό μέγα θαύμα; Δεν αξίζει να φωνάξουμε κι εμείς “Ραββί, συ ει ο Υιός του Θεού του ζώντος”;

Ποιό είναι το επιτελείο Του; Πόσοι και ποιοί το αποτελούν; Δώδεκα αδύναμοι άνθρωποι, αγράμματοι, φτωχοί και άσημοι ψαράδες. Αοπλοι, πρόβατα άκακα, τί θα μπορούσαν να κάνουν; Και όμως, ορμούν στο όνομα του Χριστού και κατακτούν όλη την Οικουμένη. Εξουδετερώνουν τις πάνοπλες στρατιές της Ρώμης. Ταπεινώνουν τους ισχυρούς, αποστομώνουν τους σοφούς και εξαπλώνουν σ’ όλη τη γη την Εκκλησία του Χριστού. Είναι ή δεν είναι θαύμα αυτό;

Και να σήμερα, η Εκκλησία συνεχώς επεκτείνεται καταπληκτικά. Αυξάνει και αριθμητικώς. Αυξάνει και ποιοτικώς. Αυξάνει και αποβαίνει εμπνευστής και ενισχυτής σε κάθε προσπάθεια επιστημονική, κοινωνική, καλλιτεχνική. Παντού θα τη βρεις μπροστά. Αυτή φτιάχνει ιδρύματα για να προστατεύει αδύνατους, απόκληρους της ζωής και η επίδρασή της φτάνει και στο πιο απομακρυσμένο χωριό. Αυτή οργανώνει αδελφές, αγγέλους παρηγοριάς, που παραστέκουν και βοηθούν και απαλύνουν τον πόνο κάθε εγκαταλειμμένου ανθρώπου. Αυτή εξαποστέλλει κατά χιλιάδες τους Ιεραπόστολους στους άγριους και τους ημερώνει. Στο ένα χέρι κρατούν οι Ιεραπόστολοι το Ευαγγέλιο και στο άλλο το σφυρί. Παντού η Εκκλησία χτίζει φιλανθρωπικά ιδρύματα, νοσοκομεία, ορφανοτροφεία, σχολεία, γηροκομεία, λεπροκομεία και άσυλα κάθε είδους. Μοναδική και θαυμαστή κατάκτηση. Οταν πανίσχυρες αυτοκρατορίες και θεσμοί αιωνόβιοι και ένδοξα βασίλεια καταρρέουν και διαλύονται παταγωδώς, μόνον η Εκκλησία του Χριστού μένει, επεκτείνεται και διαρκώς προοδεύει. Το θαύμα αυτό δεν αποδεικνύει τη θεότητα του ιδρυτή της και δεν μας αναγκάζει να φωνάξουμε κι εμείς “Ραββί, συ ει ο Υιός του Θεού...”

Για να φτάσει όμως η Εκκλησία του Χριστού ως εδώ, πέρασε από δυσκολίες αφάνταστες. Οι δυσκολίες ήταν ανυπέρβλητες, γιατί είχε ν’αντιμετωπίσει εχθρούς ποικίλους και λυσσώδεις και ο εξοντωτικός αυτός πόλεμος διήρκησε 2.000 χρόνια και συνεχίζεται.

α) Επιτέθηκαν οι άρχοντες του κόσμου εναντίον της. Βασιλιάδες και δικτάτορες τρομεροί, που διέθεταν δύναμη, οι οποίοι ενώ σ’ όλα τα άλλα ζητήματα ποτέ δεν συμφωνούσαν, σ’ ένα μόνο συμφώνησαν και συμμάχησαν: Στην εξόντωση της Εκκλησίας του Χριστού. Τη χτύπησαν μ’ όσα μέσα διέθεταν την παλιά εποχή: λόγχες, σταυρούς και τροχούς, με αυτόματα και όπλα παντός είδους. Κατόπιν με μαρτύρια εξοντωτικά και βασανιστήρια σατανικά, με φυλακίσεις, κρεμάλες, εξορίες, με στρατόπεδα συγκέντρωσης, με καθημερινές εκτελέσεις. Εσφαξαν, ξεκοίλιασαν, έγδαραν, σταύρωσαν, έκαψαν ζωντανούς. Και αυτό δεν έγινε μόνον στους τρεις πρώτους αιώνες, οπότε η Εκκλησία έδωσεν απειράριθμους μάρτυρες-11.000.000 έιναι μόνον οι γνωστοί-αλλά συνεχίστηκε και στους κατοπινούς χρόνους και επαναλήφθηκε και στην εποχή μας, με άνευ προηγουμένου λύσσα και μανία. Πώς ήταν δυνατόν ύστερα από όλ’ αυτά να ζει η Εκκλησία του Χριστού και να βγαίνει πιο δυνατή και ακμαία; Μία μόνο εξήγηση του θαύματος υπάρχει: Τη σκέπαζε, την προφύλαγε, τη δυνάμωνε και την έσωζε η πανίσχυρη δύναμη του Χριστού.

