Το πατρικό σπίτι

16 Μαρτίου 2017

Του Παύλου-Σωκράτη Παυλιδη*

Το πατρικό μου σπίτι. Εκεί με τραβούν οι σκέψεις, εκεί με πηγαίνουν οι αναμνήσεις. Ε,ε,ε, τίς βλέπω ολοζώντανες. Νάτες! Ζωντανεύουν τα πρόσωπα που έφυγαν από το πατρικό μου σπίτι. Τριγύρω μου, όλα τα βλέπω ζωντανά. Κάθε Σάββατο λούσιμο όλα τα μέλη της οικογένειας. Την Κυριακή στην εκκλησία. Μετά το λούσιμο ακολουθούσε το θυμιάτισμα. Η μάνα μου έπαιρνε το χάλκινο θυμιατήρι (καμωμένο από τον άντρα της) με τους πολλούς καπνούς. Τι ωραία μοσχοβολούσε το σπίτι! Περνούσε μπροστά από τον καθένα μας, πήγαινε να θυμιατίσει όλα τα μέρη του σπιτιού. Η πολυμελής οικογένεια του πατέρα, η μάνα, η γιαγιά, ο θείος και τα πέντε αδέρφια μαζεμένοι στην τραπεζαρία, που φωτιζόταν με γκαζόλαμπα, να καθόμαστε εννέα μέλη στο στρογγυλό τραπέζι πάνω σε προβιές από λαγούς και προβατίνες. Εμείς τα παιδιά περιμέναμε. Ούτε κουτάλι πιάναμε. Χειμώνας βαρύς. Στο τζάκι δύο μαύρα κούτσουρα με ρόζους, που δαύλιζαν. Μερικά ξερά κλαδιά από καλαμπόξυλα, έδιναν την θέρμανση στην πελώρια κάμαρα, που ποτέ δεν είχε την λάμψη. Με θρησκευτική ευλάβεια, αφού πρώτα έκαμαν τον σταυρό τους, άρχιζαν να τρώνε και ακολουθούσαμε και εμείς, τα παιδιά τους.

Βλέπω την γιαγιά μου Μάρθα Αναστασιάδου (Σηχούνα) στο φως του καντηλιού να μετανίζει μπρος στα εικονίσματα, και την άκουσα να μουρμουρίζει. Ποτέ δεν μου έλεγε όλη την αλήθεια, όταν την ρωτούσα τί έλεγε μέσα στο σκοτάδι. Προσευχή στο εικονοστάσι πρωί, εσπερινό όταν κτυπούσε η καμπάνα και το βράδυ προσευχόταν για το ξενιτεμένο από το 1916 στο Οχάιο των ΗΠΑ παιδί της, που είχε χρόνια να το δει.

Ολοι να τρώμε από ένα μεγάλο βαθύ πήλινο πιάτο, γαβάθα, που ήταν στην μέση στο τραπέζι. Μετά το φαγητό: “Να πάτε να κοιμηθείτε, κουραστήκατε”. Παίζαμε όλα τ’ αδέρφια, μα τους κουράσαμε τους γονείς. Μας έλεγαν, η Κουκάρα θα έρχεται από τον καπνοδόχο! Μας φόβιζαν, για να ησυχάσουμε.

Συγχωρέστε με συγχωριανοί μου και φίλοι μου αναγνώστες, τις νοσταλγίες της παιδικής μου ηλικίας. Είναι ανθρώπινες αδυναμίες προς τα περασμένα. τρέχαμε μέσα στον καυτό ήλιο. Ολο χαρά μέσα στα δρομάκια του Ροδώνα, εκεί που νιώσαμε την πρώτη παιδική χαρά. Ολα τα παιδιά του Ροδώνα μαζί. Τί χαρά! Και πάλι ευχές από τους γονείς. “Ελάτε παιδιά μου, ελάτε να κοιμηθείτε, σήμερα με τα τόσα παιχνίδια που μας κάνατε”.

Ο μικρός στην αγκαλιά. Πόσο γλυκός ο ύπνος στην αγκαλιά της μάνας.

ΥΓ: Στα πλευρά του βουνού, στο λιβάδι, στα σύνορα των χωραφιών, φύτρωναν λογής-λογής λουλούδια. Πήγαινε όμως άφοβα η γιαγιά και μάζευε εκείνα τα χρυσοκίτρινα λουλούδια, που μοσχοβολούσαν τόσο όμορφα και τα έβαζε ξερά πλάι στο εικόνισμα όλο το χρόνο. “Τη Παναγίας τα δάκρι”, τα έλεγε. Αυτό το έλεγε με μεγάλη σιγουριά η γιαγιά μου.

*Από το βιβλίο του “Μάρτυς μου το Μπέλλες” (Φωνή από τον Ροδώνα)

 

Τα τρία βιβλία του Παύλου-Σωκράτη Παυλίδη “Μάρτυς μου το Μπέλλες”, “Το λεκανοπέδιο των Μουριών” και “Διηγώντας τα να κλαις, οι αναγνώστες μπορούν να τα βρουν στην Δημοτική Δανειστική Βιβλιοθήκη του δήμου Κιλκίς.)

We use cookies to improve our website. Cookies used for the essential operation of this site have already been set. For more information visit our Cookie policy. I accept cookies from this site. Agree