Από το θησαυροφυλάκιο της ζωής μου

06 Οκτωβρίου 2016

Του Παύλου-Σωκράτη Παυλίδη*

Το ιστορικό του χωριού Ρόμποβο (Ροδώνα) νομού Κιλκίς όπως εγώ το έγραψα, άρχισε να ξαναζεί με την προσφυγιά των γονέων μας Θράκες και Πόντιοι από το 1923 όπου ε­γκαταστάθηκαν. Η ιστορία του Ροδώνα άλλωστε δεν είναι δυνατόν να γραφεί. Την μακρινή του ιστορία δεν τη ζήσαμε και δεν θα ήταν αντικειμενική, γιατί η απόσταση από πρόσωπα και γεγονότα είναι μακρινή. Μουσουλμάνοι και Βούλγαροι ζούσανε μαζί στο χωριό Ρόμποβο (Ροδώνα) τα μακρινά χρόνια. Θέλησα όμως να αναπαραστήσω τη ζωή του χωριού με τα ήθη και τα έθιμα, η γενέτειρα που, επαναλαμβάνω, τα λίγα χρόνια που έζησα κοντά, τα παιδικά και εφηβικά χρόνια και έτσι έγραψα για την γιαγιά μου Μάρθα Κ. Αναστασιάδου (ή Σηχούνα) που σάλευε ο νους της στα αγκαθωτά δρομάκια του Ροδώνα μήπως δει τον γιο της να έρχεται, το ξενιτεμένο της παιδί το 1916 όταν πήγε στην Αμερική. (Η ξενιτιά και ο θάνατος, τα δύο έναν και είνε, εζύγιξαν κι ετέρεξαν η ξενιτιά βαρύνεν). Να γράψω για τους χωριανούς, για τους γονείς μου, όλους στη δεκαετία του 1940-1950 όπου προσπαθώ να αναπαραστήσω τη ζωή του χωριού, τη ζωή γενικά των κατοίκων.

Οταν έφυγαν οι Τούρκοι και Βούλγαροι ήρθαν οι γονείς μας, ξεριζωμένοι από τις αλησμόνητες πατρίδες της Ανατολής. Εγινε ένα όμορφο χωριό τα χρόνια που ανθούσε, από το 1923-1974, εκεί στα ριζά του Μαυροβουνίου και απέναντι “μάρτυς μου το Μπέλλες”, όμορφες οροσειρές με τις ψηλές και καμπύλες κορυφές, που μας χωρίζει το τριεθνές Ελλάς, Σερβία, Βουλγαρία. Αφηγούμαι τις δραστηριότητες των κατοίκων, την αγάπη μεταξύ τους για ένα καλύτερο αύριο. Ολα τα συνταρακτικά πολιτικά γεγονότα που πέρασαν, τα ζήσαμε στη γενέτειρά μου, το κίνημα του 1935 στο ποτάμι του Στρυμώνα και την κήρυξη του πολέμου με τους Ιταλούς στα Αλβανικά βουνά και την Κατοχή από τους Γερμανούς το 1941.

Το βιβλίο “Μάρτυς μου το Μπέλλες”, δεν είναι αφηγήματα. Θα μπορούσα να το χαρακτηρίσω ως το χρονικό της δραματικής δεκαετίας του 1940-1950, όπως εγώ το έζησα. Εχουν περάσει πολλά χρόνια από τα γεγονότα που γράφω, στηρίζομαι μόνο στις προσωπικές μου αναμνήσεις. Κάποτε αναγκάσθηκα να εγκαταλείψω το χωριό μου και να φύγω στην Θεσσαλονίκη, το 1946. Τρία χρόνια ήμουν στρατευμένος... Κάποτε ήμουν Δεκανέας (1949-1951). Με βασάνισε για αρκετό καιρό αυτό το κενό και τελικά αποφάσισα να γράψω ο ίδιος όσα είδα, με τα ίδια μου τα μάτια. Είναι αφηγήματα από τη ζωή των κατοίκων. Ο,τι συνέβαινε σε όλη την Ελλάδα συνέβαινε και στην γενέτειρά μου, η ατμόσφαιρα παντού ήταν ίδια, είτε στον πόλεμο, είτε στην Κατοχή, είτε στην αντίσταση ή στον βρόμικο εμφύλιο, όπως τον λένε.

Εχουν περάσει εξήντα έξι περίπου χρόνια από τα γεγονότα που γράφω, γεγονότα μιας ηρωικής αλλά και πονεμένης περιόδου, μιας ματωμένης και καταστρεπτικής για την Ελλάδα και τον Ελληνισμό δεκαετίας. Τώρα πια έχουν εκλείψει οι α­ντιδικίες, έχουν σβηστεί τα μίση, οι διχόνοιες αποτελούν παρελθόν. Οι Ελληνες έχουν μονοιάσει, μπορεί να διατηρεί ο καθένας τις ιδεολογίες του, να ταιριάζει στο δημοκρατικό μας πολίτευμα. Εχουμε έναν λαό υπομονετικό και σκληροτράχηλο, που δεν έχασε ποτέ το θάρρος του. Δείξαμε τον εαυτό μας ενωμένοι σε δύσκολες ώρες και ξεχάσαμε τα μίση τα πολιτικά, που για κάποιες στιγμές μας χώρισαν. Κι αυτό είναι λαμπρότητα του λαού μας. Πολύ λίγοι έφθασαν στα άκρα. Αλλά και αυτοί γρήγορα μετάνιωσαν. Με τη συμφωνία της Βάρκιζας, οι Ελληνες αγωνίσθηκαν όχι μόνο κατά των κατακτητών, αλλά σε κάποιες χρονικές στιγμές σκοτώθηκαν μεταξύ τους. Ελληνες πολεμούσαν εναντίον Ελλήνων. Βγήκαμε, όσοι βγήκαμε, ζωντανοί, αυτό έχει σημασία. Ολοι καταλαβαίνουμε πως η περίοδος εκείνη δεν ήταν μόνο θλιβερή, ήταν και τραγική. Γεγονότα της εποχής εκείνης απαιτεί να θυμηθούμε το λαό του λεκανοπεδίου Μουριών που έδρασε στα σύνορα για να σώσει Πατρίδα, Θρησκεία, Οικογένεια, από την καταστροφική μανία του σκοτωμού. Ο διάολος έκανε καλά τη δουλειά του.

Τα έγραψα όλα αυτά κυρίως για τους νεώτερους, για να πάρουν μια εικόνα πως έζησαν οι πατέρες τους και οι παππούδες του. Με την ευχή να μη ζήσουν ποτέ οι νέοι, εκείνα που περάσαμε εμείς. Και βέβαιος πως έτσι θα συμβεί. Τέλος και τω Θεώ δόξα.

*Από το βιβλίο του “ΚΑΙ ΔΙΗΓΩΝΤΑΣ ΤΑ ΝΑ ΚΛΑΙΣ”

We use cookies to improve our website. Cookies used for the essential operation of this site have already been set. For more information visit our Cookie policy. I accept cookies from this site. Agree