β) Εναντίον της επιτέθηκαν με όχι λιγότερη μανία και οι σοφοί, οι γραμματισμένοι. Αυτοί ήταν πιο επικίνδυνοι γιατί κρατούσα στο χέρι την πέννα και στο στόμα το ψέμμα και τη συκοφαντία. Εγραψαν βιβλία ογκώδη και πολύτομα. Παρεξήγησαν και διέστρεψαν το Ευαγγέλιο. Ειρωνεύτηκαν και ενέπαιξαν τα Θεία και Ιερά. Εξαπέλυσαν συνθήματα και προπαγάδες, για να κλονίσουν τους πιστούς και να διαλύσουν την Εκκλησία του Χριστού. Και σήμερα με τι κοσμητικά επίθετα δεν την στολίζουν: Αναχρονιστική, σκοταδιστική, φασιστική...

Σ’ αυτή λοιπόν τη λυσσώδη και πολύχρονη πολεμική, πώς θα μπορούσε να σωθεί το οικοδόμημα των αγράμματων και μωρών και εξουθενωμένων οπαδών του ξυλουργού της Ναζαρέτ, εάν εκείνος δεν τους είχε οπλίσει με το πνεύμα του Θεού;

γ) Και σαν να μην έφταναν αυτά, στράφηκαν εναντίον της με το φοβερό όπλο της διαστροφής και του ψεύδους πολλοί, που ξεπήδησαν από τα σπλάχνα της, οι αιρετικοί, με επικεφαλής τον Αρειο και όλους τους άλλους που φτάνουν μέχρι τις μέρες μας, με τους σημερινούς Ιεχωβάδες. Τί πόλεμος ήταν αυτός! Ανοιξαν οι πύλες του Αδη και ξεχύθηκαν οι σατανικές δυνάμεις να την καταπιούν. Και όμως, δεν κατόρθωσαν τίποτε. Η Εκκλησία μοιάζει με πλοιάριο που ανεμοδέρνεται στη θάλασσα, της οποίας τ’ αγριεμένα κύματα σηκώνονται να το καταπιούν. Πειρατές τρομεροί και εξασκημένοι επιτίθενται με λύσσα. Βάλλεται από παντού. Απ’ τις ακτές πυροβόλα ξερνούν φωτιά και σίδερο κατ’ απάνω του. Από τον ουρανό αεροπλάνα ρίχνουν βροχή βόμβες. Κάτω από το βυθό, υποβρύχια ύπουλα τορπιλίζουν συνεχώς, για να το ανατινάξουν. Ανοιξε ο βυθός το στόμα του σαν Αδης, να το καταπιεί. Και κοντά σ’ αυτά, μαίνεται μέσα του εμφύλιος σπαραγμός μεταξύ του πληρώματος. Ποιός θα μπορούσε να φανταστεί ότι θα γλίτωνε; Κι όμως, όχι μόνον αύτανδρο δεν καταποντίστηκε, αλλά νίκησε όλους τους εχθρούς της και ουριοδρομεί: “Η Εκκλησία, αναφωνεί ο Ι. Χρυσόστομος, κλυδωνίζεται, αλλ’ ου καταποντίζεται, χειμάζεται, αλλά ναυάγιον ουχ υπομένει, παλαίει αλλ’ ουχ ηττάται. Μαινέσθω η θάλασσα, εγειρέσθω τα κύματα, Του Ιησού το πλοιάριο καταποντίσαι ου δύναται. Η Εκκλησία πολεμουμένη νικά και λαμπροτέρα καθίσταται”.

Βλέπουμε την Εκκλησία σήμερα νικήτρια και θριαμβεύουσα. “Πού είναι οι διώξαντες την Εκκλησία;” Ρωτάει πάλι ο Ι. Χρυσόστομος. “Πάντες ώχοντο και απώλοντο και ώσει καπνός εξέλιπον”. Οι αιρετικοί λούφαξαν, οι επιστήμονες αιχμάλωτοι κοσμούν το θρίαμβό της και τέθηκαν στην υπηρεσία της, πιστεύοντες σήμερα στη θεότητα του Ιησού, έπειτα από το θαύμα αυτό της ιδρύσεως και συντηρήσεως της Εκκλησίας, λέγοντας: “Ραββί, συ ει ο Υιός του Θεού”.

Καλή Σαρακοστή

Με ευχές και τιμή

Πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Αλεβιζάκης

We use cookies to improve our website. Cookies used for the essential operation of this site have already been set. For more information visit our Cookie policy. I accept cookies from this site. Agree