Το νερό της ζωής: Είναι δυνατόν να μην αγαπά κανείς τον τόπο που γεννήθηκε;

18 Μαΐου 2017

Του Παύλου-Σωκράτη Παυλίδη*

Ροδώνα, χωριό μου όμορφο, τώρα έρημο και μοναχό.

Δεν κελαηδούν πια τα πουλιά και τα όμορφα αηδόνια.

Ενα πουλί απέμεινε. Εψαχνε νερό να πιεί στην κάψα του καλοκαιριού, να ξεδιψάσει, να βρέξει τα φτερά του.

Θα δίψαγε, Θεέ μου. Κανείς δεν του’δωσε νερό.

Μόνο χτύπαγε με το ράμφος την βρύση για ν’ ανοίξει.

Ηθελε να ζήσει, νερό έψαχνε να πιεί, τα φτερά του να πλένει.

Ενιωσα τον πόνο του και τότε το πήρα στα χέρια μου, του έδωσα νερό από τη στάμνα.

Το χάιδεψα απαλά, του δρόσισα τα φτερά και στερνά, το άφησα να πετάξει στα ουράνια, να χαρεί τη φύση.

Πόσα χάρηκε κι αυτό εκείνη την ημέρα.

Οταν κατοικείται το χωριό μου, φαίνονταν να πετάνε στον ουρανό και να χάνονται στο δάσος, σκίζοντας τ’ άγρια αεροκύματα του Ροδώνα.

 

Το δάσος

Οταν στο δάσος βρεθώ, χαμογελώ, τον κάμπο χαιρετώ.

Περπατώ τις λοφοσειρές και χάνομαι.

Ο κάμπος κιτρινίζει. Χαρούμενος νιώθω μεσ’ στα δέντρα.

Με αγάπη τα χαϊδεύω... Την πέτρα πιάνω και την κυλώ...

Σταματώ, την βλέπω, τρέχει στο χωριό, στο καμπαναριό.

Μένω εκεί ψηλά και αχόρταγα την ατμόσφαιρα ρουφώ.

Εκεί μέσα στο μονοπάτι, άλλοτε παιδί,

με μαστιγώνουν τα κλαδιά, αγνώριστο με βλέπουν...

Το βλέπω μοναχό και το μιλώ...

Το νιώθω. Το γνωρίζω από μικρό. Μεγάλωσε.

Εγινε ψηλό. Ρόζους έφερε. Γέρασε. Με βλέπει απ’ ουρανού.

Από τις φυλλωσιές περνώ, το πρόσωπό μου χαϊδεύουν και τα χείλη μου μια προσευχή προς τον Θεό ψελλίζουν.

 

Το ξεδίψασμα

Για το ξεδίψασμα της ψυχής μου μαζεύω τα σκόρπια

συντρίμμια του χωριού, εκεί στη μέση, στην πλατεία,

απ’ τα ξερά περιβόλια, για να τα φυλάξω μέσα

στα νεκρά μου όνειρα. Μονάχο ο Ροδώνας πάλι με βρίσκει.

Την μοναξιά φοβάμαι και την ξαναθυμάμαι.

Κι ήπια νερό του Μπέλλες, για να ζήσω, πάλι απ’ την αρχή.

Περπατώ το στενό το μονοπάτι και το ψηλό βουνό, στο λιβάδι, στην πηγή, τα στεφάνια σκύβω και τα φιλώ.

Μάης ήρθε στο λιβάδι, μυριόφυτα, πολύχρωμες πεταλούδες, κοχύλια στις πλαγιές, μεσ’ στο σγουρό χορτάρι.

Να περπατήσω πιο ψηλά, στου μπούφου τη φωλιά.

Να φθάσω στην πιο ψηλή κορφή, καλύβια σαράντα να δω.

Να πάρω ένα αστέρι απ’ τον Αυγερινό,

να το κρεμάσω στο καμπαναριό, να φέξει όλο το χωριό.

 

*Από το βιβλίο του “Μάρτυς μου το Μπέλλες” (Φωνή από τον Ροδώνα) 

Τα τρία βιβλία του Παύλου-Σωκράτη Παυλίδη “Μάρτυς μου το Μπέλλες”, “Το λεκανοπέδιο των Μουριών” και “Διηγώντας τα να κλαις, οι αναγνώστες μπορούν να τα βρουν στην Δημοτική Δανειστική Βιβλιοθήκη του δήμου Κιλκίς).

We use cookies to improve our website. Cookies used for the essential operation of this site have already been set. For more information visit our Cookie policy. I accept cookies from this site. Agree