“Το σακάκι που βελάζει” από την ΤΕΧΝΗ: Σατιρικές ριπές στων γραφειοκρατών τη φάρα

Στο σημείωμά του στο φυλλάδιο της παράστασης, ο κ. Παύλος Δανελάτος είναι ιδιαιτέρως αιχμηρός. Γράφει μεταξύ άλλων, ο σκηνοθέτης της παράστασης “Το σακάκι που βελάζει”.

“...Θωρώ πως το έργο αυτο στην Ελλάδα του σήμερα, είναι τραγικά επίκαιρο. Στην Ελλάδα που καθημερινά ο λαός υφίσταται το αλύπητο μαστίγιο των πολιτικών μας, που για να στηρίξουν τη χρεωκοπία ενός κράτους που μόνοι τους έφεραν στον γκρεμό, χωρίς καμμιά ντροπή εφευρίσκουν νέα μέτρα, που διαλύουν όνειρα, ζωές και οικογένειες και μ’ έναν παράλογο κυνισμό ζητάνε όλο και περισσότερα από τον ήδη λεηλατημένο πολίτη”.

Σκληρά λόγια, οπωσδήποτε. Αποδεκτά ομως από τη συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών. Οχι μόνο των πολλών πολιτών που βρέθηκαν ως θεατές στην παράσταση της Θεατρικής Ομάδας της ΤΕΧΝΗΣ, με το “Σακάκι που βελάζει” του Στανισλάβ Στρατίεβ. Από το 1976 που γράφτηκε το αριστούργημα του Βούλγαρου συγγραφέα μέχρι σήμερα και διαπερνώντας δεκαετίες και αντίθετα πολιτικά συστήματα, “όλα τριγύρω αλλάζουνε κι όλο τα ίδια μένουν”. Το γνωστό υποζύγιο, ο καθημερινός πολίτης, θα υφίσταται πάντα και τα πάντα από των γραφειοκρατών τη φάρα. Το “Σύστημα”, που παραμένει αλώβητο, αθάνατο, μόνιμα βασανιστικό και βάρβαρο, επιτελεί τον αιώνιο και αέναο σκοπό του: τη σύνθλιψη της αξιοπρέπειας, της τιμής, της υπερηφάνειας, της ίδιας της ζωής εντέλει, του καθημερινού πολίτη.

Από την πρώτη σκηνή κιόλας του έργου, ο θεατής αναπόφευκτα καταφεύγει στο ενημερωτικό φυλλάδιο. Ψάχνει ένα και μόνο στοιχείο: πότε γράφτηκε το έργο. Με τη διαπίστωση ότι γράφτηκε το 1976, εν τη δόξη δηλαδή του Κομουνιστικού καθεστώτος, γεν­νώνται ερωτήματα: μήπως η βουλγαρική κοινωνία ήταν τόσο προχωρημένη και... φιλελεύθερη;  Ή, μήπως, η αγανάκτηση του συντρόφου-πολίτη ήταν τέτοιας έκτασης και καθολικότητας, οπότε και το Καθεστώς το ίδιο των Γραφειοκρατών, έκανε τα στραβά μάτια; Γιατί τέτοιος χλευασμός της Γραφειοκρατίας-της πεμπτουσίας του Συστήματος-μοιραία θα συνεπαγόταν Σιβηρίες για τους εχθρούς του Σοσιαλισμού!

Η παράσταση της Θεατρικής Ομάδας απ’ την πρώτη στιγμή “σε βάζει στο πνεύμα”. Τα εμβληματικά “μπρεχτικά” μουσικά κομμάτια του Θάνου Μικρούτσικου με την μοναδική φωνή της αξέχαστης Μαρίας Δημητριάδου, προϊδεάζουν για τα βέβαια που θα ακολουθήσουν “για τον άνθρωπο που τον μποδίζουν να βαδίσει”. Για τον “άνθρωπο που τον αλυσοδένουνε”. Οι πινελιές του Σοσιαλιστικού Ρεαλισμού για την παράσταση γίνονται εμφανείς εξ αρχής. Κάτι, όχι απαραίτητα κακό, όχι απλοϊκό, αλλά εξαιρετικά απλό για την περίσταση και την παράσταση. Οι αδρές γραμμές του κειμένου και οι ακόμη πιο αδρές σε τραγικότητα καταστάσεις που περιγράφονται, μάλλον δεν σηκώνουν πολλούς νεωτερισμούς και ακροβασίες αχρείαστες. Το πικρό γέλιο που βγάζουν οι καταστάσεις πρέπει να το προκαλούν οι ίδιες οι πικρές καταστάσεις κι όχι οι παρεμβάσεις, ακόμη και στο σενάριο. Η μεγάλη δύναμη του έργου είναι το ίδιο το σενάριο, με την απλότητα του λόγου και την αδυσώπητη αμεσότητα των εξοργιστικών καταστάσεων. Καταστάσεων εξαιρετικά γνώριμων και οικείων στο θεατή.

Η Θεατρική Ομάδα της ΤΕΧΝΗΣ διατηρεί τον βασικό κορμό της, χρόνια τώρα. Ενας κορμός που ωριμάζει θεαματικά, ενδυναμώνεται καλλιτεχνικά, με αποτέλεσμα να ενσωματώνει γρήγορα και χωρίς κραδασμούς τα νέα μέλη. Στην απόδοση των ρόλων δεν υπάρχουν “ορατές κοιλιές”. Σίγουρα η ερμηνευτική δεινότητα έχει τις διαβαθμίσεις της. Το σύνολο όμως στο τέλος της παράστασης αφήνει την γλυκειά γεύση της σοβαρής δουλειάς, της σεμνότητας, της υπευθυνότητας των συντελεστών. Από τον σκηνοθέτη, μέχρι τον ηθοποιό με τον μικρότερο ρόλο.

Με τα χρόνια η σοβαρή δουλειά της ΤΕΧΝΗΣ περνάει και στους θεατές. Επιτελεί τον άλλο σοβαρό της ρόλο, τον εκπαιδευτικό. Οι θεατές ξέρουν να αναγνωρίζουν, να επιβραβεύουν, να ενθαρρύνουν. Σε κάθε παράσταση υπάρχει μια “αποκάλυψη”. Αυτή τη φορά από τα νέα μέλη αυτός που έβγαζε αβίαστο, πικρό αλλά πλούσιο γέλιο, ήταν ο “κύριος ασανσέρ”. Ο Φωκίων Παπαδόπουλος, νοσηλευτής στο Νοσοκομείο, ήταν ο ξεκαρδιστικός “άνθρωπος του ανελκυστήρα”. Του ανελκυστήρα-συμβόλου της αδυσώπητης γραφειοκρατίας. Το εκπαιδευμένο κοινό της ΤΕΧΝΗΣ χειροκρότησε με θέρμη τον συγκινητικό μονόλογο-μανιφέστο της εξεγερμένης γραφειοκράτισσας Ντερμεζίεβα. Εναν μονόλογο που απέδωσε θαυμαστά η έμπειρη Σοφία Κεσίδου.

 

Οι συντελεστές

Συμμετείχαν με σειρά εμφάνισης

Θεόφιλος Γουλτίδης

Μαρία Σαμαρά

Πάολα Χαραλαμπίδου

Γιώργος Ποζίδης

Χάρης Ισαακίδης

Γιώτα Πουγαρίδου

Αντζυ Πλόχουρα

Φωκίων Παπαδόπουλος

Τζένη Κουλίδου

Σοφία Κεσίδου

Σέβη Πίτσαρα

Ιφιγένεια Ποζίδου

Παύλος Τάνης

Μιχάλης Καρπούζης

Βοηθός Σκηνοθέτη: Μ.Κωνσταντίνου

Κατασκευή Σκηνικών: Γιώργος Ποζίδης

Π. Φλωρίδης

We use cookies to improve our website. Cookies used for the essential operation of this site have already been set. For more information visit our Cookie policy. I accept cookies from this site. Agree